Εισήγηση για την Εργατική Συνδιάσκεψη, Μέρος Α
- 2 hours ago
- 52 min read

Εισήγηση της Πολιτικής Επιτροπής
για την εργατική συνδιάσκεψη της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης,
η οποία θα πραγματοποιηθεί τον Οκτώβριο 2026 στην Αθήνα
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στο ιδρυτικό 1ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης διατυπώσαμε την ανάγκη να αναμετρηθούμε με τις εκτιμήσεις που είχαμε κάνει στο τελευταίο (5ο) Συνέδριο του ΝΑΡ, στις Θέσεις του οποίου αναφερόταν: «Η κοινωνική μας σύνθεση και οι αδύναμοι δεσμοί μας με την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα αποτελούν πρόβλημα που επιδρά, κοινωνικά-πολιτισμικά, συνολικά και συγκεκριμένα, σε όλο το πλέγμα των ανεπαρκειών και αντιφάσεών μας: στην έλλειψη σχεδιασμού, στην ανάλογη διάταξη των δυνάμεων, στην ανάληψη πρωτοβουλιών παρέμβασης και ανάπτυξής μας τόσο στα τμήματα της εργατικής τάξης που εργάζονται σε καίριους τομείς της παραγωγής όσο και στα πιο πληβειακά κομμάτια της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, στην αδυναμία αντιμετώπισης των δυσκολιών προσαρμογής και συνέχισης της δράσης του κομματιού των αποφοίτων από τις σχολές ΑΕΙ-ΤΕΙ, και συνολικά από την εκπαίδευση, στη νέα φάση της ζωής τους».
Στην Εργατική Συνδιάσκεψη επιδιώκουμε να εστιάσουμε περισσότερο σε αυτά τα ζητήματα. Στην κομμουνιστική αντίληψη για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας και την εργατική εξουσία, το κίνημα έχει καθοριστικό ρόλο, καθώς η εργατική τάξη είναι η κοινωνική δύναμη που μπορεί να οδηγήσει στην πανανθρώπινη χειραφέτηση ως δημιουργός της απελευθερωμένης από τα δεσμά της εκμετάλλευσης νέας κοινωνίας.
Θέτουμε λοιπόν ως βασικούς άξονες της συζήτησης και στόχους της Συνδιάσκεψης τους ακόλουθους:
i. Τη συμβολή στην εμφάνιση ενός κινήματος εργατικής χειραφέτησης και υπεράσπισης των συμφερόντων και των σύγχρονων αναγκών της εργατικής τάξης. Για την ανάπτυξη ανατρεπτικού κινήματος και αγώνων, με στόχο την ήττα της πολιτικής των αστικών κυβερνήσεων, του κεφαλαίου και της ΕΕ/ΝΑΤΟ, καθώς και τη συντριβή του κυβερνητικού, εργοδοτικού και συναινετικού συνδικαλισμού της υποταγής.
ii. Την ενίσχυση της συνολικής εργατικής φυσιογνωμίας της οργάνωσής μας, με την πεποίθηση ότι η σύνδεσή μας με τα πιο πληβειακά στρώματα της κοινωνίας, με την καρδιά της εργατικής τάξης, αποτελεί το βασικό κριτήριο για την επιτυχία του εγχειρήματος της ανασυγκρότησης της κομμουνιστικής στρατηγικής.
iii. Την οικοδόμηση εργατικών οργανώσεων σε βασικούς κλάδους, τη βελτίωση της σύνθεσης της οργάνωσης με ένταξη εργατών και εργατριών, την ανάπτυξη σταθερών πολιτικών δεσμών με τον κόσμο της δουλειάς.
iv. Την αποσαφήνιση και την αναβάθμιση της παρέμβασής μας στα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα από τη σκοπιά της εργατικής πολιτικής, με γνώμονα την έκφραση των ευρύτερων συμφερόντων της εργατικής τάξης, υπερβαίνοντας τα όρια του οικονομισμού.
v. Τη βελτίωση του συσχετισμού μέσα στο εργατοσυνδικαλιστικό κίνημα και συνολικά στην εργατική δράση υπέρ του αγωνιστικού ταξικού ρεύματος και της αριστερής αντικαπιταλιστικής πτέρυγας.
Διαθέτουμε πολύτιμη εμπειρία και σημαντικά θεωρητικά εφόδια γι’ αυτή τη συζήτηση. Επιδιώκουμε να μελετήσουμε την κατάσταση, τα χαρακτηριστικά και τη διάρθρωση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα. Συζητάμε την εμπειρία των αγώνων του προηγούμενου διαστήματος, αλλά και της παρέμβασης της οργάνωσής μας. Με βάση αυτά, δομούμε την πρότασή μας για ένα κίνημα εργατικής χειραφέτησης, τους στόχους, τις μορφές, τους δρόμους και τα «οχήματα» που απαιτούνται για την ανάπτυξή του. Μελετάμε αν και πώς μπορούν να νικήσουν οι αγώνες στις σημερινές συνθήκες και με ποιον τρόπο συμβάλλουν στην ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος και στην τάση χειραφέτησης της εργατικής τάξης. Επιδιώκουμε να ενοποιήσουμε την οργάνωσή μας, τους παλιούς και τους νέους συντρόφους και συντρόφισσες, και παράλληλα να απευθύνουμε την πρότασή μας σε νέο δυναμικό.
Πολιτική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης,
Ιούλιος 2026
ΜΕΡΟΣ Α
Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ
1. Η εκτίμηση για την περίοδο
1.1 Γενικά χαρακτηριστικά της περιόδου
Η μελέτη των βασικών χαρακτηριστικών της περιόδου είναι σημαντική για την ανάπτυξη εργατικής πολιτικής από τις δυνάμεις μας. Την περίοδο που διανύουμε τη χαρακτηρίζουν πέντε καίρια στοιχεία:
i) Η σαφής στροφή προς την «πολεμική οικονομία», αλλά και τον ίδιο τον πόλεμο, στο πλαίσιο του κλιμακούμενου ανταγωνισμού ειδικά μεταξύ των ισχυρών καπιταλιστικών χωρών και των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών. Ειδικότερα, το πρόγραμμα ReArm Europe της ΕΕ ενσωματώνει όλο και βαθύτερα την πολεμική παραγωγή στη συνολική αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Η προετοιμασία για τον πόλεμο, αλλά και η μετέπειτα ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων περιοχών και υποδομών αναδεικνύονται σε κρίσιμους άξονες τόνωσης της καπιταλιστικής συσσώρευσης και κερδοφορίας τόσο για την παραδοσιακή βιομηχανία όσο και για τις επιχειρήσεις των νέων τεχνολογιών. Είναι χαρακτηριστικοί δύο από τους επτά στόχους τους οποίους θέτει το πρόγραμμα: ο πρώτος για στήριξη της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας μέσω της συγκέντρωσης της ζήτησης και της αύξησης των συνεργατικών δημόσιων συμβάσεων και ο δεύτερος για επιτάχυνση του μετασχηματισμού της άμυνας μέσω ανατρεπτικών καινοτομιών, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η κβαντική τεχνολογία. Οι επιπτώσεις της «πολεμικής οικονομίας», εκτός από την ενίσχυση της πολεμικής απειλής, επιδρούν καθοριστικά και στο κοινωνικό ζήτημα, με την ακρίβεια να εκτοξεύεται, τις κοινωνικές παροχές να συρρικνώνονται και τη θέση της εργατικής τάξης να επιδεινώνεται συνολικά.
ii) Η στροφή αυτή δεν είναι συγκυριακή, ούτε συνδέεται αποκλειστικά με κάποια «τρέλα Τράμπ», παρά την ιδιαίτερη επιτάχυνση που επιφέρει η κυριαρχία της φασίζουσας ακροδεξιάς στο πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ. Βρισκόμαστε στην καρδιά του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, έχοντας μεν αφήσει πίσω μας τα έκδηλα κρισιακά φαινόμενα της περιόδου 2008-2012 και τη δοκιμασία της πανδημίας, αλλά δίχως να έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο όπου οι ρυθμοί ανάπτυξης και κερδοφορίας να είναι οι προσδοκώμενοι για το κεφάλαιο ή να εγγυώνται μια σταθερά ανοδική πορεία. Αυτή η παράμετρος –δείκτες της οποίας είναι, μεταξύ άλλων, οι σχετικά χαμηλοί ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ και η γιγάντωση του παγκόσμιου χρέους (325% του παγκόσμιου ΑΕΠ)– ωθεί το κεφάλαιο με εξαιρετικά πιεστικό τρόπο στην αναζήτηση νέων πηγών τόνωσης της κερδοφορίας του. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η ένταση της άμεσης εκμετάλλευσης εντός της εργασίας-παραγωγής με όλα τα δυνατά μέσα (μείωση μισθών, ελαστικότητα, αλλαγές στο περιεχόμενο της εργασίας κ.λπ.), η εντεινόμενη προσπάθεια έμμεσης εκμετάλλευσης (δηλ. εκτός εργασίας), η προσφυγή –και γι’ αυτόν τον λόγο– στην «πολεμική οικονομία» (με τη μαζική παραγγελία οπλικών συστημάτων, που έχουν ως σίγουρους πελάτες τα κράτη και τους στρατούς τους και για τα οποία επιβαρύνονται τα λαϊκά στρώματα μέσω της φορολογίας), η ένταση των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών, η αναζήτηση νέων πεδίων κεφαλαιακής δραστηριοποίησης (π.χ. ενέργεια, περιβάλλον, ιδιωτικοποιήσεις, wellness κ.λπ.).
iii) H τάση για όξυνση των ενδοκαπιταλιστικών/ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών αποκρυσταλλώνεται όλο και πιο ευδιάκριτα και αποκτά σχετικό προβάδισμα σε σχέση με την πάντα ενεργή τάση της καπιταλιστικής διεθνοποίησης, η οποία εμφανίζει ορατά σημάδια ανακοπής. Το δίπολο «καπιταλιστική διεθνοποίηση-ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός» δεν είναι κάτι νέο· χαρακτηρίζει πάντα τον καπιταλισμό, ωστόσο οι εντάσεις προς τη μία ή την άλλη πλευρά του έχουν πολιτική σημασία. Σήμερα πλήττονται σοβαρά οι μύθοι περί αδιατάρακτης δήθεν πορείας προς την «παγκοσμιοποίηση», που υποτίθεται ότι θα ήταν το αποτέλεσμα της εξάπλωσης της αγοράς και του «ενάρετου» εμπορίου, τα οποία «θα έφερναν και την παντοτινή ειρήνη». Οι δυσκολίες σε επίπεδο κερδοφορίας, αλλά και η πάλη για διατήρηση της κυρίαρχης θέσης των ΗΠΑ ή για κατάκτησή της από την Κίνα, δυναμιτίζουν αυτή την προοπτική, οξύνοντας τον ανταγωνισμό για πρώτες ύλες, εμπορικούς δρόμους, ενεργειακούς πόρους, αγορές, πατέντες, κρίσιμα από άποψη γεωπολιτικής ή γεωοικονομίας σημεία (π.χ. Γροιλανδία, Ορμούζ), το διάστημα και άλλα. Οι ΗΠΑ έχουν κηρύξει ανοιχτά το τέλος αυτής της εποχής, ενώ η Κίνα, σε μια χαρακτηριστική αντιστροφή ρόλων, μιλά για «καλή παγκοσμιοποίηση» και δυνατότητες για «win win» λύσεις, που δεν έχουν καμιά σχέση με την καπιταλιστική πραγματικότητα. Από την άλλη, η τάση για διεθνοποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων, όχι μόνο δεν καταργείται, αλλά ο καπιταλισμός την έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ. Αυτή η, όλο και πιο δομική, αντίφαση αναδιατάσσει τους συσχετισμούς ισχύος ανάμεσα στα ισχυρά καπιταλιστικά κέντρα. Η νέα αυτή διάταξη ισχύος δεν έχει αποκρυσταλλωθεί ακόμη με σταθερότητα, παρότι διακρίνονται τάσεις της, όπως η ισχυρότερη παρουσία της Κίνας, η υποχώρηση του ευρωπαϊκού κέντρου και ο περιορισμός των ΗΠΑ σε ένα νέο πλαίσιο. Η παρόξυνση του ανταγωνισμού, που συνοδεύεται όλο και περισσότερο από πολεμικές προετοιμασίες, απειλές και αναμετρήσεις, θα επιβάλει εντέλει είτε μια νέα ιεραρχία ισχύος, με πρωτοκαθεδρία διαφορετικών δυνάμεων, η οποία θα επανατοποθετήσει τους όρους της καπιταλιστικής διεθνοποίησης, είτε, με την παρέμβαση της επαναστατικής ταξικής πάλης και της πάλης των λαών ‒όσο αδύναμες και αν φαίνονται σήμερα‒, θα διαμορφώσει νέες επαναστατικές δυνατότητες προς μια σοσιαλιστική/κομμουνιστική προοπτική.
iv) Βρισκόμαστε σε περίοδο γοργών τεχνολογικών αλλαγών –με πλέον χαρακτηριστικές, αλλά όχι μόνες, αυτές που σχετίζονται με την αξιοποίηση της τεχνητής «νοημοσύνης»–, οι οποίες έχουν καταλυτική επίδραση σε όλα τα πεδία και στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων: από το περιεχόμενο και τον τρόπο εργασίας έως το επίπεδο και τους κλάδους απασχόλησης της εργατικής τάξης· από τους συσχετισμούς μεταξύ των τμημάτων του κεφαλαίου μέχρι τη σχέση της κορυφής της πυραμίδας του με τα υποδεέστερα τμήματά της· από τη μορφή του πολέμου έως την παρέμβαση του κεφαλαίου στους πέραν της άμεσης παραγωγής τομείς και στις συναφείς κοινωνικές σχέσεις· τέλος, από τους όρους διαμόρφωσης της συνείδησης και της πολιτικοποίησης έως τους αστικούς μηχανισμούς χειραγώγησης, ελέγχου και καταπίεσης.
v) Βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου ο πολιτικός-ιδεολογικός (αλλά και ο κοινωνικός) συσχετισμός μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, τάσης χειραφέτησης και τάσης υποταγής, κομμουνιστικής απελευθέρωσης και καπιταλιστικής βαρβαρότητας παραμένει αρνητικός, τόσο εντός όσο και εκτός των χώρων εργασίας. Υπάρχουν όμως και σημαντικές τάσεις αντιστροφής του συσχετισμού: τάσεις αμφισβήτησης βασικών αξιών του καπιταλιστικού μοντέλου ζωής και εργασίας, αν και συχνά με πρωτόλειο και αποσπασματικό χαρακτήρα ιδίως στις νεότερες γενιές, εργατικοί αγώνες (μικρότεροι ή μεγαλύτεροι) με αγωνιστικές κορυφώσεις, όπως αυτοί που εκδηλώθηκαν με αφορμή το κρατικό και επιχειρηματικό έγκλημα των Τεμπών, κάποια νέα ή/και πρωτοποριακά παραδείγματα συνδικαλιστικής συγκρότησης. Σημαντικές είναι και αντίστοιχες εξελίξεις διεθνώς με μαζικά κινήματα να ξεσπούν, άλλα με πιο επιμέρους αιτήματα και άλλα που είχαν στόχο ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές (ανατροπή κυβερνήσεων ή καθεστώτων κ.λπ.). Ωστόσο, οι τάσεις αυτές δεν έχουν τέτοια έκταση και βάθος ώστε να υποδηλώνουν μια δυνατότητα πολιτικού μετασχηματισμού ή να μας επιτρέπουν να εκτιμούμε μια τάση αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών υπέρ των ταξικών δυνάμεων. Αυτό σχετίζεται τόσο με τη δράση του «αντιπάλου» όσο και του δικού μας «στρατοπέδου». Ισχυροποιούνται οι μηχανισμοί του κεφαλαίου εντός κι εκτός παραγωγής, όπως και η προβολή των ατομικιστικών τάσεων και της λογικής «δεν αλλάζουν τα πράγματα». Βαραίνει ακόμη την εργατική-λαϊκή συνείδηση η υποχώρηση και η ήττα των μεγάλων αγώνων της μνημονιακής περιόδου και η πολιτική κατάληξη που είχε η πολιτική τους εκπροσώπηση διαμέσου του διαχειριστικού ρεύματος του ΣΥΡΙΖΑ και της «πρώτης φορά αριστεράς» στην κυβέρνηση. Επίσης, είναι λίγα τα παραδείγματα αγώνων που καταφέρνουν νίκες και ρήγματα, ώστε να συγκροτείται μια νέα εργατική αυτοπεποίθηση και διεκδικητικότητα. Τα στοιχεία αυτά οξύνονται στο πλαίσιο της ιστορικής ήττας του παραδοσιακού εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος και των ανεπαρκών ακόμη βημάτων θετικής υπέρβασής της.
