top of page

Δικαιοσύνη στην εποχή του σύγχρονου καπιταλισμού: κρατική εξουσία ή λαϊκό αίτημα;

  • 2 days ago
  • 7 min read

Εισήγηση της Ναταλίας Πάνου, υπ. Διδακτόρισσας Συνταγματικού Δικαίου Νομικής ΑΠΘ, μέλος ΔΣ ΣΕΡΕΤΕ - Παράρτημα Θεσσαλονίκης, στη διάλεξη που πραγματοποίησε η Κομμουνιστική Απελευθέρωση στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2026 με θέμα: Η έννοια της δικαιοσύνης σήμερα: Πολιτικές και θεωρητικές επισημάνσεις


«Τέμπη, Πύλος, Χίος, Βιολάντα, Παλαιστίνη, δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη» είναι το σύνθημα που αντήχησε πριν λίγες μέρες στους δρόμους κάθε πόλης σε απάντηση στο κρατικό, καπιταλιστικό έγκλημα των Τεμπών. Όσο το πρώτο μέρος του συνθήματος μεγαλώνει επίπονα, το αίτημα για δικαιοσύνη μοιάζει πλέον με ανάγκη για όλες μας είτε το γράφουμε με «γιώτα» και «άλφα-γιώτα» είτε με «ήττα» και «έψιλον», όπως η οικογένεια του δολοφονημένου από αστυνομικούς ανήλικου, Ρομά Κώστα Φραγκούλη. Την ίδια στιγμή, βέβαια, που το αίτημα για απόδοση της δικαιοσύνης βρίσκεται στα χείλη της καθεμίας μας, δεν αποτελεί είδηση η γενικευμένη καχυποψία του λαού απέναντι στον θεσμό της δικαιοσύνης: Αναδεικνύεται από δημοσκοπήσεις, το επισημαίνουν τα mainstream think tanks, αλλά γίνεται αντιληπτό ακόμη ακόμη και από τις καθημερινές συζητήσεις. Υπάρχει άραγε αντίφαση σε αυτή την απόκλιση μεταξύ έλλειψη εμπιστοσύνης προς τη θεσμική πτυχή της δικαιοσύνης και του λαϊκού αιτήματος για δικαιοσύνη;


Το άρθρο 26 του ελληνικού Συντάγματος προβλέπει την ύπαρξη τριών λειτουργιών ή άλλως εξουσιών: της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής. Αντίστοιχου είδους διατάξεις υπάρχουν στη συντριπτική πλειοψηφία των σύγχρονων αστικοδημοκρατικών Συνταγμάτων επιφυλάσσοντας μια ξεχωριστή θέση για τα δικαστήρια στον κρατικό μηχανισμό. Συνεπώς, προκύπτει με ενάργεια πως η θεσμική πτυχή της δικαιοσύνης δεν συνιστά παρά μια έκφανση της εξουσίας του αστικού κράτους. Για αυτόν τον λόγο στο εξής θα χρησιμοποιώ αποκλειστικά τον όρο «δικαστική εξουσία/λειτουργία» και όχι δικαιοσύνη, αναφερόμενη στους σχετικούς θεσμούς. Από τη μια, η δικαστική εξουσία, λοιπόν, ως κρατικός βραχίονας, έχει τον δικό της ρόλο στη διαμόρφωση του κοινωνικο-πολιτικού σκηνικού. Αυτό είναι, αφενός, πολύ προφανές όταν μιλάμε για υποθέσεις που έχουν έντονο πολιτικό διακύβευμα και τα δικαστήρια διεκδικούν για τους εαυτούς τους ρόλο συν-διαμορφωτή του status quo [βλ. αποφάσεις για την (αντι)συνταγματικότητα των Μνημονίων]. Συνήθως, πρόκειται για υποθέσεις δημοσίου δικαίου, εκείνο τον κλάδο του δικαίου, δηλαδή που καταπιάνεται με τις σχέσεις του κράτους με τους πολίτες. Αλλά, παράλληλα, θα μπορούσαμε να πούμε πως, εξίσου, σε υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου, όταν δηλαδή ανακύπτουν διαφορές μεταξύ ιδιωτών, η επιλογές του δικαστή έρχονται να καθορίσουν το κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι [σε περίπτωση που μια απεργία θα κριθεί καταχρηστική, για παράδειγμα]. Από την άλλη, όμως, η δικαστική εξουσία, υπαγόμενη στην ευρύτερη οντότητα που καλείται κράτος και ούσα απλά ένα παρακλάδι εξουσίας, συνήθως, λειτουργεί σε πλήρη αρμονία με τις έτερες δύο εξουσίες, τη νομοθετική και την εκτελεστική, δηλαδή την πολιτική ηγεσία, αν θέλετε.


