Κοινή διεθνιστική δήλωση οργανώσεων: Να κινητοποιηθούμε για να τερματιστεί ο πόλεμος ΝΑΤΟ – Ρωσίας στην Ουκρανία!
- 3 days ago
- 8 min read

Κομμουνιστική Απελευθέρωση – Ελλάδα
Διεθνιστική Επαναστατική Τάση (TIR) – Ιταλία
Partido Obrero – Αργεντινή
SEP – Τουρκία
Να κινητοποιηθούμε για να τερματιστεί ο πόλεμος ΝΑΤΟ – Ρωσίας στην Ουκρανία!
Εδώ και περίπου έναν χρόνο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπόσχεται τον τερματισμό του πολέμου ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και τη Ρωσία στην Ουκρανία, παρουσιάζοντάς τον ως επικείμενο ή ακόμη και άμεσο. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ότι αυτός ο αντιδραστικός πόλεμος βαδίζει προς τον τέταρτο χρόνο του. Η μαζική σφαγή Ουκρανών, Ρώσων και προλετάριων άλλων εθνικοτήτων συνεχίζεται και διευρύνεται, προκαλώντας ολοένα και μεγαλύτερη δυστυχία στον ουκρανικό λαό και αυξανόμενο κίνδυνο για τον ρωσικό, ιδιαίτερα μετά την απόφαση των διοικητών του ΝΑΤΟ να πλήξουν όσο το δυνατόν βαθύτερα στο ρωσικό έδαφος.
Η «ειρήνη» που προβάλλεται από τον Τραμπ και υποστηρίζεται από τον Πούτιν δεν θα ήταν παρά μια αρπακτική ειρήνη, εξίσου ιμπεριαλιστική με τον ίδιο τον πόλεμο. Η Ουκρανία θα διχοτομούνταν και, εξαντλημένη από την αιμορραγία του πολέμου, θα υποβιβαζόταν σε καθεστώς αποικίας. Ολόκληρο το Ντονμπάς θα περνούσε στη Ρωσία, ενώ οι ορυκτοί πόροι εκτός Ντονμπάς —συμπεριλαμβανομένων των σπάνιων γαιών, κρίσιμων για τη βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας και την παραγωγή όπλων— καθώς και άλλα οικονομικά πλεονεκτήματα, θα κατευθύνονταν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε αυτή την προοπτική αντιτίθενται η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία διεκδικούν το δικό τους μερίδιο από τα λάφυρα, ως αντάλλαγμα για τις επενδύσεις που έχουν ήδη πραγματοποιήσει ή σχεδιάζουν να πραγματοποιήσουν, στηρίζοντας έναν πόλεμο μέσω του οποίου φιλοδοξούσαν —και εξακολουθούν να φιλοδοξούν— να γονατίσουν τη Ρωσία. Με το οριστικό τέλος της Ostpolitik, που κυρίως η Γερμανία εφάρμοσε ως οικονομική συνεργασία με τη Μόσχα, βασισμένη στη διείσδυση στις αγορές της Ανατολής και στον φθηνό ενεργειακό εφοδιασμό, η ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στη Ρωσία μιλά ολοένα και περισσότερο τη γλώσσα των όπλων και του πολέμου. Αν τα ευρωπαϊκά κράτη δεν διαθέτουν τη δύναμη να επιβάλουν μια «ειρήνη» σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα, μπορούν ωστόσο να σαμποτάρουν τη Συμφωνία του Άνκορατζ — και αυτό ακριβώς πράττουν: με την πρότασή τους για αποστολή στρατευμάτων στην Ουκρανία μετά την «ειρήνη» και με την προσπάθεια κατάσχεσης ρωσικών δημόσιων και ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην Ευρώπη, τα οποία αντικαταστάθηκαν προσωρινά από το λεγόμενο «ειδικό δάνειο» των 91 δισεκατομμυρίων ευρώ. Πρόκειται για δύο κινήσεις που η Μόσχα θεωρεί ανοιχτά προκλητικές. Για να τις δικαιολογήσουν, επικαλούνται το «ευγενές» επιχείρημα της υπεράσπισης της ελευθερίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας.