Σαφώς στο διαλεκτικό ζεύγος «δυσκολίες-δυνατότητες» κυριαρχούν οι δυσκολίες, ενώ παραμένει μεγάλη η αναντιστοιχία ανάμεσα, εφενός, στις ιστορικές ανάγκες και δυνατότητες ανασυγκρότησης της εργατικής πολιτικής και, αφετέρου, στην πολιτική παρέμβαση, τη θεωρητική συμβολή και τη διαμόρφωση των όρων της επαναστατικής προοπτικής της αριστεράς. Ωστόσο, η σύγκρουση της αστικής τάξης με την εργατική, σε εθνικό και διεθνικό επίπεδο, όχι μόνο δεν εξαφανίζεται, αλλά αντίθετα οξύνεται διαρκώς, αποτελώντας την «κόκκινη κλωστή» που διαπερνά το σύνολο των εξελίξεων που χαρακτηρίζουν τη νέα εποχή. Η δική μας παρέμβαση ‒και σε αυτό πρέπει να συμβάλει η Εργατική Συνδιάσκεψη‒ πρέπει να συνδεθεί με τις τάσεις αμφισβήτησης και τις ζώνες κοινωνικής και πολιτικής διαμαρτυρίας και δυσαρέσκειας, οι οποίες πολλές φορές εκδηλώνονται υπόκωφα. Επίσης, οφείλει να αξιοποιήσει την κινητικότητα που αναπτύσσεται στο στρατόπεδο των «από κάτω» καθώς και τις δυνατότητες που ανοίγονται, ώστε με την παρέμβασή μας να αποκτήσουν ευρύτερα ανατρεπτικά χαρακτηριστικά.
1.2 Ο ελληνικός καπιταλισμός
Στην ελληνική οικονομία, εκτός από όσα προαναφέρθηκαν, πέφτει όλο και πιο βαριά η σκιά της λήξης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), τον Αύγουστο του 2026. Όλοι αυτοί οι παράγοντες καθιστούν έωλο το κυβερνητικό αφήγημα περί «ισχυρής δυναμικής ανάπτυξης». Η θέση της ελληνικής οικονομίας παρουσιάζει σχετική υποχώρηση στον ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας. Το ΑΕΠ σε πραγματικές τιμές βρίσκεται κάτω από το επίπεδο του 2008. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά του μέσου ευρωπαϊκού όρου, με τη χώρα να κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Το ποσοστό των επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ (14,3% το α΄ τρίμηνο του 2025) παραμένει το δεύτερο χαμηλότερο στην ΕΕ-27, μετά το Λουξεμβούργο, πολύ χαμηλό σε σχέση με το παρελθόν ή με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (21%). Η ελληνική οικονομία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ιδιωτική κατανάλωση και στον τουρισμό, ενώ η συνεισφορά της βιομηχανίας και των εξαγωγών αγαθών παρουσιάζει διακυμάνσεις. Μεγάλο τμήμα των επενδύσεων κατευθύνεται στο real estate (με τη συμβολή και της Χρυσής Βίζας, που αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την όξυνση της στεγαστικής κρίσης) και σε κλάδους «έντασης εργασίας», όπως ο τουρισμός, γεγονός που εξηγεί τη διαρκή υστέρηση σε ό,τι αφορά την παραγωγικότητα. Η παραγωγικότητα της εργασίας ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα είναι η χαμηλότερη στην ΕΕ, φτάνοντας μόλις το 56,2% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2023. Από το 2009, η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας έχει μειωθεί κατά 16%. Επιπλέον, οι μεταναστευτικές ροές επηρεάζουν άμεσα τον εσωτερικό καταμερισμό, ιδιαίτερα σε κλάδους χαμηλής ειδίκευσης. Τέλος, κομβικό στοιχείο είναι οι εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις και η επέλαση του κεφαλαίου σε όλους τους τομείς της κοινωνίας.
2. Οι εξελίξεις στις σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας
2.1 Ορισμένες αλλαγές στην παραγωγική διαδικασία
Οι αντιφάσεις του καπιταλισμού ‒απόρροια της αντίθεσης ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης, στην ορθολογικότητα σε επίπεδο μεμονωμένης επιχείρησης και στον ανορθολογισμό σε επίπεδο συστήματος συνολικά‒ στη διαδικασία παραγωγής, ανταλλαγής και διανομής εντείνονται. Η αναζήτηση ταχύτατης ανάπτυξης και ενσωμάτωσης νέων τεχνολογιών για αύξηση της σχετικής υπεραξίας οδηγεί στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου και στην ενίσχυση της τάσης πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Από τη μια εγκατάσταση σημαντικών μονάδων της παραγωγής-μεταποίησης σε χώρες φτηνής εργασίας για μείωση του κόστους και αύξηση των κερδών, από την άλλη (αθέλητη) υποβοήθηση νέων περιφερειακών καπιταλιστικών κέντρων, που ορθώνονται από ένα σημείο κι έπειτα ως ανταγωνιστικά (π.χ. Κίνα). Από τη μια, η ηγεμονική θέση των Πολυεθνικών Πολυκλαδικών Μονοπωλίων (ΠΠΜ) στη διεθνή οικονομία και η διαμόρφωση των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων αποτελούν αιχμές ισχύος και κυριαρχίας των ΗΠΑ και άλλων ισχυρών καπιταλιστικών κρατών (με εθνική βάση), από την άλλη η ίδια αυτή τάση διεθνοποίησης περιπλέκει, σχετικοποιεί ή/και ακυρώνει τις δυνατότητες μιας, προσωρινής έστω, «επιστροφής στην εθνική βάση», ενώ δημιουργεί προβλήματα σε έκτακτες καταστάσεις, όπως η πανδημία ή οι πολεμικές συγκρούσεις σε στρατηγικά σημεία, π.χ. τα στενά του Ορμούζ.
Ωστόσο, η ενίσχυση του δόγματος της εθνικής/περιφερειακής οικονομικής κυριαρχίας, όπως διατυπώνεται από τον σημερινό Πρόεδρο των ΗΠΑ, θα επηρεάσει και τον διεθνή καταμερισμό εργασίας, ο οποίος ενδέχεται να αναδιαμορφωθεί στη βάση περιφερειακών στρατηγικών συμμαχιών. Ήδη παρατηρείται μια τάση μετακίνησης των αλυσίδων παραγωγής των ΠΠΜ πιο κοντά στις αγορές κατανάλωσης ή στις χώρες-προέλευσής τους, περιορίζοντας την εξάρτηση από τις μακρινές ασιατικές αλυσίδες παραγωγής. Το 2026 το 28% των εταιρειών στην ΕΕ και το 33% στις ΗΠΑ σχεδιάζουν τέτοιες κινήσεις, λόγω δασμών και γεωπολιτικών κινδύνων. Εμφανίζεται, δηλαδή, μια τάση μετασχηματισμού ορισμένων μορφών της καπιταλιστικής διεθνοποίησης σε σχέση με την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί από το 1995 και μετά. Ταυτόχρονα, ο διεθνής καταμερισμός απειλεί να διευρύνει το χάσμα μεταξύ αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών. Οι χαμηλού εισοδήματος οικονομίες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν επιβράδυνση της παραγωγικότητας και των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, με δυσμενείς κοινωνικές επιπτώσεις στο εσωτερικό τους και περαιτέρω ενίσχυση των μεταναστευτικών ροών.
Παράλληλα, η επέκταση της εφαρμογής νέων τεχνολογιών (αυτοματοποιήσεις, διαδίκτυο, ρομποτική, AΙ/τεχνητή «νοημοσύνη» κ.λπ.) μετασχηματίζει το περιεχόμενο της εργασίας, τις επαγγελματικές ειδικότητες και τα απαιτούμενα προσόντα/ικανότητες όχι μόνο υποκαθιστώντας εργαζομένους ή καταργώντας θέσεις εργασίας, αλλά ανασχεδιάζοντας ρόλους. Τυποποιεί ακόμα περισσότερο την εργασία μεγάλων τμημάτων εργαζομένων, μειώνοντας ταυτόχρονα τον αριθμό τους και διευρύνοντας την πραγματική υπαγωγή τους στο κεφάλαιο, ενώ παράλληλα αναβαθμίζει τον ρόλο κάποιων ενδιάμεσων/ανώτερων στελεχών. Έτσι, σε πολλούς τομείς των υπηρεσιών αλλά και της μεταποιητικής παραγωγής θα ενισχυθεί ο ρόλος των «ομάδων-έργων», οι οποίες θα συνδυάζουν λιγότερο μόνιμο προσωπικό εντός του χώρου εργασίας με τύποις «αυτοαπασχολούμενους» (στην πραγματικότητα μισθωτούς, αλλά όχι με τυπική έμμισθη εργασιακή σχέση) και αλγόριθμους ΑΙ. Ενώ τα λεγόμενα «λευκά κολάρα» (οι εργαζόμενοι στα γραφεία και σε ορισμένες υπηρεσίες) πλήττονται περισσότερο από την AI, θα παραμείνει σημαντικός ο ρόλος των εργαζομένων σε μια σειρά χειρωνακτικά/τεχνικά επαγγέλματα, τα οποία είναι δύσκολο να αυτοματοποιηθούν πλήρως, και εκείνων των αφανών οι οποίοι εργάζονται «πίσω από την κουρτίνα» ώστε να «εξορυχθούν» από έναν ωκεανό αδόμητων δεδομένων τα πολύτιμα στοιχεία που είναι αναγκαία για να λειτουργήσουν οι εφαρμογές της ΑΙ. Ταυτόχρονα, καθώς οι απαιτούμενες δεξιότητες μεταβάλλονται με ταχύτερους ρυθμούς στα επαγγέλματα που επηρεάζονται περισσότερο από την τεχνητή νοημοσύνη, θα ενισχυθεί η τάση για διαρκή εκπαίδευση και κατάρτιση (πράγμα, ωστόσο, πολύ διαφορετικό από την ολόπλευρη μόρφωση).
Σε κάθε περίπτωση, η ΑΙ επιχειρείται να αξιοποιηθεί από το κεφάλαιο προκειμένου να ενισχυθεί η κερδοφορία του. Αυτό γίνεται είτε πριμοδοτώντας τις ευέλικτες εργασιακές σχέσεις, είτε μειώνοντας το εργατικό δυναμικό, είτε αλλάζοντας το περιεχόμενο και τους ρόλους εργασίας, είτε ενισχύοντας την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο και την εντατικοποίηση, είτε αυξάνοντας τον έλεγχο και τους συνδυασμούς απόσπασης απόλυτης-σχετικής υπεραξίας, είτε μειώνοντας τον χρόνο κύκλησης/περιστροφής του κεφαλαίου με την επίτευξη μιας πιο βαθιάς, αποτελεσματικής και οργανικής σύνδεσης της παραγωγής με την κατανάλωση.
Βέβαια, οι αναδιαρθρώσεις στην παραγωγική διαδικασία δεν οφείλονται μόνο στις τεχνολογικές καινοτομίες, στις μεταβολές στη ζήτηση, στις μετακινήσεις κεφαλαίων από κλάδο σε κλάδο και από χώρα σε χώρα, λόγω της μεταβολής του ποσοστού κέρδους αλλά και γενικότερων κρισιακών φαινομένων. Καθορίζονται και από τις κοινωνικές εξελίξεις, την ταξική πάλη και τους συσχετισμούς (κοινωνικούς, πολιτικούς, ιδεολογικούς) στους χώρους εργασίας και έξω από αυτούς.
2.2 Η αστική πολιτική στην Ελλάδα και στην ΕΕ
Το ελληνικό και το ευρωπαϊκό κεφάλαιο έδρασαν σταθερά τα τελευταία 30 χρόνια για να μεταβάλουν τον συσχετισμό δύναμης σε βάρος της εργατικής τάξης έχοντας δύο βασικές στοχεύσεις: την υποτίμηση της αξίας της εργατικής δύναμης σε οικονομικό επίπεδο (δηλαδή τη μείωση των μισθών) και το χτύπημα της εργατικής συλλογικότητας, το τσάκισμα της εργατικής αυτοπεποίθησης, την υπονόμευση της εργατικής απαίτησης-διεκδίκησης σε κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο.
Από τη δεκαετία του 1990, με αφετηρία τη Λευκή Βίβλο και άλλες ευρωπαϊκές παρεμβάσεις, όπως η ευρωπαϊκή Οδηγία 2003/88 για την οργάνωση του χρόνου εργασίας, το κεφάλαιο στόχευε με στρατηγικό τρόπο: 1. Στην ευελιξία της αγοράς εργασίας (ευκολία πρόσληψης-απόλυσης, μερική ή/και εκ περιτροπής εργασία, τηλεργασία, ελαστική διευθέτηση του χρόνου εργασίας, συχνή αλλαγή εργασίας και αντικειμένου εργασίας, προώθηση της διά βίου μάθησης και κατάρτισης, μετατροπή της τυπικής εργασιακής σχέσης σε άτυπη με μπλοκάκι, εργασία 24/7, ρευστοποίηση των ορίων μεταξύ του εργάσιμου και του ελεύθερου χρόνου κ.ά.). Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η δουλειά «just in time», όπως, όσο και όποτε θέλει ο εργοδότης. Οι νομοθετικές παρεμβάσεις για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας ξεκίνησαν και στη χώρα μας από τη δεκαετία του 1990 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα. 2. Στη μείωση του κόστους εργασίας (με μείωση των ονομαστικών μισθών ή συγκράτηση της αύξησής τους, αύξηση της πληρωμής με δελτίο κ.λπ.). 3. Στην αύξηση της παραγωγικότητας και του ξεζουμίσματος των εργαζομένων, με εντατικοποίηση της εργασίας, οργανωτικές αλλαγές και αξιοποίηση τόσο των τεχνολογικών δυνατοτήτων όσο και των δημιουργικών ικανοτήτων των εργαζομένων. 4. Στην ενίσχυση του εργοδοτικού δεσποτισμού-ελέγχου, καθώς στις κλασικές μορφές προστίθενται και εκείνες που σχετίζονται με τον ‒κατά κανόνα πιο ασφυκτικό, αν και όχι πάντα ορατό‒ ψηφιακό έλεγχο.
Ιδιαίτερη όξυνση της έμμεσης εκμετάλλευσης των εργαζομένων συντελείται με την επιτάχυνση των στρατηγικών αναδιαρθρώσεων που προωθούνται με γνώμονα την ανταποδοτικότητα και την απελευθέρωση των αγορών της ΕΕ που αφορούν τα δημόσια αγαθά και τις δημόσιες υπηρεσίες. Παράλληλα, αναβαθμίζεται ο ρόλος του κεντρικού και του τοπικού κράτους στη συγκεντροποίηση του πλούτου από το κεφάλαιο και στη διαχείριση αγαθών και υπηρεσιών με ιδιωτικά και επιχειρηματικά κριτήρια. Η συμμετοχή και η πρόσβαση στα δημόσια αγαθά και στις δημόσιες υπηρεσίες (υγεία, παιδεία, συγκοινωνίες, ενέργεια, νερό, τηλεπικοινωνίες, καθαριότητα κ.ά.) γίνονται πιο ταξικές, αφού πλέον οι δημόσιες δομές περνούν πλήρως στα χέρια ιδιωτών ή διασπώνται για να εκχωρηθούν στους ιδιώτες τα πιο κερδοφόρα τμήματά τους (ΣΔΙΤ) ή εισάγονται με όρους αγοράς σε χρηματιστήρια αξιών. Σε αυτά προστίθεται η παρατεταμένη τάση αύξησης των τιμών σε βασικά αγαθά (στέγη, ενοίκια, τρόφιμα, καύσιμα κ.ά.) καθώς και η είσοδος funds και εταιρειών διαχείρισης και δρομολόγησης χιλιάδων πλειστηριασμών, με ταυτόχρονη φοροληστεία των εργαζομένων και «απρόσμενα κέρδη», μέσω φοροαπαλλαγών, για το κεφάλαιο, τους εφοπλιστές και τις πολυεθνικές.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι στην Ελλάδα η επίθεση στο εργατικό εισόδημα εμφανίζει μεγαλύτερη ένταση από άλλες χώρες της ΕΕ και συνολικά της Ευρώπης, όπως συνάγεται από τη σύγκριση του επιπέδου ακρίβειας, τη σχέση μισθών-κόστους ζωής και τη σχέση μισθών-κερδών. Είναι δείγμα της επιθετικότητας του κεφαλαίου στην εγχώρια εργατική τάξη και απόδειξη της υποχώρησης της λαϊκής δύναμης.
