Πλευρές ανάπτυξης του καπιταλισμού στη γεωργία
- dimgov68
- 2 days ago
- 13 min read

Εισηγητική ομιλία του Γιώργου Κάργα, καθηγητή στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθήνας- ΓΠΑ), μέλος της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης, στην
διάλεξη με τίτλο: «Αγρότες και διατροφή στην εποχή της Ε.Ε. και της Μercosur» που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 30/1/2026
ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ
1. Έντονη συγκέντρωση της γης και της παραγωγής διαμέσου της αύξησης της άμεσης ιδιοκτησίας και κυρίως της ενοικίασης
Η συνολική καλλιεργούμενη έκταση στη χώρα μας είναι περίπου 35 εκατ. στρέμματα. Για το 2012 με ιδιόκτητα 200 στρέμματα και άνω ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων αποτελεί το 4,6% του συνόλου, ενώ στην κατοχή του έχει το 38,5% της καλλιεργούμενης έκτασης (13,5 εκατ. περίπου στρέμματα). Το 1990 τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 2,6% και 24,2% (8,5 εκατ. στρέμματα) (European Commission, 2012). Δηλαδή μέσα σε είκοσι χρόνια σχεδόν διπλασιάζεται ο αριθμός των πλούσιων αγροτών, οι οποίοι αυξάνουν τη γη τους κατά 5 εκατ. στρέμματα. Μάλιστα, αν συνυπολογίσουμε και το φαινόμενο της ενοικίασης της γης, που είναι ιδιαίτερα έντονο στους μεγαλοαγρότες, τότε οι πλούσιοι αγρότες πρακτικά καλλιεργούν με άμεσο και έμμεσο τρόπο διαμέσου της ενοικίασης πολύ μεγαλύτερη έκταση γεωργικής γης. Η φιγούρα του νέου τσιφλικά είναι ιδιαίτερα εμφανής στις βόρειες πεδινές περιοχές της χώρας (Θεσσαλία, Μακεδονία, Θράκη), ειδικά στις ετήσιες εκτατικές καλλιέργειες, όπως το βαμβάκι και το καλαμπόκι. Στις περιοχές αυτές η απαιτούμενη μεγάλη καλλιεργήσιμη γη και ο υψηλός βαθμός εκμηχάνισης δυσχεραίνει την αναπαραγωγή των μικρότερων εκμεταλλεύσεων με συνέπεια τη μεταβίβαση της περιουσίας με άμεσο ή έμμεσο τρόπο.
Στις νότιες περιοχές της χώρας και στα νησιά, κυρίως λόγω γεωμορφολογίας αλλά και άλλων παραγόντων, η συγκέντρωση της γης δεν έχει λάβει παρόμοιες διαστάσεις. Αν και στην περίπτωση της ελιάς παρατηρούνται αντίστοιχα φαινόμενα.
Όμως, στις περιοχές αυτές εμφανίζεται συγκέντρωση της παραγωγής, κυρίως μέσω θερμοκηπιακών καλλιεργειών, στις οποίες δεν απαιτείται μεγάλη συγκέντρωση της γης. Έτσι, ο μέσος όρος της γεωργικής έκτασης ανά εκμετάλλευση στη χώρα μας εμφανίζεται μικρός (50 στρέμματα) συγκριτικά με τον μέσο όρο στην ΕΕ (130 στρέμματα) (Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Διοικητικός Τομέας Κοινοτικών Πόρων και Υποδομών, 2007). Πολλές φορές αστοί οικονομολόγοι υπερτονίζουν τον μέσο όρο και υποτιμούν τις βαθύτερες διεργασίες καπιταλιστικής συγκέντρωσης της γης και της παραγωγής, οι οποίες είναι ραγδαίες.
Στη ζωική παραγωγή η συγκέντρωση της παραγωγής στη χώρα μας είναι ακόμα μεγαλύτερη. Στη βοοτροφία το 21% των εκμεταλλεύσεων κατέχει το 72% των ζώων, στην προβατοτροφία το 9% κατέχει το 43,5 % των ζώων, στη χοιροτροφία το 2% κατέχει το 77% των ζώων και στην πτηνοτροφία το 0,42% κατέχει το 76% των πτηνών. Στις ιχθυοκαλλιέργειες η συγκέντρωση της παραγωγής είναι ακόμα μεγαλύτερη.
Η ανάπτυξη του καπιταλισμού σάρωσε τις θεωρίες περί ανθεκτικότητας του μικρού αγροτικού νοικοκυριού και μη προσαρμογής του στην αγορά.