Θεωρητικά, ένα αστικό κράτος επιδιώκει να διαφυλάττει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, προκειμένου, ειδικότερα για τη δικαστική εξουσία να διαφυλάσσεται η ανεξαρτησία της: Δηλαδή, η πολιτική ηγεσία δεν πρέπει να παρεμβαίνει στο δικαστικό έργο και οι δικαστές δεν πρέπει να «χρωματίζονται» πολιτικά. Κατά τραγική ειρωνεία, στο ελληνικό Σύνταγμα δεν διασφαλίζεται ούτε τύποις η ανεξαρτησία των δικαστηρίων από την πολιτική ηγεσία, δεν υφίσταται ούτε καν το κέλυφος της διάκρισης των εξουσιών, καθώς στο άρθρο 90 παρ. 5 προβλέπει πως οι Πρόεδροι των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας ορίζονται κατ’ ουσίαν από την εκάστοτε κυβέρνηση. Πέραν, όμως, του διάτρητου θεσμικού κελύφους της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας από την πολιτική ηγεσία, το τελευταίο χρονικό διάστημα έχουν αποκαλυφθεί πλήρως οι μεταξύ τους συστημικές σχέσεις: η υπόθεση υποκλοπών, η υπόθεση του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ), η υπόθεση των Τεμπών και μια σειρά από άλλα πολύκροτα σκάνδαλα βλέπουν κάθε μέρα το φως της δημοσιότητας και παρακολουθούμε τη βήμα-βήμα συγκάλυψη τους. Τα σκάνδαλα αυτά έχουν καταστήσει πλέον ξεκάθαρο και στις πλέον αισιόδοξες φωνές για τον σεβασμό του λεγόμενου «κράτους δικαίου» ότι η κατά τα λοιπά τυφλή δικαιοσύνη ρίχνει κρυφές ματιές επιθυμίας προς την πολιτική ηγεσία και τα δικαστήρια καθίστανται εν τέλει όχι απλά απολογητές αλλά χειροκροτητές της.


Βέβαια, εν προκειμένω υπάρχει μια ψευδαίσθηση που πρέπει να καταρριφθεί: η συγκεκριμένη συνθήκη δεν συνιστά κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα, κάποια ελληνική «πατέντα». Μια ματιά στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού Ωκεανού είναι αρκετή για να μας πείσει πως το πρόβλημα είναι δομικό και εν τέλει καταλήγει η εργοστασιακή ρύθμιση της (δικαστικής εξουσίας της) αστικής δημοκρατίας να είναι η αδικία. Ενδεικτικό είναι τόσο το γεγονός ότι ο Donald Trump εργαλειοποιεί το δικαστικό σύστημα επιβάλλοντας ανώτατους δικαστές με ιδεολογία MAGA (Make America Great Again), όσο και η συγκάλυψη του σκανδάλου των φακέλων Epstein. Χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, μαρτυρίες και οπτικοακουστικό υλικό εικοσαετίας για τα πλέον ειδεχθή εγκλήματα που έχουν διαπράξει οι ισχυροί αυτού του κόσμου έχουν γίνει καπνός. Μια δεύτερη ψευδαίσθηση έχει να κάνει με το ότι οι λύσεις στα προβλήματα της διαφθοράς και της ατιμωρησίας θα έρθουν σαν από μηχανής θεός από τη διεθνή κοινότητα και τους υπερεθνικούς οργανισμούς. Η υπερβάλλουσα πίστη προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς βρίσκεται σε παραλληλία με μια αποικιοκρατική λογική που στην ουσία της αντανακλά τη σκέψη πως βρισκόμαστε σε ένα πρωτόγονο στάδιο και οι εξελιγμένοι ευρωπαίοι θα μας εκπολιτίσουν. Διαφάνηκε, για παράδειγμα, στην περίπτωση του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ που οι ελπίδες απόδοσης δικαιοσύνης έχουν εναποτεθεί εξολοκλήρου στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Αντιστοίχως, παρά την εντυπωσιακή απραξία τους δυσανάλογη είναι η εμπιστοσύνη προς τα Ηνωμένα Έθνη και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την παύση της γενοκτονίας του Παλαιστινιακού λαού και την αναγνώρισης του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης του.