Οι μνημονιακοί νόμοι (Ν. 3845/2010, Ν. 4024/2011, ΠΥΣ 6/2012, Ν. 4172/2013) άλλαξαν ριζικά το εργατικό δίκαιο, διαλύοντας το πλαίσιο των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ), με στόχο τη μείωση του εργατικού κόστους. Με βάση τις ρυθμίσεις τους, καταργήθηκε η διαπραγμάτευση για την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) για τον κατώτατο μισθό, και η αρμοδιότητα καθορισμού του μεταφέρθηκε μονομερώς(!) στην κυβέρνηση με νομοθετική απόφαση. Μειώθηκε ο γενικός κατώτατος μισθός κατά 22% και κατά 32% για τους νέους/ες εργαζομένους κάτω των 25 ετών (υπο-κατώτατος μισθός). Πάγωσαν οι ωριμάνσεις και τα επιδόματα πολυετίας μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να μειωθεί κάτω από το 10% και προστέθηκε όριο προϋπηρεσίας τριών τριετιών, με αποτέλεσμα το γενικό πάγωμα μισθών όσο αφορά την ΕΓΣΣΕ. Θεσπίστηκε η προτεραιότητα των επιχειρησιακών συμβάσεων έναντι των κλαδικών, επιτράπηκε η υπογραφή επιχειρησιακών συμβάσεων από Ενώσεις Προσώπων και όχι από σωματεία, καταργήθηκε η μετενέργεια και η επεκτασιμότητα των κλαδικών ΣΣΕ, με συνέπεια να μείνουν ακάλυπτοι χιλιάδες εργαζόμενοι.
Στο Δημόσιο, ήδη από το 1999 και τον Ν. 2738 (ΠΑΣΟΚ), καταργήθηκε η οικονομική διαπραγμάτευση στις ΣΣΕ, ενώ με το ενιαίο μισθολόγιο (Ν. 4024/2011) και τη βασική του αναθεώρηση (Ν. 4354/2015), ως βασικά εργαλεία της αντιδραστικής δημοσιονομικής πολιτικής της ΕΕ και στο όνομα του εξορθολογισμού του Δημοσίου και της κατάργησης των αποκλίσεων μισθών μεταξύ ίδιων βαθμίδων, θεσπίστηκαν με νόμο οι οριζόντιες μνημονιακές περικοπές και η κατάργηση βασικών επιδομάτων. Με εξαίρεση κάποια ειδικά μισθολόγια (στρατιωτικοί, πανεπιστημιακοί, γιατροί ΕΣΥ), οι αποδοχές καθορίζονται μονομερώς «από τα πάνω» με βάση την εκπαιδευτική κατάρτιση των υπαλλήλων (ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ, ΠΕ) και τη μισθολογική εξέλιξη ανά διετία, ενώ είναι προσαρμοσμένες-καθηλωμένες στη δημοσιονομική πολιτική της ΕΕ, στους αλγόριθμους της παραγωγικότητας και στους ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ. Στη νέα φάση προωθείται η σύνδεση μισθού-αξιολόγησης με τη μορφή μπόνους παραγωγικότητας έπειτα από αξιολόγηση (Ν. Βορίδη), αυξάνεται το επίδομα θέσης ευθύνης για στελέχη διοίκησης (manager) κατά 30%, ενώ αντίστοιχες αλλαγές θα έλθουν και για τους μισθούς στην εκπαίδευση. Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετείται και η ολική κατάργηση του 13ου και του 14ου μισθού και σύνταξης, αφού πρώτα αντικαταστάθηκε το δώρο με έκτακτο επίδομα των 500 ευρώ (το 2010 από την κυβέρνηση Παπανδρέου) και στη συνέχεια καταργήθηκαν πλήρως (το 2012 από την κυβέρνηση ΝΔ ‒ ΠΑΣΟΚ ‒ ΔΗΜΑΡ).
Οι νόμοι της κυβέρνησης της ΝΔ (Ν. 4808/2021, γνωστός και ως νόμος Χατζηδάκη, και Ν. 5053/2023, γνωστός και ως νόμος Γεωργιάδη) επέφεραν σημαντικές αλλαγές, με στόχο την περαιτέρω υποτίμηση της εργατικής δύναμης, την ενίσχυση της ευελιξίας της εργασίας σύμφωνα με τις επιχειρηματικές ανάγκες και τον περιορισμό της συνδικαλιστικής δράσης των εργαζομένων. Καθιέρωσαν την ψηφιακή κάρτα εργασίας, κατάργησαν de facto το 8ωρο μέσω της καθιέρωσης του 10ωρου χωρίς πρόσθετη υπερωριακή αμοιβή, επέκτειναν τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας με την αλλαγή του καθεστώτος υπερεργασίας και υπερωρίας και με την αύξηση του ανώτατου ορίου επιτρεπόμενων υπερωριών ανά έτος στις 150 ώρες, κατάργησαν την κυριακάτικη αργία σε επιπλέον κλάδους, διευκόλυναν τις απολύσεις, επέβαλαν νέους περιορισμούς στο δικαίωμα της απεργίας με την καθιέρωση του Προσωπικού Ελάχιστης Εγγυημένης Υπηρεσίας κατά την απεργία, νομοθέτησαν την προστασία των απεργοσπαστών, αποδυνάμωσαν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις μέσω της «ατομικής συμφωνίας» εργαζομένου-εργοδότη, υπονόμευσαν την αντιπροσωπευτικότητα των συνδικαλιστικών οργανώσεων, κατάργησαν τη ρύθμιση για επαναπρόσληψη σε περίπτωση άκυρης απόλυσης, αντικαθιστώντας τη με πρόσθετη αποζημίωση. Επιπλέον, ποινικοποίησαν την απεργιακή περιφρούρηση και την κατάληψη εργασιακών χώρων (6μηνη φυλάκιση και πρόστιμο 5.000 ευρώ), μείωσαν τα μέλη των συνδικαλιστικών οργάνων που προστατεύονται από απόλυση, επέβαλαν την υποχρεωτική καταγραφή των σωματείων στο ΓΕΜΗΣΟΕ (δηλαδή την παράδοση των μελών τους στον κρατικό μηχανισμό) και καθιέρωσαν την υποχρεωτική ύπαρξη ηλεκτρονικής ψηφοφορίας στις εκλογές των σωματείων. Ακόμη, θέσπισαν την 6ήμερη εργασία για τα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις «συνεχούς λειτουργίας με σύστημα εναλλασσόμενων βαρδιών». Μέσω της ψηφιακής κάρτας εργασίας σε μια σειρά κλάδους, επέκτειναν κατά μία ή και μιάμιση ώρα το ωράριο στη βιομηχανία, επιχειρώντας να υπονομεύσουν περισσότερο το 8ωρο. Έδωσαν τη δυνατότητα στους εργοδότες να μην τηρούν κάποιο εκ των προτέρων συμφωνημένο ωράριο, αλλά κάθε μήνα ή εβδομάδα ακόμη και ημέρα να δηλώνουν διαφορετικό. Θέσπισαν τη δυνατότητα δεύτερης (πολλαπλής) απασχόλησης σε διαφορετικό εργοδότη με την προϋπόθεση ότι δεν θα υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως (8 και 4) και θα υπάρχει διάστημα ανάπαυσης 11 ωρών μέσα στην ημέρα. Κατάργησαν, έτσι, στο πλαίσιο της «διευθέτησης του χρόνου εργασίας» το εβδομαδιαίο 40ωρο. Επέκτειναν τις «συμβάσεις ανεξάρτητης υπηρεσίας» σε διάφορους κλάδους, όπως οι ταχυμεταφορές, μετατρέποντας εργαζομένους με εξαρτημένη σχέση εργασίας σε «αυτοαπασχολούμενους». Με τον πρόσφατο νόμο Κεραμέως αυξήθηκε το όριο των επιτρεπόμενων υπερωριών, καθιστώντας δυνατή τη 13ωρη εργασία σε έναν εργοδότη (με διευθυντικό δικαίωμα), ενώ θεσπίστηκε η δυνατότητα πραγματοποίησης υπερωριών στη μερική και την εκ περιτροπής εργασία. Άλλαξε η νομοθεσία για τις άδειες, έτσι ώστε να προσαρμόζονται στις «ανάγκες» της επιχείρησης και στις επιθυμίες του εργοδότη. Τα παραπάνω ενισχύονται και από την υποβάθμιση της λειτουργίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), μέσω του περιορισμού των αρμοδιοτήτων του και της μειωμένης δυνατότητας παρέμβασης σε σοβαρές παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, σε συνδυασμό με τις μεγάλες ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομές. Στην πράξη, οι όποιοι μηχανισμοί ελέγχου της εργοδοτικής παραβατικότητας (ακόμη και αυτού του «εργατικού δικαίου» όπως εκείνοι το εννοούν) έχουν απενεργοποιηθεί, με εξαίρεση την εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας και περιορισμένους ελέγχους, για τα μάτια του κόσμου, κατά την τουριστική περίοδο, γεγονός που αποτελεί καθαρή πολιτική επιλογή στήριξης της επιχειρηματικής ασυδοσίας.
Ο νόμος για την «Κοινωνική Συμφωνία» συνεχίζει να παρέχει τη δυνατότητα στην εκάστοτε κυβέρνηση να διαμορφώνει τον κατώτατο βασικό μισθό με βάση τις απαιτήσεις των εργοδοτών, ενώ διατηρεί όλα τα νομικά εμπόδια στην επέκταση του υποχρεωτικού χαρακτήρα μιας κλαδικής ΣΣΕ στο σύνολο του κλάδου. Διατηρεί την υποχρέωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων για εγγραφή στο ΓΕΜΗΣΟΕ, προκειμένου να έχουν δικαίωμα να αιτούνται την επέκταση κλαδικής ΣΣΕ. Επίσης, διατηρεί την υποχρέωση τεκμηρίωσης ότι η κλαδική ΣΣΕ δεν πρέπει να θίγει την ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου, δηλαδή την κερδοφορία του. Τελικά εξακολουθεί να στερεί τη δυνατότητα των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων. Ο νόμος αναβαθμίζει τον ρόλο της ΓΣΕΕ, αφού της δίνει το δικαίωμα να παρεμβαίνει στις κλαδικές ΣΣΕ σε μια από τις πιο σημαντικές και κρίσιμες λειτουργίες τους, στη διαμόρφωση και στη σύναψή τους, επιτρέποντας την επέκταση της υποχρεωτικότητας μιας ΣΣΕ μόνο υπό τον όρο να υπογραφεί από τη ΓΣΕΕ και τις εργοδοτικές οργανώσεις.
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια η κατάσταση στον «στενό» και στον «ευρύτερο» δημόσιο τομέα έχει αλλάξει δραματικά. Η διαδικασία ιδιωτικοποίησης των λεγόμενων ΔΕΚΟ, από τη δεκαετία του 1990, άλλαξε ραγδαία και τις εργασιακές σχέσεις στον συγκεκριμένο χώρο. Εδώ και χρόνια, τομείς της «δημόσιας δραστηριότητας» εκχωρούνται στο ιδιωτικό κεφάλαιο (έργα που ανατίθενται σε εργολάβους, στους οποίους οι εργαζόμενοι εργάζονται με τελείως διαφορετικούς όρους από εκείνους που ισχύουν για το μόνιμο προσωπικό του δημόσιου τομέα). Η ανακύκλωση της ανεργίας επιβάλλεται ως δόγμα, μέσω της προώθησης επιδοτούμενων προγραμμάτων της ΕΕ (ΕΣΠΑ, προγράμματα μακροχρόνιας ανεργίας, voucher, Tαμείο Aνάκαμψης κ.λπ.). Ενισχύεται η κακοπληρωμένη και χωρίς δικαιώματα ελαστική εργασία –ακόμη και με 3μηνες συμβάσεις– για τους τομείς κερδοφορίας, όπως ο τουρισμός, με προγράμματα κατάρτισης και δεξιοτήτων (πράσινης ανάπτυξης, ψηφιακού ‒ οικονομικού εγγραματισμού, τουρισμού, μαθητείας) σύμφωνα κάθε φορά με τις απαιτήσεις των μεγάλων επιχειρήσεων και του ΣΕΒ. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι διάφορες μορφές Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ). Από το 2012, μέσω του ΤΑΙΠΕΔ πουλήθηκαν σε ιδιώτες δημόσια περιουσιακά στοιχεία αξίας σχεδόν 15,7 δισ. ευρώ. Τέλος, το ίδιο το Δημόσιο αλλάζει δομή και αξιοποιεί ένα ολόκληρο θεσμικό πλαίσιο, προκειμένου να εξασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή ευελιξία. Είναι χαρακτηριστική η αθρόα δημιουργία εταιρειών του Δημοσίου εκεί όπου πριν υπήρχαν «δημόσιες επιχειρήσεις» (δημοτικές επιχειρήσεις, φορείς υλοποίησης μεγάλων έργων, όπως η ΕΡΓΟΣΕ, ο ΠΑΘΕ κ.λπ.) και η αξιοποίηση ευέλικτων εργασιακών σχέσεων πρώτα απ’ όλα στις επιχειρήσεις του Δημοσίου. Ταυτόχρονα, εντείνεται η λειτουργία δημόσιων φορέων με αγοραία, ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια στη βάση της λογικής κόστους-οφέλους.
Η επίθεση στο Δημόσιο προχώρησε με το νέο Πειθαρχικό Δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων (ΔΥ), το οποίο ψηφίστηκε το 2025 από τη ΝΔ, ενώ σειρά αντιδραστικών άρθρων ψήφισαν και ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ. Με αυτό καταργείται η συμμετοχή των αιρετών εκπροσώπων των εργαζομένων στα Πειθαρχικά Συμβούλια και προβλέπεται αποκλειστική σύνθεσή τους με μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καταργείται η δυνατότητα άσκησης ένστασης κατά των αποφάσεων των Πειθαρχικών Συμβουλίων, εισάγονται διατάξεις προληπτικού χαρακτήρα και καταστολής που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη δίωξη εργαζομένων οι οποίοι συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις ή ασκούν δημόσια κριτική, προστίθενται νέα αδικήματα για τα οποία μπορεί να επιβληθεί η ποινή της οριστικής παύσης-απόλυσης, αυστηροποιούνται οι ποινές, ενώ προβλέπεται ότι η άρνηση συμμετοχής στην αξιολόγηση συνιστά πλέον διακριτό πειθαρχικό παράπτωμα.
Ειδικά η αξιολόγηση αποτελεί βασικό πυρήνα όλων των αναδιαρθρώσεων και των νομοσχεδίων. Συνιστά έναν οικονομικό, κατανεμητικό και ιδεολογικό μοχλό αναπαραγωγής και εδραίωσης βασικών λειτουργιών της αστικής πολιτικής και της εξουσίας του κεφαλαίου, άνισου καταμερισμού εργασίας, υπονόμευσης δικαιωμάτων και επιλογής συγκεκριμένου μοντέλου εργαζομένων, υποταγής στην κατίσχυση της ιδιωτικοοικονομικής λειτουργίας στο Δημόσιο και δημιουργίας νέων πεδίων κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Αποτελεί εργαλείο μέτρησης της αποτελεσματικότητας-αποδοτικότητας, κατηγοριοποίησης και ανοίγματος ολόκληρων κλάδων και υπηρεσιών του Δημοσίου στην αγορά. Εργαλείο κανιβαλισμού των εργαζομένων, απολύσεων, πελατειακού κράτους, ιεραρχίας, διαφοροποιημένων συνθηκών εργασίας και μισθών. Πακτωλός χρημάτων από ευρωπαϊκά προγράμματα διοχετεύονται για ψηφιακά ερωτηματολόγια, ψηφιοποίηση της αξιολόγησης και αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στο όνομα του επιτελικού κράτους, δημιουργώντας μια δυστοπική πραγματικότητα, με τους εργαζομένους σε διαρκή απειλή και εκφοβισμό. Μαζί με την πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης της κυβέρνησης της ΝΔ, τη θεσμοθέτηση της αξιολόγησης και της άρσης μονιμότητας στο Δημόσιο, επιδιώκεται να κλείσει κάθε εκκρεμότητα που προσκρούει στο εργατικό κίνημα και στο απεργιακό δικαίωμα.