Σύμμαχο σε αυτή τη στρατηγική βρίσκουν στην κλίκα Ζελένσκι, η οποία τρέμει στην ιδέα να βρεθεί αντιμέτωπη με τον ουκρανικό λαό μετά από μια συνολική ήττα — τόσο στρατιωτική όσο και υλική. Παρά τον ωμό εκβιασμό που υφίσταται από τον Λευκό Οίκο, η ηγετική αυτή ομάδα εξακολουθεί να στηρίζεται σε ισχυρές διασυνδέσεις εντός των στρατιωτικών διοικήσεων του ΝΑΤΟ, που δεν ταυτίζονται πλήρως με τις επιλογές Τραμπ, καθώς και σε μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη πρόθυμα, ανεξαρτήτως κόστους, να παράσχουν απεριόριστες ποσότητες όλο και πιο εξελιγμένων και μακράς εμβέλειας όπλων. Όπως πάντα, το τίμημα το πληρώνει η εργατική τάξη.
Το αποτέλεσμα αυτών των αντικρουόμενων πιέσεων παραμένει απρόβλεπτο. Τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί: ούτε μια περαιτέρω κλιμάκωση και διεύρυνση του πολέμου, ούτε μια προσωρινή εκεχειρία, κατά την οποία και οι δύο πλευρές θα προετοιμαστούν για νέα σύγκρουση. Αυτό που μπορεί να αποκλειστεί με βεβαιότητα είναι η επίτευξη μιας διαρκούς —και πολύ περισσότερο μιας δίκαιης— ειρήνης μέσω αυτών των διεργασιών. Μια τέτοια ειρήνη θα μπορούσε να επιβληθεί μόνο μέσα από τη συντονισμένη, οργανωμένη και διεθνιστική δράση των ουκρανών και Ρώσων προλετάριων, κάτι που μέχρι σήμερα απέχει πολύ από την πραγματοποίηση.
Στην Ουκρανία έχει ξεθωριάσει ο αρχικός «πατριωτικός» ζήλος ενώ και στη Ρωσία αποδυναμώνεται. Στην Ουκρανία σημειώθηκαν μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στη διαφθορά της κυβέρνησης Ζελένσκι, ενώ οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού έχει εξαντληθεί από τον πόλεμο. Οι σφαγές στις μάχες του Μπαχμούτ, της Αβντιίβκα, του Κουρσκ και του Ουγκλεντάρ αποτελούν τις πιο ακραίες εκφράσεις ενός πολέμου όπου τα drones, οι πύραυλοι και η τεχνητή νοημοσύνη παίζουν καθοριστικό ρόλο, αλλά ο οποίος, από πολλές απόψεις, θυμίζει τον πόλεμο χαρακωμάτων των αρχών του 20ού αιώνα. Οι πιο αξιόπιστες εκτιμήσεις μιλούν πλέον για σχεδόν ένα εκατομμύριο νεκρούς και βαριά τραυματίες. Λίγη σημασία έχει αν είναι περισσότεροι Ουκρανοί ή Ρώσοι, ή πόσοι προέρχονται από άλλες εθνικότητες. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι τόσο στην Ουκρανία όσο και —σε μικρότερο βαθμό— στη Ρωσία, η υποχρεωτική ή ημι-υποχρεωτική στρατολόγηση αντιμετωπίζει ολοένα και μεγαλύτερες δυσκολίες.
Στην Ουκρανία εκκρεμούν πάνω από 250.000 υποθέσεις λιποταξίας. Οι βίαιες περιπολίες στρατολόγησης συναντούν αυξανόμενη εχθρότητα από τον πληθυσμό, αναγκάζοντας το καθεστώς Ζελένσκι να στρατολογεί ανθρώπους σε κακή κατάσταση υγείας, ηλικιωμένους και άτομα με αναπηρίες, οι οποίοι αδυνατούν να πληρώσουν τις μίζες που απαιτούν οι διεφθαρμένοι επικεφαλής των κέντρων στρατολόγησης για να αποφύγουν το μέτωπο. Σε διάφορες περιοχές έχουν σημειωθεί αυθόρμητες εξεγέρσεις γυναικών ενάντια στην αναγκαστική στρατολόγηση συζύγων και γιων, καθώς και βίαιες συγκρούσεις με αστυνομικές περιπολίες. Χιλιάδες νέοι κρύβονται σε δάση, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη συλλήψεις ειρηνιστών και επαναστατών αγωνιστών. Η μαζική αυτή αντίθεση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και στην κυβέρνηση που μετατρέπει τους Ουκρανούς σε κρέας για τα κανόνια πρέπει να ενισχυθεί και να οργανωθεί.
