Μαρξισμός, δικαιοσύνη και Σύνταγμα
- 5 days ago
- 5 min read

Εισήγηση Χαράλαμπου Κουρουνδή, Διδάκτορα Νομικής ΑΠΘ, μέλος ΔΣ Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης-ΔΣΘ, στη διάλεξη που πραγματοποίησε η Κομμουνιστική Απελευθέρωση στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2026 με θέμα: Η έννοια της δικαιοσύνης σήμερα: Πολιτικές και θεωρητικές επισημάνσεις
Ευχαριστίες. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται πολλά λόγια για να υποστηρίξει κανείς την επικαιρότητα της συζήτησης για τη δικαιοσύνη. Το αίτημα για δικαιοσύνη βρίσκεται στην προμετωπίδα του κινήματος που βγήκε στους δρόμους για το έγκλημα των Τεμπών, ενός κινήματος που οργάνωσε πέρσι τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις της ελληνικής Ιστορίας. Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση και τα παπαγαλάκια της έχουν πάντα μια εύκολη απάντηση: «εμπιστευόμαστε τη δικαιοσύνη», μας λένε, εννοώντας βεβαίως τη δικαστική εξουσία. Πολλά ακόμα παραδείγματα θα μπορούσαμε να σκεφτούμε, και θα αναφερθώ σε κάποια από αυτά παρακάτω, το βέβαιο όμως είναι ότι αυτή η συζήτηση δεν αφορά τον στενό κύκλο των νομικών αλλά κάθε άνθρωπο που αναζητά δρόμους αγώνα και ανατροπής του βάρβαρου συστήματος στο οποίο ζούμε.
Η συζήτηση για τη δικαιοσύνη δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από τη συζήτηση για το κράτος. Το σύγχρονο κράτος, από την αμερικανική και τη γαλλική επανάσταση και μετά, συγκρότησε μια ενιαία, απαραίτητη για την καπιταλιστική συσσώρευση, εθνική αγορά και έστησε την αναγκαία για την κυκλοφορία του κεφαλαίου διοικητική μηχανή. Η οριστική επικράτηση του καπιταλισμού σε διεθνή κλίμακα τον 19ο αιώνα δεν σήμανε αυτόματα το πέρασμα από τις (απόλυτες ή συνταγματικές) μοναρχίες στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Αυτή η εξέλιξη έγινε χάρη σε αγώνες, εξεγέρσεις και επαναστάσεις, να θυμίσω εδώ την «άνοιξη των λαών» του 1848 και το κύμα των επαναστάσεων που ακολούθησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και γκρέμισαν μια σειρά από αυτοκρατορίες. Αυτή η μετάβαση μετέβαλλε τη νομιμοποιητική βάση του κράτους: οι «ελέω Θεού» βασιλιάδες έδωσαν τη θέση τους στα «ελέω λαού» Κοινοβούλια, από τα οποία αναδεικνύονται οι κυβερνήσεις. Σ’ αυτό το δεδομένο στηρίζονται οι απολογητές του συστήματος για να παρουσιάσουν το κράτος ως υπερταξικό, αφού εκφράζει τη λαϊκή βούληση και προστατεύει το γενικό συμφέρον. Ταυτόχρονα, προβάλλουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική ως τρόπο αμοιβαίας εξισορρόπησης της εξουσίας, ώστε να αποφεύγεται η κατάχρησή της. Έτσι, η δικαιοσύνη συνδέεται με το κράτος δικαίου και, πολλές φορές, αναφέρεται ως συνώνυμο της δικαστικής εξουσίας.
Η δημοκρατία, λοιπόν, και μιλάμε εδώ για την αστική δημοκρατία, δεν παραχωρήθηκε, κατακτήθηκε σε σύγκρουση με την αστική τάξη. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Αγγλίας, όπου το εργατικό κίνημα των Χαρτιστών αγωνίστηκε σκληρά, με απεργίες, διαδηλώσεις και εξεγέρσεις, πετυχαίνοντας σταδιακές διευρύνσεις του δικαιώματος ψήφου και εκλογής. Με απλά λόγια, όταν οι απολογητές του συστήματος υμνούν τη δημοκρατία είναι σαν να απονέμουν στον καπιταλισμό παράσημα για μάχες που έχασε. Το καθολικό δικαίωμα ψήφου καθιερώθηκε στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες μετά το κύμα των επαναστάσεων που συνόδευσαν τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η ρωσική επανάσταση, η οποία όχι μόνο έδωσε δικαίωμα ψήφου σε όλους τους πολίτες (και στις γυναίκες), αλλά και αποτέλεσε παράδειγμα ώστε αστικά Συντάγματα, όπως το γερμανικό Σύνταγμα της Βαϊμάρης του 1919, να κατοχυρώσουν κοινωνικά δικαιώματα.
Το καθολικό δικαίωμα ψήφου και εκλογής για άνδρες και γυναίκες, καθώς και η καθιέρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων, γενικεύτηκε μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχαν παίξει η εργατική τάξη και οι γυναίκες στα κινήματα της Αντίστασης. Το γαλλικό Σύνταγμα του 1946, το ιταλικό Σύνταγμα του 1948, αλλά και τα Συντάγματα της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, που ψηφίστηκαν το 1975, 1976 και 1978 αντίστοιχα, μετά την πτώση των δικτατοριών, ήταν Συντάγματα συμβιβασμού. Οι συμβιβασμοί αυτοί, με τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο αποτυπώθηκαν σε κάθε χώρα, ήταν άνισοι: οι αστικές τάξεις αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν ελευθερίες και δικαιώματα στους από κάτω για να αποφύγουν την επαναστατική αμφισβήτηση της κυριαρχίας τους, αλλά διατήρησαν την εξουσία τους και τη δυνατότητα να την ασκήσουν πιο αυταρχικά όταν ο ταξικός συσχετισμός δύναμης το επιτρέπει.