Τα ως άνω, όμως, δεν συνιστούν παρά έναν σχολιασμό αυτού που καλείται ως «κρίση της εμπιστοσύνης προς τη δικαιοσύνη», θεωρούμενη ίσως –σε εθνικό επίπεδο- ως συνταγματική εκτροπή, ενώ στην ουσία είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Εξού και αυτή η συζήτηση θα πρέπει να τοποθετηθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σε σχέση με το νομικό σύστημα, αναζητώντας εν τέλει αν ο νόμος είναι δίκαιο(ς). Ο νόμος αποτελεί το προϊόν της νομοθετικής εξουσίας ή πλέον ιδίως τα τελευταία χρόνια της επίτασης του φαινομένου κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού το προϊόν της εκτελεστικής εξουσίας, αν μη τι άλλο προϊόν κρατικής εξουσίας. Και κάθε μέρα που ερχόμαστε αντιμέτωπες με ένα νέο κρατικό, καπιταλιστικό ή ιμπεριαλιστικό έγκλημα, διαγράφεται με τα πλέον μελανά χρώμα πως η θεσμική έκφανση του δικαίου συνιστά αυτό που οι Μαρξ και Ένγκελς διακηρύττουν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο απευθυνόμενοι στην αστική τάξη ότι «είναι η θέληση της τάξης σας που αναγορεύτηκε σε νόμο, θέληση που το περιεχόμενο της καθορίζεται από τις υλικές συνθήκες ύπαρξης της τάξης σας». Και σαφώς η θέληση της αστικής τάξης συνίσταται στη διασφάλιση του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής και τη διατήρηση της κυριαρχίας της επί της καταπιεζόμενης τάξης. Πρόκειται, επομένως, για ένα σύστημα που, με απλά λόγια, διατηρεί στην κοινωνία μια εξουσία που διασφαλίζει τις εκμεταλλευτικές και καταπιεστικές σχέσεις.


Σε αυτό, όμως, υπάρχει απάντηση. Και απάντηση αυτή τα τελευταία έτη συμπυκνώνεται στο παλλαϊκό αίτημα για δικαιοσύνη, το αίτημα να αποδοθεί το δίκαιο. Ο ορισμός του τι είναι δικαιοσύνη, αποτελεί ένα ιδιαίτερα απαιτητικό εγχείρημα. Μπορούμε πιο εύκολα να συμφωνήσουμε στο τι είναι άδικο, η αίσθηση του τι είναι άδικο αποτελεί την κινητήρια δύναμη των κοινωνικών κινημάτων και των λαϊκών αγώνων: άδικο είναι να σου παίρνει η τράπεζα το σπίτι, άδικο είναι να μπαίνεις στο τρένο και να μην ξέρεις αν θα βγεις ζωντανή, άδικο είναι να βομβαρδίζονται παιδιά, άδικη είναι κάθε γυναικοκτονία και το ότι βαφτίστηκε «έπεσε από τις σκάλες».

Το δίκαιο, όμως; Η δικαιοσύνη; Ο θετικός ορισμός είναι πολύ πιο δύσκολος. Ο τρόπος που χρησιμοποιείται η έννοια της δικαιοσύνης, ακόμη και εντός των κοινωνικών κινημάτων, συχνά αφήνει να εννοηθούν ηθικές προεκτάσεις, με αποτέλεσμα να της αποδίδονται μεταφυσικές ιδιότητες. Και η άποψη, όμως, ότι στον αντίποδα του αστικού δικαίου βρίσκεται η ηθική, θεωρώ, ότι καταλήγει να αποπροσανατολίζει από την ταξική πάλη. Δεν διαθέτω την απαιτούμενη αλαζονεία για να προσπαθήσω να ορίσω μια έννοια που διαχρονικά ταλανίζει τη νομική επιστήμη. Αλλά για εμένα η ουσία της δικαιοσύνης συμπυκνώνεται στην πλέον διάσημη φράση από την Κριτική του Προγράμματος της Γκότα «Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του!». Ο Μαρξ με τη συγκεκριμένη φράση περιγράφει την ελεύθερη πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες σε μια κομμουνιστική κοινωνία. Αν, όμως, γενικευτεί, σε κάθε πτυχή του κοινωνικού βίου, τι είναι η δικαιοσύνη, αν όχι μια κοινωνία που να οργανώνεται με κριτήριο τις πολύπλευρες και αναπτυσσόμενες ανάγκες του ανθρώπου; Από αυτή την άποψη, οι κραυγές για δικαιοσύνη θεωρώ ότι αποκρυσταλλώνουν μια γειωμένη στις κοινωνικές ανάγκες, απτή έκφανση της που νοηματοδοτείται από την κοινωνική συνείδηση, η οποία αντιλαμβανόμενη τις εξουσιαστικές σχέσεις επιζητά μια διέξοδο από αυτές.