Στη Ρωσία, η στρατολόγηση στις περιφερειακές δημοκρατίες (Μπουριατία, Μπασκορτοστάν, Νταγκεστάν) είναι λιγότερο αποτελεσματική από ό,τι στο παρελθόν, παρά τις υψηλές αποδοχές και τα επιδόματα για τις οικογένειες των νεκρών. Γι’ αυτόν τον λόγο, η κυβέρνηση διευκολύνει την είσοδο και την απόκτηση ρωσικής υπηκοότητας από μετανάστες εργαζόμενους από την Κεντρική Ασία, προκειμένου να ενισχύσει την κατάταξή τους. Η αυστηρή λογοκρισία δεν κατάφερε να αποκρύψει δεκάδες περιπτώσεις δολοφονιών αξιωματικών από στρατιώτες τους.
Παρά τα σημάδια αντίστασης, τα φαινόμενα αυτά παραμένουν αποσπασματικά και δεν έχουν ακόμη κατορθώσει να επηρεάσουν αποφασιστικά τη βούληση των καθεστώτων του Κιέβου και της Μόσχας να συνεχίσουν τη φονική σφαγή.
Μεγάλη ευθύνη για τη συνέχιση του πολέμου φέρουν οι γραφειοκρατικές και οπορτουνιστικές ηγεσίες του εργατικού κινήματος στη Δυτική Ευρώπη, οι οποίες έχουν παραλύσει από την πολεμοχαρή προπαγάνδα των κυβερνήσεων τους και από μια υστερική ρωσοφοβία που αποδίδει αποκλειστικά στη Μόσχα την ευθύνη για τον πόλεμο. Στην παραπλάνηση της εργατικής συνείδησης πρωτοστάτησαν τα κόμματα της αστικής αριστεράς, συνεπικουρούμενα από τμήματα της οπορτουνιστικής και αυτοαποκαλούμενης «επαναστατικής» αριστεράς.
Η ελευθερία και η αυτοδιάθεση της Ουκρανίας από την «ρωσική αρκούδα» αποτέλεσαν το σύνθημα συσπείρωσης κυβερνήσεων και κρατών που ενδιαφέρονται αποκλειστικά να καρπωθούν τα οφέλη της αποικιοποίησης των ουκρανικών εδαφών, ορυχείων και εργατικής δύναμης.
Οι πολιτικές δυνάμεις που ευθυγραμμίζονται με τις ιμπεριαλιστικές πολιτικές της Ρωσίας έχουν επίσης διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην παράλυση ή την υπονόμευση πρωτοβουλιών ενάντια στο ξέσπασμα και τη συνέχιση του πολέμου μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας στο ουκρανικό έδαφος. Μια Ρωσία που ενοχικά συγχέεται με τη Ρωσία του παρελθόντος, παρότι οι ηγέτες της —τόσο ευνοϊκά διακείμενοι προς το τσαρικό παρελθόν, όσο και προς τον σημερινό επικεφαλής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού— ξεκαθάρισαν από την αρχή ότι βρίσκονταν και ήθελαν να παραμείνουν στην Ουκρανία για να διαγράψουν αυτό που θεωρούν «ιστορικό έγκλημα» των μπολσεβίκων: την αποδοχή της αυτοδιάθεσης του ουκρανικού λαού.