Τέλος, η περίοδος της πανδημίας αξιοποιήθηκε από την κυβέρνηση και το κεφάλαιο για την επιτάχυνση των αντιδραστικών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων σε όλα τα επίπεδα, για να επισπευστεί η προώθηση των αντεργατικών μεταρρυθμίσεων, να μονιμοποιηθεί η κατάσταση του λεγόμενου κράτους «έκτακτης ανάγκης» με ένταση της κατασταλτικής του λειτουργίας, του ελέγχου και της επιτήρησης, για να ηγεμονεύσει στην κοινωνία η ιδεολογία της «ατομικής ευθύνης». Έγινε ευκαιρία για να αποσαθρώσουν περαιτέρω το δημόσιο σύστημα υγείας και να ανοίξουν ακόμα πιο διάπλατα τον δρόμο για την κυριαρχία του κεφαλαίου στον τομέα της υγείας. Ακόμα εμφανίστηκαν, παγιώθηκαν και εντάθηκαν μια σειρά εξ αποστάσεως δραστηριότητες στην καθημερινή ζωή. Από την τηλεργασία και την τηλεκπαίδευση έως την εκτόξευση του ηλεκτρονικού εμπορίου και τον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους και του τραπεζικού συστήματος.
3. Η εργατική τάξη στον σύγχρονο καπιταλισμό
3.1 Η θεωρητική προσέγγιση της εργατικής τάξης
3.1.1 Η εργατική τάξη διαμορφώνεται και υπάρχει ως η άλλη πλευρά του δίπολου κεφάλαιο-εργασία. Διαμορφώνεται πάνω στο θεμελιακό, το ειδοποιό χαρακτηριστικό του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής: την εκμετάλλευση της απλήρωτης δουλειάς, την απόσπαση υπεραξίας, την ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Από εδώ προκύπτουν δύο συμπεράσματα: πρώτον, ότι η εργατική τάξη και η πάλη της σχετίζονται με τον πυρήνα του καπιταλιστικού συστήματος και, δεύτερον, ότι υπάρχει και διαμορφώνεται ως τάξη-αντίπαλος της αστικής, της άλλης κοινωνικής ομάδας που συνδέεται με τον πυρήνα του συστήματος.
Η εργατική τάξη είναι η κοινωνική τάξη η οποία κυρίως υφίσταται τη βαρβαρότητα της εκμετάλλευσης, και γι’ αυτό έχει ανάγκη και συμφέρον να απαλλαγεί από τα δεσμά της αστικής κοινωνίας και να οικοδομήσει μια ριζικά διαφορετική απελευθερωτική κοινωνία χωρίς καταπίεση, εκμετάλλευση και διακρίσεις, εντός της οποίας θα ζήσει μια καλύτερη ζωή σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα της εργασίας, τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, των φύλων και των λαών, τη μόρφωση και τον πολιτισμό, τη σχέση ανθρώπου-φύσης, την ειρήνη και τις ελευθερίες. Είναι, επίσης, η κοινωνική τάξη που έχει τη δυνατότητα, τις υλικές-κοινωνικές και ευρύτερα πολιτισμικές προϋποθέσεις να οικοδομήσει μια τέτοια κοινωνία, καθώς αποτελεί τη βασική παραγωγική δύναμη που παράγει τον υλικό και τον πνευματικό πλούτο στη σημερινή κοινωνία. Επιπλέον, καθώς συνδέεται με τη θεμελιακή αντίθεση του καπιταλισμού ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής του υλικού και του πνευματικού πλούτου και στον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησής του –η οποία σήμερα οξύνεται πρωτόγνωρα–, μπορεί να ενώσει στην πάλη για την κοινωνική χειραφέτηση και τα άλλα καταπιεζόμενα-εκμεταλλευόμενα στρώματα, ώστε, απελευθερώνοντας τον εαυτό της, να απελευθερώσει και αυτά. Παράλληλα, καταργώντας τη σχέση εκμετάλλευσης, να ανοίξει –μαζί με τις σύμμαχές της δυνάμεις και κινήματα– τον δρόμο και για την άρση-κατάργηση όλων των διακρίσεων και των μορφών καταπίεσης με βάση το φύλο, τη φυλή, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, το θρήσκευμα κ.λπ. Η εργατική τάξη, επομένως, είναι η κύρια και καθοριστική συνιστώσα του κοινωνικού υποκειμένου της αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης, της επανάστασης και της κομμουνιστικής απελευθέρωσης.
3.1.2 Η εργατική τάξη διαμορφώνεται σε δυναμική εξέλιξη στον καπιταλισμό ως «τάξη καθαυτή», δηλαδή με βάση αντικειμενικά κριτήρια που αφορούν τη σχέση των εργατών/τριών με τα μέσα παραγωγής (δεν έχουν στην κατοχή τους), τον ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας (διευθυνόμενοι), τον τρόπο απόκτησης και το ύψος του μισθού (που αποτελεί μικρό μόνο μέρος του παραγόμενου από τους ίδιους κοινωνικού πλούτου) και τη συνολική θέση τους στην κοινωνία (εκμεταλλευόμενοι). Η συνειδητοποίηση από μεριάς τους ότι αποτελούν ιδιαίτερη τάξη μέσα στον καπιταλισμό με αυτοτελή ταξικά συμφέροντα, καθολικά αντίθετα από εκείνα της αστικής τάξης, η κατανόηση του ρόλου τους στην κοινωνική εξέλιξη και η πολιτική πάλη για να υπερασπιστούν τα συλλογικά τους συμφέρονται και να στρατευτούν στον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση διαμορφώνουν την εργατική τάξη σε «τάξη για τον εαυτό της».
Με άλλα λόγια, η εργατική τάξη συγκροτείται ως «τάξη για τον εαυτό της» όταν αποκτήσει συνείδηση των ενιαίων συμφερόντων της (που βρίσκονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης και του καπιταλιστικού συστήματος), διεκδικήσει τη μείωση της εκμετάλλευσης και αγωνιστεί για την κατάργησή της και την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα, δράσει με όρους τακτικής αλλά και στρατηγικής, κινήματος αλλά και πολιτικής-ιδεολογίας για την προσέγγιση αλλά και την πραγματοποίηση της επανάστασης, την απελευθέρωση όλης της κοινωνίας από τα εκμεταλλευτικά δεσμά και την κομμουνιστική χειραφέτηση.
Ο ρόλος της εργατικής τάξης ως βασικού υποκειμένου στον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση απορρέει από στοιχεία της πραγματικότητας που τη χαρακτηρίζουν αντικειμενικά ή υπάρχουν εν δυνάμει και αφορούν την προαναφερθείσα κεντρική θέση της στην παραγωγή και στο σύστημα εκμετάλλευσης, το αριθμητικό της μέγεθος, το ότι η ουσιαστική βελτίωση της θέσης της μπορεί να έρθει μόνο με ανατροπή του καπιταλισμού, την εν δυνάμει ικανότητά της να οικοδομήσει συμμαχία-«ιστορικό μπλοκ» στην πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση με τα ενδιάμεσα στρώματα και τα κινήματα που αντιπαλεύουν μορφές καταπίεσης, εκμετάλλευσης και διακρίσεων. Τα παραπάνω δεν σημαίνουν αποδοχή απλουστευτικών, και εντέλει αποπροσανατολιστικών, θεωρήσεων για μηχανιστικά και ντετερμινιστικά θεμελιωμένη a priori «ιστορική αποστολή» της και «νομοτέλειες», ούτε αναιρούν την ανάγκη κριτικής αντιμετώπισης οπισθοδρομικών αντιλήψεων/φαινομένων που μπορεί να εμφανίζονται στις γραμμές της.
3.1.3 Η εργατική τάξη στον καπιταλισμό αναπτύσσεται σε αντίθεση αλλά και εξάρτηση από τον ιστορικό της αντίπαλο. Επιβιώνει πουλώντας «ελεύθερα», «οικειοθελώς» την εργατική της δύναμη στο κεφάλαιο. Ως εκ τούτου, μέσα στην τάξη και σε κάθε εργάτη/τρια συνυπάρχουν οι τάσεις χειραφέτησης/απελευθέρωσης μαζί με εκείνες της υποταγής/συνδιαλλαγής, σε ενότητα και αντιπαράθεση. Το ποιες τάσεις επικρατούν κάθε φορά επηρεάζεται από την παρέμβαση των φορέων τόσο της αστικής όσο και της εργατικής πολιτικής, και επηρεάζει με τη σειρά του τη στάση της εργατικής τάξης στους καθημερινούς αγώνες και στην πολιτική πάλη· επηρεάζει, επίσης, το αξιακό-πολιτισμικό της πλαίσιο και τις καθημερινές σχέσεις της εκτός παραγωγής. Η διπλή «φύση» της εργατικής τάξης εκφράζει την ενότητα και τη διαπάλη ανάμεσα στη διεκδίκηση της «εμπορευματικής» αξίας και στη «διεκδίκηση» της υπεραξίας, του αναγκαίου και του πρόσθετου χρόνου εργασίας. Ο εργάτης ταλαντεύεται καθημερινά και ιστορικά ανάμεσα στο γονάτισμα και την αντίσταση, το «γλείψιμο» και την περηφάνια, το προσκύνημα και την εξέγερση και, τελικά, ανάμεσα στη βελτίωση των όρων ζωής του ως αποτέλεσμα της βελτίωσης της θέσης του «δικού του αφεντικού» και του «δικού του κράτους» ή ως αποτέλεσμα της ανατροπής τους. Συνεπώς, όταν η εργατική τάξη αρχίζει να συγκρούεται και να απελευθερώνεται από το κεφάλαιο αρχίζει να απελευθερώνεται και από τον ίδιο της τον εαυτό – από την πλευρά του εαυτού της που την καθηλώνει στα όρια του συστήματος.
Το καθήκον της κομμουνιστικής πρωτοπορίας δεν έγκειται φυσικά στην απλή καταγραφή αυτών των τάσεων, αλλά στη συγκέντρωση της προσοχής και της δράσης της ώστε να πάρει προβάδισμα η τάση της ανατροπής και της χειραφέτησης και να ηττηθούν οι λογικές της υποταγής και της ενσωμάτωσης.
Στον οικονομικό-διεκδικητικό αγώνα, η τάση χειραφέτησης διεκδικεί αποτροπή του κινδύνου επιδείνωσης της θέσης της εργατικής τάξης ειδικά στις σημερινές συνθήκες του βάρβαρου κοινωνικού πολέμου, μείωση του ποσοστού εκμετάλλευσης, ουσιαστική και σταθερή βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης, ρήξεις στην αστική πολιτική. Η τάση της εξάρτησης-υποταγής συνδέει τη βελτίωση της εργατικής θέσης με την πορεία του εργοδότη, του κλάδου, της «εθνικής οικονομίας», την ανταγωνιστικότητα-παραγωγικότητα, τη σύγκλιση με την EE, εν ολίγοις με τη συνδιαλλαγή με το αστικό καθεστώς. Στις σημερινές συνθήκες αυτή η τάση παζαρεύει τους ρυθμούς, την έκταση και τις μορφές επιδείνωσης της θέσης της εργατικής τάξης. Στον πολιτικό αγώνα, η πρώτη τάση εκδηλώνεται ως επαναστατική πολιτική πάλη για αντικαπιταλιστικές ρήξεις, ανατροπή της αστικής κυριαρχίας, κομμουνιστική απελευθέρωση, ενώ η δεύτερη ως ρεφορμισμός κάθε είδους, συνδιαχείριση, «κοινωνικά συμβόλαια» και συχνά ως παραλλαγή κυρίαρχης αστικής πολιτικής, αποστράτευση, διάλυση.
3.1.4 Για να προσδιορίσουμε ποιοι εντάσσονται στη σύγχρονη εργατική τάξη αξιοποιούμε τα μαρξικά και λενινιστικά κριτήρια. Σύμφωνα με αυτά, στην εργατική τάξη εντάσσονται όσοι δεν κατέχουν μέσα παραγωγής∙ για να ζήσουν είναι αναγκασμένοι να πουλούν την εργατική τους δύναμη και ως πηγή εισοδήματός τους (κατά το συντριπτικό μέρος) έχουν τη μισθωτή εργασία∙ δεν έχουν υψηλό επίπεδο αμοιβής∙ δεν έχουν διευθυντική θέση ή κατασταλτικό ρόλο στο καπιταλιστικό σύστημα. Προφανώς τα εν λόγω κριτήρια πρέπει να χρησιμοποιούνται όχι μηχανιστικά, αλλά με τρόπο ο οποίος παίρνει υπόψη τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί από τα μέσα του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα στο περιεχόμενο και στην οργάνωση της εργασίας, στη σχέση χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, στις δεξιότητες της εργατικής δύναμης την οποία εκμεταλλεύεται ο εργοδότης κ.λπ.
Η σημερινή εργατική τάξη στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον κόσμο, έχει σύνθετα χαρακτηριστικά. Υπάρχουν εργαζόμενοι που δουλεύουν σε βιομηχανικές μονάδες της πρωτογενούς παραγωγής ή της μεταποίησης, αλλά και στις λεγόμενες «υπηρεσίες», οι οποίες αυξάνουν το ειδικό τους βάρος, και μάλιστα ορισμένοι κλάδοι τους αποτελούν σύγχρονους τύπους βιομηχανιών. Εργαζόμενοι που κάνουν κατά βάση ή καθαρά χειρωνακτική εργασία, αλλά και διευρυνόμενα τμήματα «πνευματικού» προλεταριάτου. Εργαζόμενοι σε ιδιωτικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, αλλά και στο Δημόσιο. Εργαζόμενοι σε εταιρείες οι οποίες απασχολούν μεγάλο αριθμό εργατών, αλλά και ‒κυρίως‒ εργαζόμενοι που απασχολούνται σε μικρές και μεσαίες. Εργαζόμενοι που παράγουν άμεσα υπεραξία, αλλά και άλλοι που εργάζονται στον κύκλο πραγμάτωσής της, βοηθώντας το κεφάλαιο-εργοδότη να αυτοαξιοποιηθεί και να αποσπάσει τμήμα της υπεραξίας που παράγεται αλλού.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα τμήματα των εργαζομένων παίζουν ή έχουν τη δυνατότητα να παίξουν τον ίδιο ρόλο στον άμεσο οικονομικό και πολιτικό αγώνα, αλλά και στον συνολικό επαναστατικό αγώνα. Η εμπειρία της πανδημίας ανέδειξε με έναν απλό, έστω εμπειρικό, τρόπο πως υπάρχουν πάντα ορισμένα τμήματα της εργατικής τάξης που πραγματικά χωρίς αυτά «γρανάζι δεν γυρνά»· αυτά απαρτίζονται κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) από τα λεγόμενα «κατώτερα» τμήματα και πάντως ‒αυτό είναι το κύριο‒ έχουν λιγότερους δεσμούς με την άμεση και έμμεση εξουσία των αφεντικών τους. Είναι καθήκον της κομμουνιστικής πρωτοπορίας να θέσει σε πρώτη προτεραιότητα την οργάνωση αυτών των τμημάτων και τη δημιουργία πολιτικών δεσμών μαζί τους, πεδίο που αποτελεί και δείκτη ποιότητας του εργατικού χαρακτήρας της. Φυσικά, την ίδια στιγμή, η παρέμβασή μας απευθύνεται στο σύνολο των εργαζομένων, ενώ απορρίπτουμε θεωρητικές προσεγγίσεις, που, στο όνομα μιας δήθεν «καθαρότητας», δεν εντάσσουν στην εργατική τάξη μεγάλα τμήματα των εργαζομένων, αναπαράγοντας τον κατακερματισμό της, για να δικαιολογήσουν τελικά τις θεωρίες περί εξαφάνισης ή μεγάλης απομείωσης της εργατικής τάξης και του ρόλου της.
Με οδηγό αυτά τα κριτήρια προσεγγίζουμε και ανιχνεύουμε και τα στοιχεία των επίσημων στατιστικών.
3.2 Η ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας (βλ. Παράρτημα 1)
3.2.1 Στα τέλη του 2024 καταγράφηκαν 4.278.700 απασχολούμενοι και 480.000 άνεργοι (στο μητρώο της ΔΥΠΑ για τον Ιούλιο του 2025 ήταν εγγεγραμμένα 795.588 άτομα). Το ποσοστό απασχόλησης για άτομα ηλικίας 15-65 ετών ήταν περίπου 63,3%, έναντι 75,8% του μέσου όρου της ΕΕ.
Το 2024 καταγράφονται 2.963.000 εργαζόμενοι με μισθωτή σχέση εργασίας (το 2019 ήταν 2.303.109), 846.300 αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό, 314.200 εργοδότες και 152.800 βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση. Τα στοιχεία του ΕΦΚΑ για το τέλος του 2024 αναφέρουν 2.585.219 μισθωτούς στον ιδιωτικό τομέα. Στο (σχετικά υψηλό) ποσοστό αυτοαπασχολούμενων εμπεριέχεται ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων που αμείβεται με Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών (μπλοκάκι), οι οποίοι παρέχουν μόνιμα εξαρτημένη εργασία.