2. Ενδυνάμωση της κυριαρχίας του κεφαλαίου στα γεωργικά εφόδια, στα τρόφιμα και στη μεταποίηση των αγροτικών προϊόντων
2.1 Παγκόσμιες τάσεις
Ανάπτυξη του ηγεμονικού ρόλου των πολυεθνικών- πολυκλαδικών μονοπωλίων, που αποτελούν μια υπεραναπτυγμένη σχέση παραγωγής και κυριαρχίας του κεφαλαίου. Μερικοί αστοί οικονομολόγοι χρησιμοποίησαν τον όρο γάμοι της κόλασης για τις συγχωνεύσεις που έγιναν περίπου στο 2015.
Η πρώτη συγχώνευση αφορά την γερμανική εταιρεία Bayer και την αμερικάνικη Monsanto το 2016. Το 2015 είχαν ετήσιες πωλήσεις που ξεπερνούσαν τα 25 δισ. δολάρια.
Η δεύτερη συγχώνευση έγινε μεταξύ των Dow Chemicals και DuPont. Το 2015 συγκέντρωναν το ένα τέταρτο των παγκόσμιων πωλήσεων στην αγορά των αγροχημικών και σπόρων, με ένα ποσό που ξεπέρασε τα 18 δισ. δολάρια.
Η τρίτη συγχώνευση αφορά τον κινέζικο κολοσσό ChemChina και την ελβετική Syngenta. H ChemChina, εξαγόρασε το 2016 τη Syngenta αντί 42 δισ. ευρώ. Το 2015 οι δύο εταιρείες συγκέντρωσαν 15 δισ. δολάρια από πωλήσεις αγροχημικών και σπόρων παγκοσμίως.
Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας το γενετικό υλικό, σε τέτοια μαζική έκταση, έχει γίνει πλέον ατομική ιδιοκτησία των Πολυεθνικών Πολυκλαδικών Μονοπωλίων (ΠΠΜ) τα οποία κατοχυρώνουν τις πατέντες γενετικού υλικού (σπόροι) και ελέγχουν πλέον σε παγκόσμιο επίπεδο το διατροφικό σύστημα. Η διαδικασία αυτή επιταχύνθηκε μετά τις συμφωνίες στα πλαίσια του ΠΟΕ. Δεν ήταν τυχαία η απαίτηση των ΗΠΑ για ενσωμάτωση στις συμφωνίες του ΠΟΕ της ειδικότερης συμφωνίας με το όνομα TRIPS για την κατοχύρωση των ιδιοκτησιακών και των πνευματικών δικαιωμάτων σ’ όλο το νέο γενετικό υλικό. Ετσι έχουμε την μετατροπή του σπόρου από κοινό πλουτοπαραγωγικό πόρο ελεγχόμενο και παραγόμενο από τον αγρότη σε άμεσα ελεγχόμενο από το κεφάλαιο. Η κυριαρχία αυτού του φαινομένου οδηγεί και στην καταστροφή της γενετικής ποικιλότητας λόγω της μονοκαλλιέργειας.
Είναι προφανές ότι αυτή η τεράστια συγκέντρωση δύναμης επιβάλλει τους νόμους της και τους κανόνες της αλλά πάνω από όλα επιβάλλει την λογική του κέρδους. Η πολιτική της ΕΕ του ΔΝΤ και του ΠΟΕ αυτή την δύναμη ενισχύει.
Η κυριαρχία αυτών των κολοσσών προχώρησε παράλληλα με την τεράστια καταστροφή και τις ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων συστημάτων παραγωγής σπόρων, λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων σε παγκόσμιο επίπεδο κάτι που συχνά ξεχνιέται.
Στο πλαίσιο λοιπόν της γενικότερης κρίσης του συστήματος για απόσπαση υπεραξίας, οι απαιτήσεις για αύξηση του ποσοστού κέρδους των πολυεθνικών εταιρειών είναι προφανές ότι μετατρέπουν το φυσικό, το οικολογικό και το γενετικό περιβάλλον σε χρυσή εφεδρεία, σε νέα ενδοχώρα για την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής αξιοποιώντας τις κατακτήσεις της βιοτεχνολογίας.
2.2 Τάσεις στην χώρα μας στην μεταποίηση γεωργικών προϊόντων και στα τρόφιμα.
Δέκα εταιρείες ελέγχουν το σύνολο σχεδόν των εμπορικών σημάτων διατροφής στην χώρα μας:
COCA COLA, VIVARTIA, NESTLE, ΟΜΙΛΟΣ ΣΑΡΑΝΤΗ, ΜΕΒΓΑΛ, ΜONDELEZ, ΠΙΝΔΟΣ, ΚΡΙ-ΚΡΙ, ΕΨΑ, ΟΜΙΛΟΙ ΛΟΥΛΗ, με κύκλο εργασιών περίπου 20 δις ετησίως.