Έτσι προέκυψαν οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες στη Δυτική Ευρώπη με τον τρόπο που τις γνωρίζουμε σήμερα. Η σταθερότητα της αστικής δημοκρατίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο δεν καθορίστηκε βέβαια τόσο από τις ρυθμίσεις των Συνταγμάτων, όσο από το ευνοϊκό περιβάλλον που της παρείχε η «χρυσή τριακονταετία» του καπιταλισμού, μια μακρά περίοδος οικονομικής ανάπτυξης που έκανε τις κρίσεις να μοιάζουν φαντάσματα του παρελθόντος. Ακόμα και όταν τα κινήματα του 1968 ράγισαν την εικόνα της συναίνεσης και η κρίση του 1973 ακύρωσε την υπόσχεση της διαρκούς ευημερίας, ακολούθησε μια αρκετά μακρόσυρτη περίοδος οικονομικών υφέσεων, που έδωσε χρόνο για την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού χωρίς συνταγματικές ρήξεις. Επιπλέον, η άνοδος στην κυβέρνηση σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων (σε κάποιες περιπτώσεις, όπως στη Γαλλία, με τη συμμετοχή και των κομμουνιστικών κομμάτων) σήμανε την πανηγυρική νομιμοποίηση της αστικής δημοκρατίας από πολιτικούς φορείς που στηρίζονταν από την οργανωμένη εργατική τάξη. Το αποτέλεσμα ήταν το σύστημα να απορροφά σε γενικές γραμμές τους κλυδωνισμούς χωρίς να καταφεύγει σε πραξικοπήματα και δικτατορίες. Αυτή η βιτρίνα έχει ραγίσει στην εποχή μας και η αστική τάξη δείχνει να μη χωράει στα Συντάγματα συμβιβασμού της προηγούμενης φάσης.
Με αυτές τις ιστορικές και θεωρητικές αφετηρίες, θα ήθελα να θέσω κάποιες ερωταπαντήσεις που νομίζω ότι ενδιαφέρουν πολύ κόσμο και μπορούν να δώσουν εναύσματα για διάλογο στη συζήτηση που θα ακολουθήσει:
1. Τι λέμε για τις διαφορετικές μορφές του αστικού κράτους; Από ποια σκοπιά είναι καλύτερη η αστική δημοκρατία από τις δικτατορίες;
2. Τι λέμε για τον δικαστικό έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων;
3. Ποια είναι τα θεσμικά αντίβαρα; Αν με ρωτούσε κάποιος ποια είναι τα σημαντικότερα δικαιώματα που έχουμε κατακτήσει θα έλεγα ότι δεν είναι, παρά τη μεγάλη σημασία τους, το δικαίωμα στην παιδεία, στην υγεία, στην κοινωνική ασφάλιση κλπ. Θα έλεγα ότι είναι τα δικαιώματα συλλογικής δράσης, δηλαδή η συνδικαλιστική ελευθερία, η ελευθερία των διαδηλώσεων, το δικαίωμα στην απεργία. Γιατί αυτά είναι που ενισχύουν την αυτενέργεια της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων γενικά, αυτά με τα οποία μπορούν να διεκδικήσουν και την παιδεία, την υγεία, την ασφάλιση κλπ.
4. Τι λέμε για την αυστηροποίηση των ποινών; Βιασμοί κλπ αλλά νέος ΠΚ.
5. Τι λέμε για την αναθεώρηση του Συντάγματος; Του άρθρου 16; Ο ρόλος της ανατρεπτικής αριστεράς δεν είναι να είναι φύλακας του αστικού Συντάγματος, αλλά να υπερασπίζεται τις αντιλειτουργικές για το σύστημα πτυχές του και να αγωνίζεται για τη διεύρυνση των δημοκρατικών και κοινωνικών κατακτήσεων χωρίς να απεμπολεί την προοπτική της επαναστατικής ανατροπής.
6. Εμείς πώς θα εγγυόμαστε τα δικαιώματα σε μια σοσιαλιστική κοινωνία; Η βαριά κληρονομιά του σταλινισμού από Φεραγιόλι. Εμείς θα έχουμε ανώτερο σύστημα εγγυήσεων, με υλική εγγύηση των δικαιωμάτων και πολλαπλές αντισταθμίσεις.
Παράλληλα όμως, αναγνωρίζει τη σημασία κατάκτησης δικαιωμάτων και ελευθεριών που βελτιώνουν τις θέσεις μάχης της εργατικής τάξης και γενικά των υποτελών. Σε αυτό το πλαίσιο, το Σύνταγμα θέτει μεν το πλαίσιο κοινωνικής κυριαρχίας της αστικής τάξης, λειτουργεί όμως ταυτόχρονα, όπως έγραψε ο Μαρξ, ως "φρούριο που προστατεύει τους πολιορκητές του", τους καταπιεσμένους.
Χαράλαμπος Κουρουνδής
Μάρτιος 2026




Comments