3.2.2 Με βάση τον τομέα οικονομικής δραστηριότητας, στον πρωτογενή τομέα εργάζονταν 454.500 εργαζόμενοι (10,6%), στη μεταποίηση και στις κατασκευές 706.400 (16,5%), στον ευρύ κλάδο των υπηρεσιών 1.935.500 (45,2%) και στη δημόσια διοίκηση και στις κοινωνικές υπηρεσίες 1.182.200 (27,6%).
Με βάση την κλαδική διάρθρωση, στο εμπόριο (χονδρικό και λιανικό) απασχολούνται πάνω από 700.000 μισθωτοί (το 22-24% του συνόλου των εργαζομένων). Εξίσου μεγάλος είναι και ο αριθμός των εργαζομένων στις υπηρεσίες εστίασης και στα τουριστικά καταλύματα: προσεγγίζει τις 700.000, αν και υπάρχει σημαντική εποχικότητα. Ακολουθούν οι τομείς της μεταποίησης (11,3%) και των επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων (8,3%). Το μέγεθος της μεταποίησης αυξάνεται, αν προσθέσουμε σ’ αυτήν την παραγωγή και διανομή ενέργειας, την παροχή νερού, επεξεργασία λυμάτων και διαχείριση αποβλήτων και τα ορυχεία και λατομεία. Το μεγαλύτερο μερίδιο στη μεταποίηση (4,5%) έχει η βιομηχανία τροφίμων με 110.000 εργαζομένους και ακολουθούν η ενέργεια, το μέταλλο, τα χημικά προϊόντα και τα φάρμακα. Στις κατασκευές απασχολούνται περίπου 170.000 εργαζόμενοι (5,1%), εκ των οποίων το 33% είναι μετανάστες. Σημαντικοί κλάδοι από πλευράς απασχόλησης είναι επίσης η εκπαίδευση (δημόσια και ιδιωτική), οι υπηρεσίες ανθρώπινης υγείας και κοινωνικής μέριμνας (δημόσιες και ιδιωτικές), ενώ ανοδικές τάσεις εμφανίζουν οι υπηρεσίες αποθήκευσης και μεταφορών, καθώς και ο κλάδος τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής. Το ποσοστό σε καθέναν από αυτούς τους κλάδους κυμαίνεται στο 5%.
3.2.3 Σύμφωνα με το σύστημα ΕΡΓΑΝΗ (2024), το 15,51% (390.925) των εργαζομένων δουλεύει σε 216.446 επιχειρήσεις που απασχολούν 1-4 εργαζομένους, το 11,31% (284.992) σε 43.787 επιχειρήσεις με 5-9 εργαζομένους, το 26,71% (673.000) σε 35.414 επιχειρήσεις με 10-49 εργαζομένους, το 18,13% (456.727) σε 4.582 επιχειρήσεις με 50-249 εργαζομένους και το 28,34% (714.081) εργάζεται σε 885 επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζομένους. Στο σύστημα καταγράφονται 150 επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από 1.000 εργαζομένους. Φαίνεται ότι περίπου το 46% των εργαζομένων δουλεύει σε επιχειρήσεις με περισσότερους από 50 εργαζομένους, ενώ αρκετές από τις μικρές επιχειρήσεις ανήκουν σε κοινό ιδιοκτήτη.
3.2.4 Σε ό,τι αφορά το επίπεδο των μισθών και της διαβίωσης: Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης του ΟΟΣΑ για την παγκόσμια ευημερία, η Ελλάδα έχει από τις χειρότερες επιδόσεις σε μισθολογικά θέματα, με τον τρίτο χειρότερο μισθό ανάμεσα στις 35 χώρες, μετά το Μεξικό και την Κολομβία, πολύ κοντά στη Σλοβακία και την Ουγγαρία. Το 42,6% των νοικοκυριών χρωστάει (δόση δανείου, εισφορές, λογαριασμούς κ.λπ.), ποσοστό που αποτελεί θλιβερή πρωτιά σε όλη την ΕΕ με δεύτερη ‒πολύ πίσω‒ τη Βουλγαρία (18,7%). Ο μέσος μισθός είναι 940 ευρώ (1.080 κατά την κυβέρνηση), χαμηλότερος από το επίπεδο του 2010 ακόμη και σε ονομαστικές τιμές, πόσο μάλλον σε πραγματικές (αποπληθωρισμένες). Το 86,6% των φορολογούμενων φυσικών προσώπων έχει ετήσιο εισόδημα κάτω από 20.000 ευρώ.
Αξίζει επίσης να επισημάνουμε και ορισμένους παράγοντες που επηρεάζουν τη ζωή των εργαζομένων και των ανέργων, όπως τα έσοδα από άλλες πηγές πέρα από την κύρια εργασία (ενοίκια, αγροτικά εισοδήματα, αυτοαπασχόληση ως δεύτερη δουλειά, οικογενειακό δίκτυο στήριξης κ.ά.).
Σε κάθε περίπτωση, το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ φτωχών και πλουσίων δεν έχει προηγούμενο. Εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν να βρεθούν ή βρίσκονται ήδη στο περιθώριο. Η απάντηση των θεσμών του κεφαλαίου είναι το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα (γι’ αυτό και η συζήτηση στην ΕΕ για επαρκείς κατώτατους μισθούς). Στόχος τους είναι η διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης και συνοχής, μέσα από τη διατήρηση αυτών των πληθυσμών σε μια κατάσταση «οριακής ενεργοποίησης». Παρεμφερής είναι και η λογική των προγραμμάτων «επιδότησης» των ανέργων ή, όπως συχνά αναφέρεται σε διεθνής οργανισμούς, «επιδότησης της εργασίας». Η πρόσφατη Ευρωπαϊκή Οδηγία για «επαρκείς κατώτατους μισθούς», όπως κατ’ ευφημισμόν αποκαλούνται, η οποία υποτίθεται ότι υλοποιήθηκε με τον πρόσφατο νόμο Κεραμέως, παρακάμπτει τα συνδικάτα και τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και δίνει το δικαίωμα στην κυβέρνηση να καθορίζει τον μισθό με τη χρήση αλγόριθμων που υπολογίζουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
3.2.5 Ειδικά σε ό,τι αφορά τους εργαζομένους στον δημόσιο τομέα, τα πράγματα έχουν αλλάξει μετά τα τρία μνημόνια, που είχαν ως βασικό στόχο τη μείωση του αριθμού τους (αλλά και τις ιδιωτικοποιήσεις και τη γενίκευση των ΣΔΙΤ). Οι μισθωτοί που απασχολούνται στον δημόσιο τομέα φτάνουν περίπου στο 16% του συνόλου, κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ. Το 2023, το σύνολο του τακτικού προσωπικού ήταν περίπου 568.000 άτομα, τα οποία κατανέμονταν ως εξής: 172.000 εκπαιδευτικοί και 10.000 ιερείς στο Υπουργείο Παιδείας, 71.500 άτομα στο Υπουργείο Υγείας, 84.500 άτομα στους ΟΤΑ, 86.700 στο Υπουργείο Άμυνας και 60.700 στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Το μη τακτικό προσωπικό φτάνει τις 160.000, ενώ το προσωπικό των ΝΠΙΔ τις 51.000. Σημαντικό τμήμα τους αποτελεί τον κρατικό μηχανισμό που προασπίζεται και επιβάλλει τα συμφέροντα της αστικής τάξης (ανώτερα τμήματα της κρατικής γραφειοκρατίας, δικαστές, αστυνομία και στρατιωτικοί), ενώ ορισμένοι ανήκουν στην αστική τάξη.
3.2.6 Συνεπώς, η σύγχρονη εργατική τάξη είναι το μεγαλύτερο τμήμα των 2.963.000 μισθωτών. Από τις τάξεις της εξαιρούνται όσοι ασκούν διευθυντική λειτουργία, όσοι έχουν μεγάλες αμοιβές και άλλες ιδιαιτερότητες που αφορούν την οικονομική τους κατάσταση ή δουλεύουν στα σώματα ασφαλείας και ως ιερείς. Συγκροτείται από το μεγαλύτερο τμήμα των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, των εργαζομένων στο Δημόσιο, των συμβασιούχων του Δημοσίου και μεγάλο μέρος όσων εργάζονται σε ΝΠΙΔ (αφού αφαιρέσουμε τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας, τους μόνιμους στρατιωτικούς και τους ιερείς).
Ταυτόχρονα, στη σύγχρονη εργατική τάξη χρειάζεται να συνυπολογίσουμε ένα τμήμα των εργαζομένων της αδήλωτης εργασίας, οι οποίοι δεν καταγράφονται στις έρευνες εργατικού δυναμικού, ένα τμήμα όσων καταγράφονται ως αυτοαπασχολούμενοι αλλά έχουν εξαρτημένη σχέση εργασίας και πάνω από το 60% των ανέργων.
3.3 Ποιοτικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης εργατικής τάξης
3.3.1 Η σχετικά ομογενοποιημένη και συγκεντρωμένη εργατική τάξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού και της αλυσίδας της μαζικής τυποποιημένης παραγωγής έχει δώσει σε μεγάλο βαθμό τη θέση της στην πολυδιασπασμένη, κατακερματισμένη και εξατομικευμένη εργατική τάξη του σημερινού καπιταλισμού των πολυεθνικών πολυκλαδικών δικτύων και των ευέλικτων και συνδυασμένων γραμμών παραγωγής και εργασιακών σχέσεων. Η ελεγχόμενη από μια άκαμπτη-καθετοποιημένη ιεραρχία εργατική τάξη, η οποία κινούνταν με τον ρυθμό της μηχανής, σήμερα πειθαναγκάζεται-πειθαρχείται πιο «ρευστά» –ίσως και πιο αόρατα– αλλά πολύ πιο οργανικά κι αποτελεσματικά από τον ρυθμό της πληροφορίας και το λογισμικό που χρησιμοποιεί (και τα δύο ελεγχόμενα από την εργοδοσία), που δεσμεύουν όχι μόνο τα χέρια της, αλλά και το μυαλό της (ενίοτε και πέραν του συμβατικού ωραρίου εργασίας). Η έννοια του κοινού συμφέροντος ‒το οποίο είναι η βάση της συλλογικής στάσης και διεκδίκησης‒ συνδεόταν πάντα με την ύπαρξη συνολικών χειραφετητικών προταγμάτων σε επίπεδο προοπτικής και πολιτικής πρακτικής. Η υποχώρηση αυτής της προοπτικής και πρακτικής, η πολιτική και ιδεολογική ήττα του εργατικού κινήματος και οι συνέπειές της, το κυνήγι των ατομικών ευκαιριών, η αποθέωση του ανταγωνισμού, ο συντεχνιακός κατακερματισμός και η κυριαρχία του στενού και άμεσου συμφέροντος που προωθεί εδώ και δεκαετίες η συνδικαλιστική γραφειοκρατία έχουν υπονομεύσει την έννοια του κοινού ταξικού συμφέροντος.
Συχνά παρατηρείται ότι η ανεργία, η οποία σε περιόδους ύφεσης ή κρίσης αυξάνεται, δεν μειώνεται δραστικά ή τουλάχιστον σε αντιστοιχία με τους αυξημένους ρυθμούς ανάπτυξης σε επόμενες περιόδους. Αυτό οφείλεται –πέρα από την εντατικοποίηση της εργασίας– και στη συνεχή υποκατάσταση της ζωντανής εργασίας από τη νεκρή.
Προκύπτει και από αυτό το στοιχείο, ότι το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να διεκδικήσει κανένα καλύτερο μέλλον εγκλωβισμένο στον ορίζοντα της «καπιταλιστικής ανάπτυξης». Το ίδιο καταδεικνύει, ειδικά στην Ελλάδα, το χαμηλό «ποσοστό απασχόλησης εργατικού δυναμικού (71%, τρίτη θέση από το τέλος στην ΕΕ), ανεξάρτητα από αν καταγράφονται ως άνεργοι όσοι είναι «εκτός απασχόλησης».
Το επίπεδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της επιστήμης-τεχνικής σήμερα καθιστά την εργασία πιο σύνθετη, ενώ ο διεθνής αλλά και ο εσωτερικός καταμερισμός εργασίας, καθώς και οι διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, που αναπτύσσονται σε ανώτερη βάση, επιδρούν στους όρους εξασφάλισης της ενότητάς της με αντιφατικό πολλές φορές τρόπο. Ως εκ τούτου, οι προηγούμενες δομές και μορφές συγκρότησης και δράσης του εργατικού κινήματος δεν μπορούν, εκτός των άλλων, να εκφράσουν πάντα με ολοκληρωμένο τρόπο την ανάγκη της εργατικής ενότητας, όπως αυτή διαμορφώνεται στις σύγχρονες συνθήκες.
3.3.2 Οι αλλαγές που προαναφέρθηκαν (τόσο αυτές που αφορούν την άμεση διαδικασία της παραγωγής όσο κι εκείνες που αφορούν τις εκτός παραγωγής πτυχές) θέτουν σε κίνηση διεργασίες με διπλή κατεύθυνση:
Από τη μια, δημιουργούν νέες δυνατότητες επανασυγκρότησης-ενοποίησης της εργατικής τάξης και συνολικά του κοινωνικού-πολιτικού υποκειμένου της ανατρεπτικής πάλης σε μια διαφορετική –ανώτερη– βάση. Ωστόσο, η επανασυγκρότηση-ενοποίηση της εργατικής τάξης είναι μια δυνατότητα, όχι μια αντικειμενική και νομοτελειακή εξέλιξη. Εξαρτάται, δηλαδή, από την πορεία της ταξικής πάλης και από τη διπλής κατεύθυνσης αλληλεπίδραση της εργατικής πάλης με συλλογικότητες ανώτερης πολιτικής συνείδησης, προοπτικής και δράσης. Συνεπώς, η εργατική τάξη ενοποιείται και συγκροτείται σε τάξη για τον εαυτό της μέσα στην ίδια της την πάλη. Έτσι μόνο μπορεί να νοείται και να αναπτύσσεται η τάση χειραφέτησης.
Από την άλλη, δημιουργούν τάσεις αποσυγκρότησης της εργατικής τάξης ως ενιαίας κοινωνικής δύναμης. Η τάση υποταγής δεν αφορά απλώς τον εργοδοτικό/κυβερνητικό συνδικαλισμό· δεν είναι μια διαδικασία που πηγάζει μόνο από την τρομοκρατία στους τόπους δουλειάς ή έστω από την εξάρτηση των άμεσων εργατικών συμφερόντων από το κεφάλαιο και την καπιταλιστική παραγωγή. Είναι, επίσης, μια σύνθετη διαδικασία, η οποία αφορά τις συγκεκριμένες κάθε φορά μορφές με τις οποίες ο εργάτης εισέρχεται στην παραγωγή σαν «εξάρτημα του παραγωγικού μηχανισμού», τις τάσεις διάσπασης-εξατομίκευσης και τις ιδεολογικές-πολιτικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της εκμετάλλευσης.
3.4 Κρίσιμα ζητήματα για την εργατική τάξη στην Ελλάδα
Η εργατική τάξη στην Ελλάδα είναι σήμερα πιο πολυσύνθετη, πιο μορφωμένη, πιο πολυεθνική από τις προηγούμενες γενιές. Ταυτόχρονα, είναι περισσότερο κατακερματισμένη σε ό,τι αφορά τις μορφές αγοραπωλησίας της εργατικής της δύναμης και τους τρόπους και τόπους παροχής εργασίας. Αν πριν από μερικά χρόνια συζητούσαμε για τον χαρακτήρα και τις μελλοντικές επιπτώσεις των νέων εργασιακών σχέσεων, σήμερα οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε στην ανάπτυξη της εργατικής πάλης απορρέουν από την εφαρμογή και τη γενίκευσή τους.
3.4.1 Παρά το γεγονός ότι η μεγάλη πλειονότητα της εργατικής τάξης στην Ελλάδα απασχολείται ακόμα με καθεστώς πλήρους απασχόλησης (βλ. Παράρτημα 2), η ευελιξία-ελαστικοποίηση και η αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων αποτελούν βασικά στοιχεία των πολιτικών της κυβέρνησης της ΝΔ (και όλων των αστικών κυβερνήσεων), του κεφαλαίου και της ΕΕ. Μορφές προσωρινής απασχόλησης, μπλοκάκι, part time, εκ περιτροπής εργασία, συμβάσεις έργου, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, υπεργολαβίες και δανεισμός εργαζομένων συγκροτούν ένα πλαίσιο, στον ιδιωτικό αλλά, ολοένα και περισσότερο, και στον δημόσιο τομέα, όπου δεν είναι δεδομένο κανένα εργατικό δικαίωμα.