Ο όμιλος Vivartia έχει περίπου 110 επιχειρήσεις και δραστηριοποιείται σε 29 χώρες. Κατέχει το 40% του γάλακτος, το 20% των χυμών (Life) και το 70% των κατεψυγμένων λαχανικών. Στη μαζική εστίαση κυριαρχεί μέσω των εταιρειών Goody’s και Everest. Ο όμιλος VIVARTIA δημιουργήθηκε το 2006 από την συγχώνευση της ΔΕΛΤΑ και της CHIPITA, το 2007 αγοράστηκε από την MARFIN και το 2021 από την CVC (FUND). O όμιλος ΦΑΓΕ έχει 50 εταιρείες και δραστηριοποιείται σε γάλα, χυμούς (Refresh), παγωτά και αρτοσκευάσματα.
Ισχυρά ανερχόμενος είναι ο όμιλος Σαράντη ο οποίος έχει εξειδίκευση στην εξαγορά συνεταιριστικών επιχειρήσεων (Όλυμπος, Ροδόπη το 2008, Δωδώνη, Αγνό, TYROM SA, TYRBUL S.A.).
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι ότι μικρές επιχειρήσεις και παραγωγοί βρίσκονται γύρω από τη στεφάνη των μεγάλων με την μορφή της συμβολαιακής γεωργίας.
Μάλιστα, σε ορισμένους κλάδους στους οποίους μπορεί σχετικά ευκολότερα να καθετοποιηθεί η παραγωγή, το κεφάλαιο έχει στην ιδιοκτησία του όλο το κύκλωμα παραγωγής, π.χ. αμπέλια-οίνος. Σε διάφορες περιοχές της χώρας, όπως στην Αρκαδία, την Κορινθία και τη Βόρεια Ελλάδα, έχουν διαμορφωθεί σύγχρονες καπιταλιστικές επιχειρήσεις, π.χ. Οινοποιία Τράπεζας Πειραιώς.
3. Εκτίναξη των εξαγορών και των ιδιωτικοποιήσεων, ειδικά μετά το 1990 και πιο συγκεκριμένα μετά τις συμφωνίες στον ΠΟΕ το 1996, όπου επηρεάστηκε κάθε πλευρά της αγροτικής παραγωγής.
Με τις συμφωνίες του Γύρου της Ουρουγουάης 1993-1996, απελευθερώνεται το παγκόσµιο εµπόριο στα αγροτικά προϊόντα και καταργείται σταδιακά κάθε στήριξη των αγροτικών προϊόντων της ΕΕ και των εξαγωγικών επιδοτήσεων.
3.1 Σημαντικό ρόλο στην προώθηση των αναδιαρθρώσεων και των ιδιωτικοποιήσεων διαδραμάτισε η μετατροπή της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος (ΑΤΕ) το 1991 από πιστωτικό ίδρυμα σε καθαρά εμπορική τράπεζα (ΑΕ) και η μετέπειτα εισαγωγή της στο χρηματιστήριο το 2000. Η ΑΤΕ είχε ιδρυθεί το 1929, λίγα χρόνια μετά τον ερχομό των προσφύγων, με στόχους, όπως ανέφερε ο ιδρυτικός νόμος, την άσκηση αγροτικής πίστεως σε όλες τις μορφές της, την ενίσχυση της συνεταιριστικής οργάνωσης και τη βελτίωση των όρων διεξαγωγής των πάσης φύσεως αγροτικών συναλλαγών στην ελληνική επικράτεια. Έτσι, με το νομοσχέδιο εκείνο ιδρύθηκε η ΑΤΕ ως κοινωφελής οργανισμός, δηλαδή χωρίς μετόχους και χωρίς κερδοσκοπικό χαρακτήρα.
Μια δεκαετία μετά τη μετάλλαξη της ΑΤΕ και την μετατροπή σε ΑΕ μόνο το 13% των χορηγήσεών της κατευθυνόταν στους αγρότες και στους συνεταιρισμούς. Το 2012, έπειτα από μια διαδικασία −λόγω PSI− συνεχών απομειώσεων της αξίας των θυγατρικών κ.λπ., η τράπεζα θεωρήθηκε «μη βιώσιμη» και χαρίστηκε στην Τράπεζα Πειραιώς έναντι του εξευτελιστικού τιμήματος των 100 εκατ. ευρώ, τη στιγμή που η ακίνητη περιουσία της ξεπερνούσε το 1 δισ. ευρώ.