Το γεγονός παραμένει ότι η Ουκρανία είναι σήμερα ένα πεδίο ερειπίων, με εκατοντάδες χιλιάδες μη εκραγέντα πυρομαχικά και αντίστοιχες ποσότητες παλιοσίδερων, με τεράστιες εκτάσεις γόνιμης γης ακαλλιέργητες (λόγω εκτοπισμού πληθυσμών) ή ακατάλληλες για χρήση λόγω ναρκών — μια οικολογική καταστροφή που ξεπερνιέται μόνο από εκείνη της Γάζας. Και αν, όπως φαίνεται πιθανό, ο πόλεμος συνεχιστεί, το τίμημα θα είναι ακόμη πιο καταστροφικό.
Εδώ και καιρό γίνονται συζητήσεις για την ανοικοδόμηση της Γάζας και την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας. Όμως η πραγματικότητα είναι ότι στη Γάζα, η εκεχειρία παραβιάζεται διαρκώς από το σιωνιστικό κράτος (με πάνω από 400 Παλαιστίνιους σφαγιασμένους και χιλιάδες τραυματίες) κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών της υποτιθέμενης «κατάπαυσης του πυρός», και η γενοκτονία συνεχίζεται μέσω της προγραμματισμένης πείνας, της έλλειψης καταφυγίων και των χρόνιων ασθενειών. Η πραγματικότητα είναι ότι στην Ουκρανία ο πόλεμος δεν σταματά. Η πραγματικότητα είναι ότι σε ολόκληρο τον κόσμο, και ιδιαίτερα στην Ευρώπη, η κούρσα προς τον επανεξοπλισμό, την πολεμική οικονομία, την εθνικιστική προπαγάνδα, τη διείσδυση του πολεμικού λόγου στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, και η ανοιχτή αποδοχή του πολέμου ως αναγκαιότητας για το μέλλον, κερδίζουν ολοένα και μεγαλύτερη δυναμική.
Στην Ευρώπη, μετά τις αποφάσεις που έλαβε η ΕΕ (800 δισ. ευρώ για επανεξοπλισμό), η Γερμανία κινείται γρήγορα και συστηματικά προς αυτήν την κατεύθυνση. Το Βερολίνο δηλώνει ανοιχτά την επιθυμία του να εγκαινιάσει «μια νέα εποχή γερμανικής ηγεσίας» στην Ευρώπη, βασισμένη στον ανακτημένο ρόλο του ως βιομηχανικής μηχανής πολέμου. Όλα τα υπόλοιπα κράτη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι πιο επικριτικά προς τις Βρυξέλλες και πιο φιλικά προς τη Μόσχα, κινούνται στον ίδιο δρόμο — ανεξάρτητα από την πολιτική ταυτότητα των κυβερνήσεων τους. Πράγματι, συχνά είναι η λεγόμενη αριστερά (Εργατικοί ή Φιλελεύθεροι Δημοκράτες) που πρωτοστατεί στον ανεξέλεγκτο μιλιταρισμό, όπως συμβαίνει στο Ηνωμένο Βασίλειο με την κυβέρνηση Στάρμερ και στην Ιταλία με το Δημοκρατικό Κόμμα.
Ισχυρίζονται ότι «ο κύβος ερρίφθη». Μέσα σε μια κρίση της αυτοκινητοβιομηχανίας και μια γενική πτώση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, η στροφή στη μαζική παραγωγή θανάτου παρουσιάζεται στην εργατική τάξη ως λύση στην επισφάλεια και στη μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών. Η διαδικασία βρίσκεται ακόμη στα αρχικά της στάδια, αλλά —σε ένα πλαίσιο ανόδου του εθνικισμού και άγριου κρατικού ρατσισμού απέναντι στους μεταναστευτικούς πληθυσμούς— θα ήταν παράλογο να υποτιμηθεί ο κίνδυνος.