Στο πλαίσιο αυτό, αυξάνεται η τάση να υπάρχουν διαφορετικοί φορείς-εργοδότες ακόμα και μέσα στον ίδιο εργασιακό χώρο, ακόμα και για το ίδιο είδος εργασίας, ενώ διευρύνεται και η ενοικιαζόμενη εργασία. Παράλληλα, επεκτείνεται η παροχή εργασίας για λογαριασμό μιας επιχείρησης από εργαζομένους που προέρχονται από διαφορετικές χώρες με διαφορετικές εργασιακές σχέσεις.
Οι νέοι εργαζόμενοι αποτελούν τα βασικά θύματα των ελαστικών μορφών εργασίας, καθώς απασχολούνται συχνότερα σε επισφαλείς, χαμηλά αμειβόμενες και προσωρινές θέσεις εργασίας, με περιορισμένα εργασιακά δικαιώματα και έντονη αβεβαιότητα. Σημαντικό πρόβλημα με την επισφάλεια και τη μαύρη-αδήλωτη εργασία σημειώνεται στους κλάδους όπου απασχολείται ο μεγαλύτερος αριθμός εργαζομένων (εμπόριο, υπηρεσίες, τουρισμός-επισιτισμός, κατασκευές).
3.4.2 Το βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ και του κεφαλαίου σε ό,τι αφορά τις εργατικές αμοιβές είναι η καθήλωσή τους σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, με τον κατώτατο μισθό να διαμορφώνεται στον ιδιωτικό τομέα στα 920 ευρώ μεικτά (772 ευρώ καθαρά), ενώ στον δημόσιο (και χωρίς 13ο και 14ο μισθό) φτάνει για τους εργαζομένους Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) στα 715 ευρώ και για τον πρωτοδιόριστο τα 639 ευρώ. Παράλληλα, ιδίως στα μεσαία εργατικά στρώματα, παρατηρούνται μεγάλες ανισότητες τόσο ως προς το ύψος του μισθού όσο και ως προς τον τρόπο αμοιβής. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτές τις κατηγορίες εργαζομένων, οι μέσες αποδοχές, ειδικά στις νεότερες γενιές, τείνουν να ομογενοποιούνται σε χαμηλά επίπεδα (π.χ. νέοι γιατροί, μηχανικοί).
Την ίδια στιγμή, η εξάπλωση πρακτικών συνάρτησης μισθού και απόδοσης, αντικατάστασης μεγάλου μέρους του σταθερού μισθού από πριμ παραγωγικότητας και άλλες πολιτικές «παροχών» εξελίσσονται σε εργαλεία διαφοροποίησης των εργαζομένων και ανταγωνισμού μεταξύ τους. Εταιρείες σε αρκετούς κλάδους προσφέρουν ομαδική ασφάλιση υγείας και ζωής καθώς και meal vouchers (διατακτικές-κουπόνια σίτισης) με μέση ετήσια αξία έως και 1.452 ευρώ. Μεγάλο τμήμα των μισθωτών λαμβάνει μέρος των συμφωνημένων αποδοχών αδήλωτα (μαύρα), ειδικά σε χώρους όπως οι κατασκευές, η εστίαση, το εμπόριο, ο τουρισμός κ.ά. Ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν καταργεί την ανειδίκευτη, αλλά και ευρύτερα τη μαύρη και ανασφάλιστη εργασία. Την έχει απόλυτη ανάγκη, καθώς η άντληση απόλυτης υπεραξίας είναι συστατικό στοιχείο του, το οποίο συμπληρώνει οργανικά την άντληση σχετικής υπεραξίας στο «καθεστώς» της συνολικής ανάπτυξης της εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας.
3.4.3 Τα διαφορετικά ωράρια, από τις συμβάσεις διαθεσιμότητας έως την 6ήμερη εργασία, τις υπερωρίες και την υπέρβαση του 40ωρου, επιδεινώνουν τις συνθήκες εργασίας και συρρικνώνουν τον ελεύθερο χρόνο των εργαζομένων. Παράλληλα, σύμφωνα με στοιχεία του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για το 2023, το 58,2% των εργαζομένων απασχολούνταν και εκτός τυπικού ωραρίου, σε βάρδιες, απογευματινή, νυχτερινή ή σαββατοκυριακάτικη εργασία. Ο χρόνος εργασίας αναδεικνύεται έτσι σε κεντρικό πεδίο κοινωνικής και εργατικής διεκδίκησης.
3.4.4 Ριζικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις έχει επιφέρει και ο λεγόμενος «καπιταλισμός της πλατφόρμας» (gig economy) που αναπτύσσεται, κατά βάση, μέσω ψηφιακών εταιρειών (Uber, Airbnb, Amazon, Wolt, efood κ.ά.). Ο «καπιταλισμός της πλατφόρμας» αποτελεί σύγχρονη μορφή οργάνωσης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, που διευρύνει την επισφάλεια, αποδιαρθρώνει τα εργασιακά δικαιώματα και ενισχύει τον ψηφιακό έλεγχο της εργασίας μέσω αλγορίθμων. Συχνά οι εργαζόμενοι μετατρέπονται σε «ανεξάρτητους συνεργάτες» και το κόστος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης μεταφέρεται στους ίδιους. Οι εργαζόμενοι στις πλατφόρμες συνήθως είναι απομονωμένοι από τους συναδέλφους τους, γεγονός που δυσκολεύει την επικοινωνία και καθιστά δύσκολη τη συνδικαλιστική οργάνωσή τους. Παρά τις δυσκολίες, σε όλο τον κόσμο, αλλά και στην Ελλάδα, έχουν αναπτυχθεί νέες μορφές αντίστασης και οργάνωσης (π.χ. ψηφιακές πλατφόρμες συντονισμού ή απεργίες με αποσύνδεση από την εφαρμογή), φυσικές διαμαρτυρίες και δημιουργία νέων σωματείων και επιτροπών εργαζομένων.
3.4.5 Η τηλεργασία διευρύνθηκε σημαντικά μετά την πανδημία (βλ. Παράρτημα 3) σε όλες τις μορφές της (κατ’ οίκον, τηλεκέντρα, κινητή εργασία κ.λπ.) και έχει επεκταθεί σε ευρύτερα τμήματα της οικονομίας. Η προσπάθεια πλατιάς εφαρμογής της στις δημόσιες υπηρεσίες την περίοδο της Covid-19 οδήγησε στη μόνιμη εγκαθίδρυση τηλε-δομών για κάθε «έκτακτη συνθήκη» (π.χ. τηλε-σχολείο) ακόμα και σε κλείσιμο αρκετών υπηρεσιών, παραρτημάτων κ.ά.
Η τηλεργασία ως μορφή εργασίας είναι «παγίδα». Παρότι προβάλλεται ως μέσο διευκόλυνσης των εργαζομένων, ουσιαστικά προσαρμόζεται στις ανάγκες των εργοδοτών, καθώς τα όποια οφέλη της δεν τα καρπώνεται η κοινωνική πλειονότητα, αλλά κατ’ ουσίαν το κεφάλαιο. Το σπίτι μετατρέπεται σε χώρο εργασίας, παραβιάζεται και θολώνει ως έννοια στο όνομα της εργασίας. Η συνεχής διαθεσιμότητα, η ψηφιακή παρακολούθηση και η εντατικοποίηση της εργασίας καθιστούν ολοένα πιο δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ εργάσιμου και ελεύθερου χρόνου, με επιπτώσεις στη σωματική και την ψυχική υγεία των εργαζομένων. Οι εφαρμογές chat, οι κάμερες και τα λογισμικά εργασίας μπορούν να εντατικοποιήσουν, να προτυποποιήσουν, να χρονομετρήσουν, να ελέγξουν την εργασία από το σπίτι με πρωτόγνωρο τρόπο. Παράλληλα, οι εργοδότες μειώνουν λειτουργικά κόστη, ενώ μέρος των εξόδων μεταφέρεται στους εργαζομένους (παρότι θεσμικά τα έξοδα τηλεργασίας πληρώνονται με 28 ευρώ/μήνα). Παρ’ όλα αυτά εμφανίζεται και η αντίστροφη τάση, δηλαδή ο περιορισμός ή και η πλήρης κατάργησή της από αρκετές επιχειρήσεις, καθώς το νομοθετικό οπλοστάσιο δεν έχει αναπτυχθεί ακόμα σε τέτοιο βαθμό στην Ελλάδα, ώστε να διασφαλίζει τη στενή παρακολούθηση και τον διαρκή έλεγχο των εργαζομένων κατά τη διάρκεια της τηλεργασίας.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επίδραση της τηλεργασίας στη δυνατότητα συνδικαλιστικής συγκρότησης και συλλογικής αντίστασης-διεκδίκησης, καθώς, χωρίς φυσική προσωπική επαφή μεταξύ συναδέλφων, δυσκολεύει η ανάπτυξη κοινωνικών δεσμών μεταξύ τους, και κατ’ επέκταση η αλληλεπίδρασή τους, η ανταλλαγή πολιτικών ιδεών/απόψεων και προβληματισμών, η συγκρότηση δεσμών αλληλεγγύης. Την ίδια στιγμή, όμως, αναπτύσσονται νέες μορφές επικοινωνίας, συντονισμού και συλλογικής δράσης μέσω ψηφιακών δικτύων.
Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας θα μπορούσε να αξιοποιηθεί προς όφελος των εργαζομένων, μειώνοντας τον χρόνο εργασίας, διευκολύνοντας τον εργαζόμενο να έχει συνολική εποπτεία του αντικειμένου εργασίας και μια δημιουργική εργασία, αυξάνοντας τους μισθούς και συμβάλλοντας στη μείωση της ανεργίας ή στην απαλλαγή από βαριές και ανθυγιεινές εργασίες κ.ά. Ωστόσο, στις σημερινές συνθήκες χρησιμοποιείται κυρίως από το κεφάλαιο ως εργαλείο εντατικοποίησης, ελέγχου και περαιτέρω εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα των νεότερων εργαζομένων.
3.4.6 Η μαζική είσοδος μεταναστών αποτέλεσε μία από τις πιο θεμελιακές αλλαγές στη συγκρότηση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα – αλλά όχι μόνο. Βιομηχανία, κατασκευές, αγροτική παραγωγή, τουρισμός και εστίαση σφραγίστηκαν από την είσοδο των μεταναστών.
Οι επίσημα καταγραμμένοι εργαζόμενοι/ες μετανάστες/στριες στην Ελλάδα το 2024, με βάση τα στοιχεία της Eurostat, ήταν 913.400 υπήκοοι τρίτων χωρών (8,8% του πληθυσμού, έναντι μέσου όρου 6,63% στην ΕΕ την ίδια χρονιά), ενώ 508.499 άτομα προέρχονταν από χώρες εκτός ΕΕ. Μετά την κρίση και τον επαναπατρισμό ή την εγκατάσταση χιλιάδων μεταναστών σε άλλες χώρες της Ευρώπης, ο αριθμός τους έχει διαφοροποιηθεί. Βέβαια, έχουν προστεθεί χιλιάδες νέοι μετανάστες, πολλοί από τους οποίους εργάζονται άτυπα, χωρίς χαρτιά και δικαιώματα. Γενικά, οι μετανάστες εργάζονται με χαμηλότερες αποδοχές και χειρότερες συνθήκες εργασίας. Ωστόσο, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε συγκεκριμένους κλάδους του ελληνικού καπιταλισμού (γεωργία, κατασκευές, τουρισμός) θα φέρνουν νέα κύματα αλλοδαπών εργαζομένων (νομότυπων ή όχι), ενώ υπάρχει και σχετική θεσμική δυνατότητα αιτήσεων από επιχειρήσεις για είσοδο και διαμονή περιορισμένης χρονικής διάρκειας μεταναστών εργατών, ειδικά στον αγροτικό τομέα.
Η υπέρβαση της διάσπασης ανάμεσα στους Έλληνες και στους ξένους εργάτες δεν είναι απλό ζήτημα. Ο ανταγωνισμός υπάρχει και αναπτύσσεται – μάλιστα, είναι εντονότερος στα τμήματα της εργατικής τάξης που βρίσκονται στις χαμηλότερες βαθμίδες του κοινωνικού καταμερισμού. Ο ρατσισμός που αναπτύχθηκε στην ελληνική κοινωνία, όπως και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, απέκτησε πολύ συχνά λαϊκά και εργατικά ερείσματα. Ειδική έκφανση του φαινομένου είναι οι αντιθέσεις που αναδύθηκαν μεταξύ διαφορετικών εθνικοτήτων ή θρησκειών. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια, μέσα από πολλές δυσκολίες, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει. Ολοένα και περισσότεροι μετανάστες οργανώνονται και αποκτούν συνδικαλιστικές και πολιτικές εμπειρίες. Είναι βέβαιο ότι ο ρατσισμός αντιμετωπίζεται κυρίως με την κοινή πάλη Ελλήνων και ξένων εργαζομένων, πρώτα απ’ όλα μέσα στους χώρους δουλειάς, με τη διαμόρφωση κοινών εργατικών συλλογικοτήτων και διεθνιστικής συνείδησης. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται το εργατικό κίνημα να διεκδικήσει πλήρη ισότητα δικαιωμάτων για Έλληνες και ξένους εργαζομένους, νομιμοποίηση χωρίς προϋποθέσεις, πλήρη εγγραφή στα συνδικάτα. Παράλληλα, κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η αντιμετώπιση της συνεχούς κρατικής αυθαιρεσίας και βίας απέναντι στους μετανάστες, όπως και η αποφασιστική αντιπαράθεση με τις αντίστοιχες πρακτικές φασιστικών και ακροδεξιών ομάδων.
3.4.7 Η καλλιέργεια αντιπαράθεσης ανάμεσα στους εργαζομένους του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα ‒αν και με μικρότερη πλέον σημασία, μετά την ταυτόχρονη καθίζηση των μισθών και στους δύο τομείς και την ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση για τους εργαζομένους στο Δημόσιο και στις πρώην ΔΕΚΟ‒ εξακολουθεί να είναι ενεργή.
Πλέον, βέβαια, οι εργασιακές σχέσεις στο Δημόσιο έχουν αναδιαρθρωθεί σε χειρότερη βάση για τους εργαζομένους. Είναι μεγάλος ο αριθμός των υπαλλήλων που δουλεύουν με διαφόρων μορφών ελαστικές σχέσεις απασχόλησης, π.χ. με μερική απασχόληση ή μέσω εργολαβικών σκλαβοπάζαρων (leasing). Επίσης, σημειώθηκε σημαντική μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, με περικοπές στους μισθούς, στα επιδόματα, στις άδειες, καταστρατήγηση δικαιωμάτων αλλά και άρση της προστασίας από τις απολύσεις των εργαζομένων με σχέση αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου. Η μη επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού στο Δημόσιο έχει παγιώσει χαμηλές αποδοχές για μεγάλα τμήματα των υπαλλήλων. Ειδικότερα, οι νεότερες γενιές που μετακινούνται (αναπληρώτριες/τές, νεοδιόριστοι/ες) διαβιούν σε πρωτοφανείς συνθήκες – σε μια κατάσταση νομαδικής απελπισίας για την εξασφάλιση ενός μισθού και με διαρκή εναλλαγή εργασίας-ανεργίας μέσα από την εξάπλωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ταυτόχρονα, με την προώθηση της συλλογής προσόντων έχει ανοίξει μια τεράστια αγορά πτυχίων και σεμιναρίων, τα οποία κυνηγούν οι νέοι εργαζόμενοι στο Δημόσιο προκειμένου να μαζέψουν μόρια. Τέλος, η προωθούμενη αξιολόγηση και η κατάργηση της μονιμότητας αποσκοπούν στη συντριβή του κινήματος και επιδιώκουν να διαμορφώσουν υπαλλήλους, οι οποίοι, εκτός από το ότι θα αποδέχονται τους εντατικοποιημένους όρους δουλειάς, θα εξαρτώνται ολοκληρωτικά από τη βούληση της πολιτικής ηγεσίας.
Βέβαια, η κατάσταση δεν είναι ίδια σε όλο τον δημόσιο τομέα. Ο κατακερματισμός και οι διακρίσεις έχουν αυξηθεί. Οι υπηρεσίες που σχετίζονται με τον πυρήνα της προώθησης των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων και οι μηχανισμοί που ασχολούνται με επενδύσεις, προωθούν ιδιωτικοποιήσεις ή σχετίζονται με το «βαθύ κράτος» έχουν σχετικά καλύτερες απολαβές για τους εργαζομένους τους. Η κυβέρνηση προωθεί τη λογική των bonus για τους «καλύτερους» υπαλλήλους, αυτούς/ές που εκτελούν υπάκουα εντολές, κυνηγούν στοχοθεσίες και αμείβονται με πριμ παραγωγικότητας.