Με μια σειρά νόμους (2169/1993, 2810/2000) θεσμοθετήθηκε η «συνεργασία» των συνεταιρισμών με το ιδιωτικό κεφάλαιο σε κοινές ΑΕ. Στο πλαίσιο αυτών των ρυθμίσεων οι κυβερνήσεις και η ΑΤΕ, αξιοποιώντας τα χρέη των συνεταιρισμών, τα οποία είχαν εκτοξευτεί λόγω, μεταξύ άλλων, της τεράστιας αύξησης των επιτοκίων δανεισμού μετά τη μετατροπή της ΑΤΕ σε εμπορική τράπεζα, τους πίεζαν να μετατρέψουν τις δραστηριότητές τους, να λειτουργήσουν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, και να πουλήσουν μέρος των μετοχών τους στο ιδιωτικό κεφάλαιο, με στόχο να εξασφαλίσουν τάχα τα απαιτούμενα κεφάλαια για την ανάπτυξή τους και το κυριότερο παραχωρώντας τη διοίκηση-διεύθυνση αυτών των ΑΕ στους ιδιώτες. Αυτό το οποίο εμφανιζόταν τότε ως σωτηρία των συνεταιρισμών αποδείχτηκε ότι οδήγησε στην καταστροφή τους. Όσα περιγράφηκαν παραπάνω αποτελούν μια πορεία κυριαρχίας των μεγαλοαγροτών πάνω στους συνεταιρισμούς και πρόσδεσης των συνεταιρισμών στο μεταποιητικό και στο εμπορικό κεφάλαιο.
Έτσι, όλη η υποδομή της αγροτικής παραγωγής πέρασε στα χέρια του κεφαλαίου. Ό,τι είχε δημιουργηθεί με το αίμα και τον ιδρώτα των εργαζομένων και των μικροαγροτών για έναν περίπου αιώνα παραδόθηκε στο κεφάλαιο.
Οι περισσότερες τριτοβάθμιες συνεταιριστικές οργανώσεις και εταιρείες που είχαν ως αντικείμενο τη μεταποίηση και την εμπορία των αγροτικών προϊόντων ή τη διακίνηση αγροτικών μηχανημάτων και εφοδίων έκλεισαν τη δεκαετία του 1990-2000. Η εξέλιξη αυτή πρέπει να συσχετιστεί με την προσπάθεια εξυγίανσης του χαρτοφυλακίου της ΑΤΕ, στην οποία είχαν όλα τα χρέη τους οι συνεταιρισμοί, για να μπορέσει η ΑΤΕ να μπει στο χρηματιστήριο στο πλαίσιο των γενικότερων αποκρατικοποιήσεων.
Μετά το 2000 πωλήθηκαν, ιδιωτικοποιήθηκαν ή έκλεισαν μια σειρά σημαντικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις που είχαν απομείνει (ΔΩΔΩΝΗ, ΣΕΚΑΠ, Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης κ.λπ.).
3.2 Ανάλογο φαινόμενο εμφανίζεται και στην περίπτωση των πέντε βιομηχανιών παραγωγής λιπασμάτων: της Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων (ΑΕΕΧΠΛ) στη Δραπετσώνα, των Χημικών Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος (ΧΒΒΕ) στη Θεσσαλονίκη, της Βιομηχανίας Φωσφορικών Λιπασμάτων (ΒΛΦ) Νέας Καρβάλης και της κρατικής ΑΕΒΑΛ στην Κοζάνη για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων από αμμωνία με αξιοποίηση του λιγνίτη. Το 1992 με την απελευθέρωση και της αγοράς λιπασμάτων άρχισε γι’ αυτές η αντίστροφη μέτρηση.
Συγκεκριμένα, η ΑΕΒΑΛ, που λειτουργούσε στην Πτολεμαΐδα και το 1990 απασχολούσε 1.000 εργαζομένους, έκλεισε οριστικά το 1998. Η Λιπάσματα Δραπετσώνας ΑΕ –την οποία διαδέχτηκε η Συνεταιριστικά Λιπάσματα ΑΕ−έκλεισε το 1999, αφήνοντας στο δρόμο περίπου 700 εργαζομένους.