Η διεθνιστική αριστερά, και θεμελιωδώς η εργατική τάξη, καλούνται να το σταματήσουν. Η καταγγελία των σχεδίων του ΝΑΤΟ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα κάθε πρωτοβουλίας που στοχεύει στην έναρξη και την καθοδήγηση του αγώνα για τον άμεσο τερματισμό της σφαγής που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ουκρανία. Πρέπει να καταβληθεί η μέγιστη δυνατή προσπάθεια για να ανακοπεί η πολεμοχαρής δυναμική που επιδιώκει να στρέψει προλετάριους και λαούς τον έναν ενάντια στον άλλον ως «λύση» στην ιστορική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος, επιτρέποντας στις κυρίαρχες τάξεις των παλαιών και νέων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων να παραμένουν στην εξουσία. Το ίδιο το μέλλον της ανθρωπότητας εξαρτάται από αυτό, καθώς κινδυνεύει να καταβροχθιστεί από την καταστροφή ενός νέου γενικευμένου πολέμου.
Το μεγάλο κίνημα αλληλεγγύης προς τον παλαιστινιακό λαό και την αντίστασή του, που αναπτύχθηκε παγκοσμίως και κορυφώθηκε τους τελευταίους μήνες με απεργιακές πρωτοβουλίες στις οποίες συμμετείχε και το βιομηχανικό προλεταριάτο, έθεσε τις βάσεις για δράση ενάντια στην εγκαθίδρυση μιας πολεμικής οικονομίας και τον πολλαπλασιασμό των εστιών σύγκρουσης. Όμως αυτή η βάση, που γέννησε παντού μια νεανική και μαχητική «γενιά της Παλαιστίνης», πρέπει να παγιωθεί με μια οργανωμένη και διεθνώς συντονισμένη προσπάθεια, με στόχο την ανάπτυξη ενός μαζικού διεθνούς εργατικού κινήματος ενάντια στους πολέμους του κεφαλαίου, οικοδομώντας ένα στρατόπεδο των προλεταριακών και καταπιεσμένων μαζών, αυτόνομο και αντίπαλο προς τους ανταγωνιζόμενους ιμπεριαλιστικούς πόλους που καταπιέζουν τους λαούς και απειλούν να μας σύρουν σε έναν αναπόφευκτο παγκόσμιο πόλεμο.
Ένα θετικό σήμα ήρθε στις 5 Δεκεμβρίου από την ημέρα κινητοποίησης νεαρών φοιτητών στη Γερμανία ενάντια στην επαναφορά της υποχρεωτικής στράτευσης — ένα σήμα που πρέπει να αγκαλιαστεί και να επανεκκινήσει, ιδιαίτερα προς τις προλεταριακές μάζες, που έχουν παραλύσει από τις φιλοϊμπεριαλιστικές γραφειοκρατικές ηγεσίες τους μπροστά στην τάση προς τον παγκόσμιο πόλεμο και έχουν παραμείνει στο περιθώριο των περιορισμένων κινητοποιήσεων ενάντια στην κούρσα των εξοπλισμών και την πολεμική οικονομία. Η δύναμη να ανακοπεί αυτή η καταστροφική πορεία βρίσκεται, στην πραγματικότητα, στην επαναστατική δράση του προλεταριάτου και των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων μαζών όλων των χωρών, στην ικανότητά τους να δημιουργήσουν ένα διεθνές μέτωπο ικανό να ξεκαθαρίσει οριστικά τους λογαριασμούς με το αποσυντιθέμενο καπιταλιστικό σύστημα.
Στις 24 Φεβρουαρίου του περασμένου έτους οργανώθηκε μια συντονισμένη ημέρα δράσης σε περισσότερες από 20 χώρες ενάντια στον πόλεμο μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας στην Ουκρανία, στη γενοκτονία στην Παλαιστίνη και στους πολέμους του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Καλούμε σε διεθνή κινητοποίηση και επανάληψη αυτής της πρωτοβουλίας, αν είναι δυνατόν σε μεγαλύτερη κλίμακα, και προωθούμε μια διεθνή διαδικτυακή συνάντηση διεθνιστικών δυνάμεων
Κάτω ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος!
Κάτω οι κυβερνήσεις του πολέμου, του επανεξοπλισμού και της πείνας!
Διεθνής ενότητα και κινητοποίηση των εργατών της Ευρώπης — συμπεριλαμβανομένης Ουκρανίας-Ρωσίας — και όλου του κόσμου!
Φεβρουάριος 2026




Comments