3.4.8 Η εργασιακή ικανότητα των εργαζομένων περιλαμβάνει το σύνολο των πνευματικών και των χειρωνακτικών ικανοτήτων-δεξιοτήτων τους, οι οποίες εξελίσσονται στον χρόνο και επηρεάζονται από το παραγωγικό και τεχνολογικό-επιστημονικό περιβάλλον. Σε μεγάλο βαθμό, η βαριά χειρωνακτική, η μονότονη, η εκτελεστική εργασία και ο διαχωρισμός πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας παραμένουν παρόντα. Ο εργασιακός καταναγκασμός αφορά λιγότερο την πνευματική εργασία, παρά το γεγονός ότι στις μέρες μας επεκτείνεται.
Η σύγχρονη εργατική τάξη μπορεί να ανταποκρίνεται ‒πολύ περισσότερο από κάθε άλλη εποχή‒ στον χαρακτηρισμό των μαρξιστών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα ως «κύριας παραγωγικής δύναμης» και «φλόγας της παραγωγής». Η εξέλιξη αυτή μπορεί να οδηγήσει, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ταξικής ανασυγκρότησης και επανεξόρμησης των απελευθερωτικών ιδεών, στη συνειδητοποίηση ότι η εργατική τάξη μπορεί σήμερα ‒περισσότερο από ποτέ‒ να οργανώσει, να διευθύνει και να διαχειριστεί τις τύχες της κοινωνίας συλλογικά, χωρίς καπιταλιστές, προς όφελος του κοινού καλού. Και αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που καθιστούν την επανάσταση και την κομμουνιστική απελευθέρωση αντικειμενικές-«υλικές» δυνατότητες. Παράλληλα, η κατανομή με βάση τις ανάγκες της κοινωνίας συνολικά του κοινωνικού πλούτου τον οποίο η ίδια παράγει με τα χέρια και το μυαλό της είναι ένας από τους λόγους που κάνουν τον κομμουνισμό πιεστική αναγκαιότητα.
3.4.9 Τα διαφορετικά ασφαλιστικά δικαιώματα. Παλιοί και «νέοι» συνταξιούχοι έχουν διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού χρόνου και ύψους σύνταξης. Παράλληλα, αυξήθηκε ο χρόνος εργασίας μέχρι τη συνταξιοδότηση, ενώ επιτράπηκε και η εργασία των συνταξιούχων. Οι συντάξεις μειώθηκαν, την ίδια στιγμή που μειώθηκαν και οι ασφαλιστικές εισφορές των εργοδοτών. Ιδιωτικοοικονομικά και ανταποδοτικά κριτήρια έχουν υπεισέλθει στη λειτουργία του ασφαλιστικού συστήματος.
Από το 2010, μέσω των μνημονίων και με στόχο τη δημοσιονομική προσαρμογή, έγιναν σημαντικές αλλαγές: αυξήθηκαν τα όρια ηλικίας (67 έτη ή 62 με 40 χρόνια ασφάλισης), θεσπίστηκε μηχανισμός σύνδεσης των ορίων ηλικίας με το προσδόκιμο· καταργήθηκαν πολλές ευνοϊκές διατάξεις και η 13η και 14η σύνταξη στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα· μειώθηκαν τα ποσοστά αναπλήρωσης.
Το 2022 δημιουργήθηκε το Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (TEKA) για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας και εθελοντικά για όσους άλλους εργαζομένους το επιθυμούν. Σε αυτό οι εισφορές των εργαζομένων επενδύονται (ατομικοί κουμπαράδες), εισάγοντας κεφαλαιοποιητικό σύστημα επικουρικής ασφάλισης με ατομικούς λογαριασμούς, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από το αναδιανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα επικουρικής σύνταξης, ώστε να χρηματιστικοποιηθεί η κοινωνική ασφάλιση και να βρουν νέα πεδία δραστηριότητας οι ασφαλιστικές εταιρείες.
3.4.10 Η θέση των γυναικών στην εργασία. Η γενική μείωση της απασχόλησης την περίοδο της κρίσης, σε συνδυασμό με τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και τις έμφυλες διακρίσεις, κατηύθυνε τις γυναίκες στη μερική απασχόληση, στην υποαπασχόληση, στην άτυπη και αδήλωτη εργασία, στην αυτοαπασχόληση κατ’ οίκον. Αν και σημειώθηκε σχετική ανάκαμψη της γυναικείας εργασίας, οι γυναίκες εργάζονται με πιο επισφαλείς σχέσεις εργασίας και οι αμοιβές τους συνήθως είναι χαμηλότερες από των ανδρών, ανεξαρτήτως της εργασιακής σχέσης, της θέσης στη δουλειά ή του εκπαιδευτικού επιπέδου, παρά τη θεσμική κατοχύρωση ισότητας αμοιβών και λοιπών εργατικών δικαιωμάτων στην ΕΓΣΣΕ και σε κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές συμβάσεις. Το ενδεχόμενο της μητρότητας επιβαρύνει την αναζήτηση εργασίας και δεν είναι λίγοι οι εργοδότες που ασκούν πιέσεις στις γυναίκες εργαζόμενες να μην κάνουν χρήση των κατοχυρωμένων γονικών αδειών, ενώ δεν λείπουν και οι απολύσεις γυναικών λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας, οι οποίες βέβαια εξακολουθούν να είναι παράνομες και καταχρηστικές, αν και πρόσφατες αποφάσεις των ευρωπαϊκών δικαστηρίων βάλλουν και αυτή την, έως τώρα θεσμική, κατοχύρωση. Η έλλειψη ενός αποτελεσματικού δικτύου κοινωνικής φροντίδας επιβαρύνει τη θέση των γυναικών και πολλές φορές τις αναγκάζει να επιστρέψουν στο σπίτι. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και γυναίκες που δεν αξιοποιούν αυτά τα δικαιώματα εγκλωβισμένες στη λογική της καριέρας ή φοβούμενες την πίεση των εργοδοτών.
Όλα αυτά λειτουργούν παράλληλα και σε αλληλεπίδραση με σεξιστικές συμπεριφορές και εντός –πέρα από αυτές που εκδηλώνονται εκτός– της εργασίας, με πατριαρχικές αντιλήψεις, πρακτικές και σχέσεις ‒φαινόμενα ιδιαίτερα έντονα στο κλάδο της εστίασης και της διασκέδασης‒, με την πρόσθετη επιβάρυνση των γυναικών με τη φροντίδα των «του οίκου», υποδηλώνοντας τόσο τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών συνολικά στην καπιταλιστική κοινωνία, όσο και την υποκρισία των διακηρύξεων περί νομικής-τυπικής ισότητας και τη ρηχότητα του «woke κινήματος».
Τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκαν αγώνες για τα δικαιώματα των γυναικών, οι οποίοι κατά κύριο λόγο αφορούσαν τα ζητήματα σεξουαλικής παρενόχλησης στους χώρους εργασίας. Στην Ελλάδα σημαντικός ήταν ο αγώνας των αναπληρωτριών εκπαιδευτικών για άδεια μητρότητας, την οποία κατάφεραν να κατοχυρώσουν έστω και για λίγους μήνες.
3.4.11 Οι νέοι εργαζόμενοι, και κυρίως όσοι εισέρχονται για πρώτη φορά στην καπιταλιστική αγορά εργασίας, ακόμη και όταν δεν εργάζονται σε συνθήκες απόλυτης επισφάλειας, δεν έχουν όλα τα δικαιώματα που είχαν κατακτήσει οι προηγούμενες γενιές. Γνωρίζουν αδρά ή καθόλου το παλαιότερο πλαίσιο εργατικών κατακτήσεων, το οποίο γίνεται πολλές φορές ζήτημα αρνητικής σύγκρισης. Δύσκολη είναι επίσης η ουσιαστική επικοινωνία με παλαιότερους εργαζομένους, ώστε να μεταφέρεται, έστω, η δική τους «μνήμη δικαιωμάτων» στους νεότερους. Η σύνδεσή τους με τους χώρους δουλειάς και τη διεκδίκηση δικαιωμάτων εκεί μειώνεται καθώς στους περισσότερους χώρους, ιδίως του ιδιωτικού τομέα, δεν υπάρχει συνδικαλιστική παρουσία και η εναλλαγή εργασιών γίνεται πολύ συχνό φαινόμενο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μεγάλο τμήμα των νέων γενιών να μην επιλέγει τον συλλογικό δρόμο διεκδίκησης αλλά έναν ατομικό δρόμο επιβίωσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το φαινόμενο της «Μεγάλης Παραίτησης», που ήταν ιδιαίτερα έντονο στο εξωτερικό, αλλά εμφανίστηκε και στην Ελλάδα, κυρίως στον κλάδο του τουρισμού. Αφορά την απαξίωση των θέσεων εργασίας που προσφέρονται με πολύ κακές συνθήκες εργασίας και μεροκάματα, δημιουργώντας έτσι τρομερές ελλείψεις προσωπικού ακόμα και κατά την περίοδο αιχμής του τουρισμού. Ταυτόχρονα, παρατηρείται ότι γενικώς η νέα γενιά (κάτω των 30 ετών) απαξιώνει τις απαιτήσεις της εργοδοσίας και εμφανίζεται απρόθυμη να κάνει υπερωρίες ή εργασίες εκτός του αντικειμένου εργασίας της (χαμαλίκια), γεγονός που οδηγεί τους εργοδότες να εκφράζουν διαρκώς τη δυσαρέσκειά τους γι’ αυτήν. Ωστόσο, αυτή η άρνηση και η απροθυμία των νέων εργαζομένων δύσκολα εκφράζεται μέσα από τη συλλογικότητα και τη διεκδίκηση των αγώνων.
4. Η συνδικαλιστική εικόνα της εργατικής τάξης στην Ελλάδα
4.1 Η συνδικαλιστική πυκνότητα (βλ. Παράρτημα 4)
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η συνδικαλιστική πυκνότητα (ο αριθμός των εργαζομένων που συμμετέχουν σε σωματεία) στην Ελλάδα μειώθηκε από το 48,2% το 1977 στο 19% το 2016. Το 2024 η συνδικαλιστική πυκνότητα ήταν πολύ μεγαλύτερη στον δημόσιο τομέα, με το 41,3% των εργαζομένων να συνδικαλίζονται σε σύγκριση με το 10,1% του ιδιωτικού τομέα. Στις χώρες της ΕΕ ο αντίστοιχος μέσος όρος είναι 23%. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Γαλλίας, όπου η συνδικαλιστική πυκνότητα κυμαίνεται στο 8%, παρότι τα τελευταία χρόνια είχαμε σημαντικές απεργιακές κινητοποιήσεις, ενώ υπάρχει και μεγάλο ποσοστό κάλυψης από ΣΣΕ.
Στον ιδιωτικό τομέα, η ΓΣΕΕ εκπροσωπεί 69 κλαδικές ή επαγγελματικές ομοσπονδίες, 3 ομοσπονδίες συνταξιούχων και 80 εργατικά κέντρα πανελλαδικά, δηλαδή συνολικά περίπου 2.350-2.500 πρωτοβάθμια σωματεία. Στο 39ο Συνέδριό της συμμετείχαν 430 αντιπρόσωποι, οι οποίοι αντιστοιχούν σε περίπου 430.000 ψηφίσαντες σε σωματεία. Με βάση αυτά τα στοιχεία, η συνδικαλιστική πυκνότητα στον ιδιωτικό τομέα βρίσκεται κάτω από το 15%, ενώ, αν ληφθούν υπόψη τα φαινόμενα νοθείας που παρατηρούνται σε μια σειρά σωματεία, το πραγματικό ποσοστό είναι ακόμη χαμηλότερο. Ταυτόχρονα, υπάρχουν και σωματεία που ουσιαστικά είναι σφραγίδες και άλλα που δημιουργούνται και γρήγορα διαλύονται. Η συνδικαλιστική πυκνότητα στις πρώην ΔΕΚΟ ξεκινά από 80% και φτάνει στο 55%.
Στον δημόσιο τομέα, η ΑΔΕΔΥ εκπροσωπεί περίπου 50 ομοσπονδίες και 1.260 περίπου συλλόγους, με τη συνδικαλιστική πυκνότητα να κυμαίνεται περίπου στο 55%.
Τα τελευταία χρόνια στον ιδιωτικό τομέα καταγράφεται μικρή άνοδος της συνδικαλιστικής πυκνότητας (όπως δείχνουν και τα πρόσφατα συνέδρια του ΕΚΑ και της ΓΣΕΕ). Δημιουργούνται νέα σωματεία, κυρίως από τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ, αλλά και από άλλες δυνάμεις. Τα νέα σωματεία είναι επιχειρησιακά και κλαδικά. Παράλληλα, παρατηρείται αύξηση της συμμετοχής σε σωματεία του ιδιωτικού τομέα. Αυτό συνέβη διότι: α) η συνδικαλιστική έρημος που άφησε η αντεργατική μνημονιακή επίθεση και οι νόμοι που ακολούθησαν, β) η ευρεία απονομιμοποίηση στις συνειδήσεις των εργαζομένων των κυρίαρχων αστικών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ μετέπειτα) και των παρατάξεών τους και το σπάσιμο παλαιότερων πελατειακών δεσμών, γ) η ανάπτυξη νέων κλάδων και η σχετική επάνοδος της οικονομικής και της επιχειρηματικής δραστηριότητας και δ) η εμφάνιση της νέας βάρδιας των εργαζόμενων που διαμορφώνει μια σειρά νέων χαρακτηριστικών, δημιούργησαν ένα πεδίο όπου, πάνω στα συντρίμμια του παλιού, συγκροτούνται ουσιαστικές δυνατότητες για τη δημιουργία νέων σωματείων και νέων μορφών οργάνωσης της εργατικής τάξης. Η ανάγκη αυτή εκκινεί, παρά τη μεγάλη διστακτικότητα με την οποία η πλειονότητα των εργαζόμενων αντιμετωπίζει ακόμη τον συνδικαλισμό, από την εκρηκτική κοινωνική πραγματικότητα και την απογείωση της εκμετάλλευσης που βιώνουν οι εργαζόμενοι/ες. Την τάση αυτή οι δικές μας δυνάμεις πρέπει να την αντιμετωπίσουν με ανώτερη απαίτηση ως ευκαιρία. Όχι απλώς να αποτελέσουμε μέρος της, αλλά να πρωταγωνιστήσουμε στην προσπάθεια οργάνωσης της τάξης μας και των αγώνων της, κάνοντας μια ουσιαστική στροφή στην επίμονη μεθοδική δουλειά πεδίου.
4.2 Παράγοντες που συντέλεσαν στην αποδυνάμωση των συνδικάτων
Το ζήτημα της ενότητας και του κατακερματισμού της εργατικής τάξης, οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις (και άλλες πλευρές που περιγράφονται και στην Παράγραφο 3.4) σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τη δυσκολία της συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Ρόλο στην αποδυνάμωση και στην απαξίωση των σωματείων και του συνδικαλισμού διαδραματίζουν επίσης οι ακόλουθοι παράγοντες:
α) Ο βαθμός συγκεντροποίησης της ελληνικής οικονομίας δυσκολεύει τη συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς αρκετές επιχειρήσεις είναι πολύ μικρές και δεν ευνοούν τη δημιουργία επιχειρησιακών σωματείων (1 στους 4 εργάζεται σε επιχείρηση έως 10 εργαζομένων). Αυτό μπορεί να αντισταθμιστεί μέσω της συμμετοχής σε κλαδικά σωματεία. Ωστόσο, το «οικογενειακό» κλίμα και οι στενές σχέσεις που δημιουργούνται στις μικρές επιχειρήσεις αποτελούν πολλές φορές εμπόδιο στη δημιουργία ταξικής συνείδησης. Από την άλλη πλευρά, στις 885 επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 250 εργαζομένους (συνολικά το 28,34% των μισθωτών) μπορούν να δημιουργηθούν επιχειρησιακά σωματεία. Όμως, πολλές απ’ αυτές τις επιχειρήσεις, ειδικά στη βιομηχανία, επιλέγουν να έχουν λίγους μόνιμους εργαζομένους και να καλύπτουν τις ανάγκες τους με εργολαβικούς.