Το 2005 η ΒΦΛ της Νέας Καρβάλης απορρόφησε το εργοστάσιο της ΧΒΒΕ στη Θεσσαλονίκη, οπότε προέκυψε η εταιρεία ΒΦΛ ΑΕ με μετόχους την Εμπορική και την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ), που κατείχαν ποσοστά 66% και 34% αντίστοιχα. Ωστόσο, η ταυτόχρονη λειτουργία των δύο εργοστασίων στη συνέχεια κρίθηκε προβληματική. Έτσι, το 2006, με σχέδιο «χρηματοοικονομικής εξυγίανσης» δεκαετούς διάρκειας, έκλεισε το εργοστάσιο της Θεσσαλονίκης. Στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) του 2009, ο τότε πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής ανακοίνωσε την πώληση της ΒΦΛ ΑΕ στον Λ. Λαυρεντιάδη. Το 2010 η εταιρεία εντάχθηκε στον όμιλο Λαυρεντιάδη ως ELFE. Ο καινούριος ιδιοκτήτης προχώρησε στη σύσταση νέας εταιρείας, της Ελληνικά Αγροτικά Λιπάσματα (ΕΛΛΑΓΡΟΛΙΠ), η οποία υπέγραψε σύμβαση με την ΕLFE για να εμπορεύεται τα λιπάσματα και να διαχειρίζεται τις μονάδες νιτρικών, θειικού οξέος και αμμωνίας. Έξι μήνες μετά δημιουργήθηκε η PFIC, η οποία ανέλαβε τις υπόλοιπες μονάδες του εργοστασίου (συνθετικών λιπασμάτων, φωσφορικού οξέος, κ.λπ.) αφήνοντας επί της ουσίας χωρίς αντικείμενο την ELFE.
Μέσω αυτής της διαδικασίας των εξαγορών και των ιδιωτικοποιήσεων ο αριθμός των εργαζομένων στις λιπασματοβιομηχανίες μειώθηκε κατακόρυφα με απολύσεις και «εθελούσιες» εξόδους, ενώ οι επαναπροσλήψεις στις νέες εταιρείες έγιναν με ατομικές συμβάσεις.
3.3 Η ΕΒΖ, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, ιδρύθηκε το 1960. Το πρώτο εργοστάσιο στη Λάρισα λειτούργησε το 1961, το δεύτερο το 1962 στο Πλατύ, το τρίτο το 1963 στις Σέρρες, το τέταρτο το 1972 στην Ξάνθη και το 1975 άνοιξε το πέμπτο στην Ορεστιάδα και είναι ο μοναδικός μέτοχος δύο εργοστασίων ζάχαρης στη Σερβία. Βασικός μέτοχος ήταν η Αγροτική Τράπεζα. Άμεσα συνδεδεμένοι με την ΕΒΖ ήταν 20.000 αγρότες που ασχολούνταν με την τευτλοκαλλιέργεια. Μετά την μείωση της ποσόστωσης της τευτλοπαραγωγής από την ΕΕ, τα εργοστάσια έκλεισαν και κατέληξαν στα χέρια του Καραναστάση ο οποίος χρώσταγε στην ΕΒΖ τεράστια ποσά διότι εμπορευόταν την ζάχαρη της ΕΒΖ.
4. Ραγδαία μείωση των μικροαγροτών
Σε 17 χρόνια (1988-2005) τα νοικοκυριά που άμεσα ή έμμεσα σχετίζονται με τη γεωργία μειώθηκαν από 923.000 σε 824.000. Στο διάστημα αυτό τα μικρά και μεσαία αγροτικά νοικοκυριά περιορίστηκαν κατά 130.000, ενώ τα μεγάλα νοικοκυριά διπλασίασαν το ποσοστό τους από 4,8% σε 9,2%. Το 2013 ο αριθμός των αγροτικών νοικοκυριών είναι περίπου 680.000. Η συνεχιζόμενη μείωση προέρχεται πάλι από τους μικρούς και τους μεσαίους αγρότες, ενώ οι μεγάλοι αυξάνονται σταθερά. Στον ευρωπαϊκό βωμό λοιπόν θυσιάζονται οι φτωχοί και οι μεσαίοι αγρότες. Όλη την περίοδο εφαρμογής της ΚΑΠ σημειώνεται μεγάλη μείωση των μικρών αγροτικών νοικοκυριών τόσο σε απόλυτους όσο και σε σχετικούς αριθμούς. Ταυτόχρονα όμως έχουμε και το σχηματισμό κεφαλαιοκρατικών νοικοκυριών που βασίζονται στη μισθωτή εργασία.