Τώρα το ερώτημα είναι τι συνεπάγεται αυτή η θεώρηση της δικαιοσύνης σε επίπεδο τακτικής-στρατηγικής για μια κομμουνιστική οργάνωση που επιδιώκει να παρέμβει στα κοινωνικά κινήματα πού φέρουν αυτό το αίτημα. Και ειδικότερα, θα σταθώ στο ποια πρέπει να είναι η στάση μας απέναντι στο κράτος:

Κατά κοινή παραδοχή βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη πολιτική καμπή, η οποία δεν αφήνει περιθώρια για απραξία. Κατά τις πολιτικά τεταμένες περιόδους, όπως αυτή που διανύουμε, όταν τα κεκτημένα των κοινωνικών κινημάτων βάλλονται, παρατηρείται μια αναδίπλωση προς την κατεύθυνση της οχύρωσης αυτών των κεκτημένων. Τα κοινωνικά κινήματα λειτουργούν ως γραμμή άμυνας απέναντι στις πλέον αδηφάγες ορέξεις κράτους και κεφαλαίου. Δεν πρόκειται για ολίσθηση σε ρεφορμιστικές ατραπούς, αλλά για τη συνειδητοποίηση πως οι ισχύοντες κοινωνικοί συσχετισμοί αποκαλύπτουν πως κράτος και κεφάλαιο καραδοκούν να ισοπεδώσουν δικαιώματα και λαϊκές ελευθερίες που η εργατική τάξη είχε καταφέρει να εξασφαλίσει μέχρι πρότινος. Όταν το «Ένα – Ένα – Τέσσερα» (άρθρο του Συντάγματος του 1952) έγινε σύνθημα του προδικτατορικού φοιτητικού κινήματος απέναντι στις κρατικές αυθαιρεσίες, όταν πριν από λίγους μήνες φοιτήτριες και εργαζόμενες στα πανεπιστήμια ξεκαθαρίσαμε ότι δεν θα δεχτούμε καμία παραβίαση του άρθρου 16 του ισχύοντος Συντάγματος δεν σημαίνει ότι επικράτησε η πεποίθηση πως υπάρχουν περιθώρια μετασχηματισμού του κράτους. Τουναντίον, ακριβώς επειδή συνειδητοποιούμε πως οι κατακτήσεις είναι πάντοτε διαφιλονικούμενες, προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε αναχώματα απέναντι στις πολιτικές που επιδιώκουν να επιδεινώσουν περαιτέρω τους όρους ζωής του λαού.


Βέβαια, τα αιτήματα –ακόμη και στο παρόν δυστοπικό πολιτικό σκηνικό- θα πρέπει να ξεπερνούν τα αμυντικά τους χαρακτηριστικά και εισάγουν προορατικά, ενεργητικά ή, αν θέλετε, επιθετικά στοιχεία. Η επιβολή νέων κατακτήσεων αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα να κερδηθεί. Παρόλα αυτά, αυτός θα πρέπει να είναι ο προσανατολισμός των άμεσων αιτημάτων μας. Και αυτό, πρωτίστως, επειδή δεν υπάρχει η πολυτέλεια για οπισθοχωρήσεις και ημίμετρα, δεν υπάρχει η πολυτέλεια για αιτήματα που δεν επικοινωνούν στην ουσία τους με τις σημερινές ανάγκες της εργατικής τάξης. Και, επειδή, μιλάμε για τη δικαστική εξουσία, ας πάρουμε το παράδειγμα της καταδίκης της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης, καθώς είχαμε και τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων πριν λίγες ημέρες. Τι είναι η εν λόγω απόφαση; Μια ξεκάθαρη νίκη του αντιφασιστικού κινήματος. Ο φασισμός τσακίζεται στον δρόμο και αυτό έκανε, πράγματι, το αντιφασιστικό κίνημα, σε κάθε γειτονιά. Μέχρι που το ρεύμα αυτό έγινε τόσο ορμητικό που δεν άφησε κανένα περιθώριο στη δικαστική εξουσία για υπεκφυγές και οδήγησε στην ιστορική αυτή απόφαση που πλέον και ο δεύτερος βαθμός κρίσης επικύρωσε την πρωτοβάθμια καταδίκη των 42 νεοναζί.


Παρόλα αυτά, δεν τρέφουμε ψευδαισθήσεις πως αυτές οι νίκες θα μπορούσαν να εξωραΐσουν την βαρβαρότητα του κράτους και του καπιταλισμού. Η εκ θεμελίων ανατροπή του παρόντος συστήματος αποτελεί μονόδρομο. Επίκεντρο του αγώνα μας μπορεί να συνιστά μόνο η επαναστατική ανατροπή και η κατάκτηση της εργατικής εξουσίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η δικαιοσύνη λειτουργεί ως άλλη ουτοπία του Galeano: βρίσκεται στον ορίζοντα, αν προχωρήσουμε προς το μέρος της ξεγλιστράει και μας κάνει να προχωράμε μέχρι την κοινωνία των αναγκών μας.


Ναταλία Πάνου

Μάρτιος 2026

Comments


Asset 8.png

© 2025 Kommounistiki Apeleftherosi.

bottom of page