Ένα επιπλέον στοιχείο το οποίο αποτυπώνει με μεγάλη σαφήνεια την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η συντριπτική πλειονότητα των αγροτών, αλλά πάντα το «ξεχνούν» οι διάφοροι αναλυτές και δημοσιογράφοι αφορά το θέμα της ασφάλισης των αγροτών. Ο κάθε αγρότης μπορούσε να επιλέξει να πληρώνει εισφορές μεταξύ επτά ασφαλιστικών κατηγοριών. Από τα διαθέσιμα στοιχεία φαίνεται ότι το 2011 από τους 700.000 ασφαλισμένους αγρότες στην κατώτερη κατηγορία έχουν ενταχθεί 530.000 αγρότες, ενώ στις δύο ανώτερες περίπου 60.000 ουσιαστικά μεγαλοαγρότες. Η κατώτερη κατηγορία πληρώνει στον ΟΓΑ 536 ευρώ ετησίως. Η σύνταξη στα 67 χρόνια ζωής που θα πάρει αυτό το τμήμα αγροτών είναι περίπου 400 ευρώ. Φαίνεται από τα παραπάνω ότι οι μικροί και μεσαίοι αγρότες δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν ούτε εισφορές για μια αξιοπρεπή σύνταξη.
5. Ενδυνάμωση της πολυαπασχόλησης των μικροαγροτών και των νέων μορφών παραγωγής, π.χ, συμβολαιακή γεωργία
Πριν από την πλήρη έξοδο του μικροαγρότη από τη γεωργική παραγωγή συνήθως έχουμε ενδυνάμωση του φαινομένου της πολυαπασχόλησης. Τα πολυαπασχολούμενα νοικοκυριά είναι εκείνα των οποίων ο αρχηγός δεν δηλώνει αγρότης, αλλά λαμβάνουν κάποιο πρόσθετο εισόδημα από τη γεωργία. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει κυρίως εργατοαγρότες εποχιακά εργαζόμενους, π.χ. στον τουρισμό ή την οικοδομή, οι οποίοι παράλληλα διατηρούν και τη γεωργική εκμετάλλευση για συμπληρωματικό εισόδημα. Επίσης, εδώ περιλαμβάνονται και μισθωτοί των πόλεων, που διατηρούν συνήθως δενδρώδεις καλλιέργειες, π.χ. ελιές. Όπως αναφέρει ο Λένιν στο έργο του «Το αγροτικό ζήτημα και οι “κριτικοί” του Μαρξ», «ο εργάτης του Χαγκσφέλντ είναι ταυτόχρονα και εργοστασιακός εργάτης και αγρότης». Μόνο που σήμερα αυτός ο τύπος εργαζομένου πλήττεται διπλά: και από τη δυσκολία αναπαραγωγής του ως αγρότης αλλά και από την ανεργία που τον απειλεί ως εργάτη. Η αυξανόμενη ανάγκη για εργασία έξω από το νοικοκυριό δύσκολα πλέον μπορεί να καλυφθεί. Μάλιστα, ειδικά στις βόρειες πεδινές περιοχές, όπου η συγκέντρωση της γης και της παραγωγής προχώρησε με ταχείς ρυθμούς, η μετανάστευση δεν σταμάτησε, π.χ. προς τη Γερμανία, τις μετέπειτα δεκαετίες.
Η ένταξη στην ΕΕ ενίσχυσε τη διαδικασία της πολυαπασχόλησης και ταυτόχρονα της εκκαθάρισης των μικροαγροτών, ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς ότι στη χώρα μας είχε γίνει ήδη μεγάλη αγροτική εκκαθάριση τις δεκαετίες του 1960 και του 1970.
Η επέκταση του φαινομένου της συμβολαιακής γεωργίας, εκτός από τις παραδοσιακές καλλιέργειες, π.χ. βιομηχανική ντομάτα, στις καινούριες ενεργειακές καλλιέργειες, την οινοποιία καθώς και την κτηνοτροφία (γαλακτοβιομηχανίες) οδηγεί στην άμεση πρόσδεση και υποταγή των μικροαγροτών και των εργατοαγροτών στο μεταποιητικό κεφάλαιο. Η παραγωγή διαμέσου συμβολαίων που αφορούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των προϊόντων και τον όγκο της παραγωγής εξαφανίζει και τα τελευταία ίχνη ανεξαρτησίας του αγρότη και αυξάνει την εκμετάλλευσή του από το κεφάλαιο. Έτσι βαθαίνει ποσοτικά και ποιοτικά η υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο.
6. Αύξηση της μισθωτής εργασίας στα κεφαλαιοκρατικά κυρίως νοικοκυριά
Οι ανάγκες σε μισθωτή εργασία στην ελληνική γεωργία καλύπτονται σχεδόν αποκλειστικά από μετανάστες. Η μέση μη οικογενειακή μισθωτή απασχόληση στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις διπλασιάστηκε τη δεκαετία που ακολούθησε την άφιξη των μεταναστών. Τα 2/3 των νοικοκυριών απασχολούν μετανάστες για κάποιες μέρες το χρόνο, ενώ το 10% των εκμεταλλεύσεων απασχολούσε μετανάστες με μόνιμη μισθωτή εργασία.
Η έκταση της απασχόλησης των μεταναστών συνδέεται άμεσα με το μέγεθος της εκμετάλλευσης. Πιο συγκεκριμένα, σε εκτάσεις 30-50 στρεμμάτων οι μετανάστες προσφέρουν κατά μέσο όρο 62 ημερομίσθια/έτος, σε εκτάσεις 50-100 στρεμμάτων 160 ημερομίσθια/έτος και σε εκτάσεις 100-200 στρεμμάτων 180 ημερομίσθια/έτος. Στις εντατικές γεωργικές εκμεταλλεύσεις (θερμοκήπια, ιχθυοκαλλιέργειες) απασχολούνται κατ’ αποκλειστικότητα μετανάστες και με πιο άθλιους όρους. Η ανταγωνιστικότητά τους στηρίζεται στην εξαθλίωση χιλιάδων μεταναστών. Έτσι, στην αγροτική παραγωγή λαμβάνει χώρα μια διπλή διαδικασία: από τη μία πετιούνται εκτός παραγωγής οι μικροαγρότες, αλλά από την άλλη αυξάνεται μια ρευστή μάζα εργατικού δυναμικού, η οποία γίνεται μόνιμο χαρακτηριστικό του αγροτικού χώρου. Η αύξηση της μισθωτής εργασίας στη γεωργική παραγωγή θέτει επί τάπητος το ζήτημα της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργατών γης.
Περί διατροφικής επάρκειας
Βασικό στοιχείο του άλλου δρόμου είναι η οργάνωση της αγροτικής παραγωγής με κριτήριο την ικανοποίηση των διατροφικών και των αναγκών σε ένδυση των εργαζόμενων και ΟΧΙ το κέρδος και τις εξαγωγές. Οι περισσότερο φτωχές χώρες στον πλανήτη είναι οι χώρες εκείνες των οποίων η γεωργική παραγωγή βασίζεται κυρίως στις εξαγωγές, π.χ. μπανάνες, καφές και τσάι. Μια αγροτική παραγωγή βασισμένη μόνο στις εξαγωγές και στο κέρδος οδηγεί σε πείνα και δυστυχία τους μικροαγρότες.
Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα ο γνωστός τότε γεωργοοικονομολόγος Μπουλγκάκοφ έλεγε:
"δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε συνθήκες υπερπληθυσμού πρέπει να θεωρηθεί ότι ορισμένο μέρος της φτώχειας οφείλεται στην απόλυτη φτώχεια, στη φτώχεια της παραγωγής. "
Με λίγα λόγια, κατά την άποψή του, η φτώχεια οφείλεται στη χαμηλή παραγωγή τροφίμων. Συνεπώς, η αντιμετώπισή της είναι κυρίως τεχνικό-τεχνολογικό ζήτημα ανεξάρτητη από τις σχέσεις παραγωγής. Η αντίληψη αυτή ήταν μια καθαρή συνηγορία υπέρ των επικρατουσών κοινωνικοοικονομικών σχέσεων παραγωγής.
Απάντηση στην άποψη αυτή έδωσε τότε ο Λένιν τονίζοντας ότι:
"Δεν μεγάλωσαν οι δυσκολίες για την παραγωγή προϊόντων διατροφής μα οι δυσκολίες για την απόκτησή τους από τους εργαζόμενους, και μεγάλωσαν γιατί η κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη οδήγησε στη συγκέντρωση της αγροτικής οικονομίας στα χέρια των μεγάλων και μικρών κεφαλαιοκρατών […]"
Ειδικά στη σημερινή εποχή έχει οξυνθεί η αντίφαση ανάμεσα στην παραγωγή τροφίμων και στη δυνατότητα απόκτησής τους. Η τεράστια επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος έχει οπωσδήποτε κάνει σχετικά ευκολότερη την παραγωγή τροφίμων, ταυτόχρονα όμως η φτώχεια και πείνα εξαπλώνονται ακόμα περισσότερο.
Αν παρατηρήσει κάποιος προσεκτικά, θα δει ότι ύστερα από έναν αιώνα η Monsanto επιστρατεύει τα ίδια επιχειρήματα με τον Μπουλγκάκοφ για να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα των γενετικά μεταλλαγμένων.
Μάλιστα ο Λένιν, αναφερόμενος στους αστούς οικονομολόγους, έλεγε ότι πίσω από το εμπόριο δεν βλέπουν τις διαμορφούμενες ταξικές σχέσεις. Έτσι, αναφερόμενος στις εισαγωγές σιτηρών στη Δ. Ευρώπη, έλεγε:
Οι επιστήμονές μας ξέχασαν μία λεπτομέρεια: ότι μείωση του αγροτικού πληθυσμού παρατηρείται σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, τόσο στις σιτοπαραγωγούς όσο και σε εκείνες που εισάγουν σιτηρά.
Τα αναφέρουμε αυτά γιατί δυνάμεις ακόμα και στην Αριστερά ανάγουν σε κύριο πρόβλημα της αγροτικής παραγωγής το πρόβλημα της καταστροφής του υπάρχοντος του παραγωγικού ιστού, χωρίς παραγωγούς θα πεινάσουμε κ.λπ.
Μια τέτοια άποψη υπονοεί ότι σωτηρία για το μικροπαραγωγό και τους εργαζομένους θα είναι η αύξηση της παραγωγής και η «ανάπτυξη» μέχρι την επίτευξη εξαγωγών αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα το θέμα των σχέσεων παραγωγής και της ΕΕ. Όμως, στην περίπτωση αυτή, η καπιταλιστική ανάπτυξη θα καταστρέψει πάλι το μικροπαραγωγό και θα δυσκολέψει την απόκτηση τροφών για το λαό. Μήπως αυτό το φαινόμενο δεν παρατηρείται στην Ινδία και τη Βραζιλία, που είναι κυρίως εξαγωγικές χώρες σε αγροτικά προϊόντα;
Επιπρόσθετα, μια τέτοια άποψη τείνει να υποστηρίξει τον λεγόμενο παραγωγικό ιστό ο οποίος έχει προκύψει από την προηγούμενη καπιταλιστική ανάπτυξη. Προκύπτουν ωστόσο τα εξής ερωτήματα:
Μήπως αυτός ο ιστός ικανοποιούσε τις λαϊκές ανάγκες σε διατροφή και ένδυση ή πολύ περισσότερο αναπτύχθηκε με κριτήριο την κάλυψη αυτών των αναγκών;
Την περίοδο που η χώρα μας καλλιεργούσε πολύ μεγαλύτερες εκτάσεις σε βαμβάκι και έκανε εξαγωγές είχε λυθεί το πρόβλημα της καλής και φτηνής ένδυσης του πληθυσμού της; Μήπως το ζήτημα της ένδυσης είχε αντιμετωπιστεί όταν είχαμε πολύ περισσότερους μικρούς παραγωγούς;
Επιπλέον, τέτοιες αντιλήψεις αδυνατούν εντελώς να αντιμετωπίσουν την καπιταλιστική ανάπτυξη σε κλάδους της αγροτικής παραγωγής είτε σήμερα, την περίοδο της κρίσης, είτε στο μέλλον. Η τεράστια ανάπτυξη των ιχθυοκαλλιεργειών στη χώρα μας οδήγησε σε αύξηση της κατανάλωσης ψαριών για τους εργαζομένους;
Η καταστροφή κλάδων της καπιταλιστικής οικονομίας είτε κατά τη διάρκεια της καπιταλιστικής ανάπτυξης είτε στην κρίση δεν είναι καθόλου καινούριο φαινόμενο: πρόκειται για μια συνήθη διαδικασία, η οποία σε συνθήκες κρίσης μπορεί να λάβει παροξυσμικά χαρακτηριστικά. Το φαινόμενο αυτό στην αγροτική παραγωγή επιταχύνθηκε μετά τις συμφωνίες στον ΠΟΕ για φιλελευθεροποίηση του εμπορίου των γεωργικών προϊόντων και μετά τη δημιουργία της ενιαίας αγοράς στην ΕΕ.
Το παράδειγμα της βραζιλιάνικης σόγιας, κατεξοχήν εξαγωγικού προϊόντος, που παράγεται σε αγροκτήματα δεκάδων χιλιάδων στρεμμάτων κάτω από εκμεταλλευτικές σχέσεις, ενώ το εμπόριό της το ελέγχουν πολυεθνικοί γίγαντες, είναι ενδεικτικό για το αν αντιμετωπίζεται η πείνα στην Βραζιλία.
Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι πώς θα υπερασπιστούμε κάποιον παλιό καλό παραγωγικό ιστό, αλλά το πώς θα εξασφαλιστούν οι ανάγκες για υγιεινή και φτηνή διατροφή του λαού.
Δεν αρκεί να αλλάξει ο κτήτορας, αλλά πρέπει να μετασχηματίσουμε και το κτήμα…
Γιώργος Κάργας
30/1/2026




Comments