β) Το προηγούμενο διάστημα, ιδιαίτερα την περίοδο των μνημονίων, η αστική και εργοδοτική πολιτική προώθησε μια σειρά νομοθετικές παρεμβάσεις που στόχευαν στον κατακερματισμό της τάξης. Για παράδειγμα, η διάλυση της εργατικής νομοθεσίας, που καταργεί τις προηγούμενες μορφές θεσμικής διεκδίκησης (π.χ. ΣΣΕ), καθώς και οι αλλαγές εξαιτίας των ιδιωτικοποιήσεων, που έχουν αφαιρέσει από μεγάλα συνδικάτα τη δυνατότητα «εκβιασμού» της κυβέρνησης και της εργοδοσίας (π.χ. η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ δεν μπορεί να «εκβιάσει» κατεβάζοντας τους διακόπτες, αφού μπορούν να βάλουν ρεύμα στο σύστημα οι ιδιωτικές εταιρείες). Παράλληλα, έχουν γίνει πολλές νομοθετικές αλλαγές οι οποίες δυσκολεύουν την απεργία, ενώ επιβάλλονται στα σωματεία οι ηλεκτρονικές διαδικασίες και το ΓΕΜΗΣΟΕ. Επίσης, η παρατεταμένη και υψηλή ανεργία αφήνει ακάλυπτο το πιο πληττόμενο κομμάτι της τάξης και παίζει αρνητικό ρόλο στη δύναμη και στον βαθμό οργάνωσής του.
γ) Βασικό πρόβλημα της συγκρότησης του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος αποτέλεσε η ομοιοεπαγγελματική δομή, η ξεχωριστή δομή δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και η τυπική, άνευρη και γραφειοκρατική λειτουργία με μηδενική εσωτερική ζωή και χωρίς δημοκρατικές διαδικασίες βάσης, σε συνδυασμό με την ανάθεση εκπροσώπησης για «διαπραγμάτευση» και τον πελατειακό συνδικαλισμό. Χαρακτηριστικό του συνδικαλιστικού κατακερματισμού της τάξης είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει παράλληλη λειτουργία στην ίδια επιχείρηση πολλών πρωτοβάθμιων σωματείων με βάση την ειδικότητα ή το πτυχίο. Ακόμη, σε πολλά πρωτοβάθμια εργατικά σωματεία των πρώην ΔΕΚΟ, τραπεζών, και όχι μόνο, έχουμε συμμετοχή ή και πρωταγωνιστικό ρόλο διευθυντικών στελεχών των επιχειρήσεων στα σωματεία. Ωστόσο, η σύγχρονη τάση είναι η ενίσχυση των κλαδικών και των επιχειρησιακών μορφών συνδικαλιστικής οργάνωσης. Πολύ περισσότεροι συνδικαλισμένοι εργάτες βρίσκονται σε κλαδικά και επιχειρησιακά σωματεία. Τα νέα σωματεία που συγκροτούνται δεν είναι κυρίως ομοιοεπαγγελματικά, ενώ περιλαμβάνουν και την ελαστική εργασία.
δ) Ένα μεγάλο κομμάτι μένει ασυνδικάλιστο για λόγους που σχετίζονται με τη γενικότερη πολιτική και κινηματική κατάσταση, την εργοδοτική τρομοκρατία, τον αποκλεισμό του από τις ηγεσίες πολλών σωματείων (π.χ. μη εγγραφή συμβασιούχων), την έλλειψη συνδικαλιστικής οργάνωσης που να καλύπτει τον κλάδο ή την επιχείρηση, την ανυποληψία των συνδικαλιστικών ηγεσιών, αλλά και τις αυταπάτες, την αδιαφορία, την επιλογή της ατομικής διαπραγμάτευσης ή και του πλήρους συμβιβασμού, τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο στους ασφυκτικούς ρυθμούς ζωής.
ε) Το πρόβλημα δεν είναι κυρίως «αντικειμενικό», αλλά πρωτίστως ιδεολογικοπολιτικό. Η υποχώρηση του επαναστατικού, κομμουνιστικού κινήματος οδήγησε στην υποχώρηση των συνδικάτων και στην επιλογή της ατομικής διαπραγμάτευσης, του συμβιβασμού και της ενσωμάτωσης του ΤΙΝΑ. Αυτό συντέλεσε και στον ιδεολογικό και πολιτικό αφοπλισμό του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, με αποδοχή της λογικής της ΕΕ, της ανταγωνιστικότητας, της «ελεύθερης αγοράς», της «πολιτικής υπευθυνότητας», καθώς και βασικών ιδεολογημάτων και στρατηγικών επιλογών της αστικής πολιτικής, όπως τα προγράμματα λιτότητας, το Σύμφωνο Σταθερότητας, οι ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ.
στ) Συνολικά, το υπάρχον συνδικαλιστικό κίνημα είναι πλήρως αναντίστοιχο με τα σημερινά δεδομένα του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και τις απαιτήσεις της αναμέτρησης με αυτόν. Η εργοδοτική/κυβερνητική πολιτική των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, των μεγάλων ομοσπονδιών, των εργατικών κέντρων και πολλών συνδικάτων στοιχίζονται στη λογική της ταξικής συνεργασίας, στην αποδοχή της καπιταλιστικής «ανάπτυξης» και ανταγωνιστικότητας. Αυτός ο συνδικαλισμός του κοινωνικού εταιρισμού δεν μπορεί να απαντήσει θετικά στις ανάγκες των εργαζομένων, δεν μπορεί να αποτελέσει «αντίπαλο δέος» στο κεφάλαιο, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή.
Ο συνδικαλισμός αυτός διαμόρφωσε τις σημερινές μορφές γραφειοκρατικής εκπροσώπησης, δίχως οι εργαζόμενοι να μπορούν να καθορίσουν τις μορφές και το πλαίσιο του αγώνα ούτε την κλιμάκωσή του. Από κοινού με το κράτος, τις κυβερνήσεις και τις διοικήσεις οργανισμών και τραπεζών, ο συνδικαλισμός αυτός πρωτοστάτησε στην αναπαραγωγή των διαιρέσεων μεταξύ «παλιών» και «νέων», «μόνιμων» και «προσωρινών», ενώ ακολούθησε μια πολιτική «προστασίας» των «παλιών» σε βάρος των «νέων». Ο αποκλεισμός των ελαστικά απασχολουμένων, δηλαδή του πιο πληττόμενου τμήματος εργαζομένων, από τα συνδικάτα των πρώην ΔΕΚΟ και των τραπεζών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διασπαστικής πρακτικής.
ζ) Καθοριστικής σημασίας παράγοντας ήταν και η αστική μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας, η μετατροπή της από δύναμη του ‒ρεφορμιστικού έστω‒ αγώνα και υπερασπιστή της λογικής του «εφικτού» και των «κοινωνικών συμβολαίων» σε επιθετικό φορέα υλοποίησης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.
_________________________________________________
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1
Α.3.2. Η ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας
i. Στα τέλη του 2024, καταγράφηκαν από τις αστικές στατιστικές 4.278.700 απασχολούμενοι/ες και περίπου 480.000 άνεργοι/ες. Από τους/τις ανέργους λαμβάνουν επίδομα ανεργίας 262.548 άτομα (125.110 κοινοί άνεργοι και 137.438 εποχικοί).
Το ποσοστό απασχόλησης για άτομα 15-65 ετών ήταν περίπου 63,3%, το δεύτερο πιο χαμηλό στην ΕΕ μετά την Ιταλία (75,8% ο μέσος όρος της ΕΕ). Το 2023 το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών ήταν 52,8%, των ανδρών 70,8% και των νέων 18,3% (χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ). Η Ελλάδα εμφάνισε το 2024 το χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης σε αποφοίτους Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (80,3%) μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε τις εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους –κυρίως νέους/νέες– που έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό.
Στις επίσημες στατιστικές το 2024 καταγράφονται 2.963.000 εργαζόμενοι/ες με μισθωτή σχέση εργασίας (το 2019 ήταν 2.303.109), 846.300 αυτοαπασχολούμενοι/ες χωρίς προσωπικό, 314.200 εργοδότες/τριες και 152.800 βοηθοί στην οικογενειακή επιχείρηση. Τα αντίστοιχα στοιχεία του ΕΦΚΑ για το τέλος του 2024 αναφέρουν 2.585.219 μισθωτούς στον ιδιωτικό τομέα (64.216 από αυτούς στα οικοδομοτεχνικά έργα). Το ποσοστό των αυτοαπασχολουμένων στην Ελλάδα είναι ακόμη από τα μεγαλύτερα μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών. Ωστόσο πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι στο ποσοστό τους εμπεριέχεται ένα μεγάλο ποσοστό εργαζόμενων με Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών (μπλοκάκι) που παρέχουν μόνιμα εξαρτημένη εργασία, ενώ υπάρχει και ένα συγκαλυμμένο ποσοστό υποαπασχόλησης που οριακά προσεγγίζει την ανεργία. Όσον αφορά το φύλο, το 53% των μισθωτών είναι άνδρες και το 47% γυναίκες. Μεγαλύτερη είναι η συμμετοχή των γυναικών στους κλάδους του εμπορίου και του τουρισμού-εστίασης. Όσον αφορά την ηλικία, το 13,56% των ασφαλισμένων εργαζομένων είναι κάτω των 29 ετών, το 33,35% κάτω των 39 ετών, το 57,53% από 25 έως 49 ετών και το 34,95% από 50 έως 64 ετών. Οι νέοι/ες είναι συγκεντρωμένοι κατά κύριο λόγο στις αστικές περιοχές και απασχολούνται κυρίως στο εμπόριο, στις υπηρεσίες και στον τουρισμό-εστίαση. Έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο, αλλά μεγάλο ποσοστό ανέργων.
Σε ό,τι αφορά την εθνικότητα, στο σύνολο των ασφαλισμένων το 89,22% έχουν ελληνική υπηκοότητα, το 1,48% άλλης χώρας της ΕΕ και το 9,30% χώρας εκτός ΕΕ. Στους ασφαλισμένους στις κοινές επιχειρήσεις, το 90,31% έχουν ελληνική υπηκοότητα, το 1,47% άλλης χώρας της ΕΕ και το 8,22% χώρας εκτός ΕΕ, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά στα οικοδομοτεχνικά έργα είναι 46,52%, 1,79% και 51,69%. Στο σύνολο των αλλοδαπών ασφαλισμένων, 47,28% έχουν αλβανική υπηκοότητα. Οι αλλοδαποί άνδρες αντιπροσωπεύουν το 13,29% των ασφαλισμένων ανδρών και οι αλλοδαπές γυναίκες το 7,98% των ασφαλισμένων γυναικών. Στους αλλοδαπούς άνδρες, το 46,43% είναι αλβανικής υπηκοότητας, ακολουθούν οι υπήκοοι του Πακιστάν με 12,64% και της Αιγύπτου με 6,14%. Στις αλλοδαπές γυναίκες, το 48,84%, είναι αλβανικής υπηκοότητας, ακολουθούν οι ασφαλισμένες ρουμανικής υπηκοότητας με 5,89% και βουλγαρικής υπηκοότητας με 5,57%.
ii. Σε ό,τι αφορά τη μισθωτή απασχόληση ανά κλάδο, η εικόνα έχει ως εξής:
‒ Με βάση τον τομέα οικονομικής δραστηριότητας, στον πρωτογενή τομέα εργάζονται 454.500 εργαζόμενοι/ες (10,6%), στη μεταποίηση και στις κατασκευές 706.400 εργαζόμενοι/ες (16,5%), στον ευρύ, σύμφωνα με τις αστικές στατιστικές, κλάδο των υπηρεσιών 1.935.500 εργαζόμενοι/ες (45,2%) και στη δημόσια διοίκηση και τις κοινωνικές υπηρεσίες 1.182.200 (27,6%).
‒ Με βάση την κλαδική διάρθρωση, στο εμπόριο (χονδρικό και λιανικό) απασχολούνται πάνω από 700.000 μισθωτοί/ές (το 22-24% του συνόλου των εργαζομένων). Ο κλάδος έχει ακόμα μεγάλο αριθμό αυτοαπασχολουμένων, αλλά οι τάσεις προλεταριοποίησης είναι εμφανείς. Περίπου το 8% των εργαζομένων στον κλάδο είναι μετανάστες/στριες. Εξίσου μεγάλος είναι ο αριθμός των εργαζομένων στις υπηρεσίες εστίασης και στα τουριστικά καταλύματα: προσεγγίζει τις 700.000, αν και υπάρχει σημαντική εποχικότητα, αφού περίπου το 40% των ξενοδοχείων λειτουργεί εποχικά. Το 20% των εργαζομένων στον κλάδο είναι μετανάστες/στριες. Σε αυτούς τους δύο κλάδους, όπου απασχολείται πάνω από το 45% των εργαζομένων, κυριαρχούν οι χαμηλοί μισθοί, η μαύρη εργασία, η εποχικότητα και η εργασιακή περιπλάνηση. Ακολουθούν ο τομέας της μεταποίησης (11,3%) με 14% μετανάστες/στριες, και ο τομέας των επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων (8,3%). Το μέγεθος της μεταποίησης ανεβαίνει αν προσθέσουμε σε αυτήν την παραγωγή και διανομή ενέργειας, την παροχή νερού, την επεξεργασία λυμάτων ‒ διαχείριση αποβλήτων και τα ορυχεία-λατομεία. Το μεγαλύτερο μερίδιο στη μεταποίηση (4,5%) έχει η βιομηχανία τροφίμων με 110.000 εργαζομένους και ακολουθούν ενέργεια, μέταλλο, χημικά προϊόντα, φάρμακα. Στις κατασκευές απασχολούνται περίπου 170.000 εργαζόμενοι/ες (5,1%) ‒ 33% μετανάστες/στριες. Σημαντικοί κλάδοι από πλευράς απασχόλησης είναι επίσης η εκπαίδευση (δημόσια και ιδιωτική), οι υπηρεσίες ανθρώπινης υγείας και κοινωνικής μέριμνας (δημόσιες και ιδιωτικές), ενώ ανοδικές τάσεις εμφανίζουν οι υπηρεσίες αποθήκευσης και μεταφορών, καθώς και ο κλάδος τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής. Το ποσοστό σε καθέναν από αυτούς τους κλάδους κυμαίνεται στο 5%. Σημαντικό είναι επίσης το ποσοστό των εποχικά εργαζομένων (πάνω από το 10%), ειδικά στους τομείς του τουρισμού, της εστίασης, της αγροτικής παραγωγής αλλά και των κατασκευών (μετακλητοί μετανάστες/στριες).
-Με βάση την κατάταξη επαγγέλματος που κάνουν οι επίσημες στατιστικές, 409.500 (9,6%) είναι εργαζόμενοι/ες στη γεωργία και την αλιεία, 955.800 (22,3%) είναι πωλητές/τριες και εργαζόμενοι/ες σε υπηρεσίες, 475.100 (11,1%) είναι υπάλληλοι γραφείου, 413.40 (9,66%) είναι εξειδικευμένοι τεχνίτες, 278.600 (6,51%) είναι ανειδίκευτοι εργάτες/τριες, 303.600 είναι χειριστές μηχανημάτων, 268.700 (6,27%) απασχολούνται σε τεχνικά και συναφή επαγγέλματα,131.400 (3,1%) είναι ανώτερα διοικητικά και διευθυντικά στελέχη, 975.000 (22,8%) απασχολούνται σε επιστημονικά επαγγέλματα και 66.700 (1,55%) σε λοιπά επαγγέλματα.
iii. Σε ό,τι αφορά το μέγεθος των επιχειρήσεων και τη συγκέντρωση μισθωτών: Σύμφωνα με το σύστημα ΕΡΓΑΝΗ (2024), το 15,51% (390.925) των εργαζομένων δουλεύει σε 216.446 επιχειρήσεις με 1-4 εργαζομένους, το 11,31% (284.992) σε 43.787 επιχειρήσεις με 5-9 εργαζομένους, το 26,71% (673.000) σε 35.414 επιχειρήσεις με 10-49 εργαζομένους, το 18,13% (456.727) σε 4.582 επιχειρήσεις με 50-249 εργαζομένους και το 28,34% (714.081) εργάζεται σε 885 επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζομένους. Στο σύστημα καταγράφονται 150 επιχειρήσεις με περισσότερους από 1.000 εργαζομένους. Το 2021 περίπου 230.000 εργαζόμενοι (8,5%) εργάζονταν σε 4.169 επιχειρήσεις (0,56%) που ελέγχονται από το εξωτερικό. Αυτές είχαν περίπου το 20,5% της συνολικής προστιθέμενης αξίας.
iv. Σε ό,τι αφορά το επίπεδο των μισθών και διαβίωσης: Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης του ΟΟΣΑ για την παγκόσμια ευημερία (OECD, 2024), οι επιδόσεις της Ελλάδας είναι άκρως απογοητευτικές σε όλους σχεδόν τους δείκτες, καθώς κυριαρχούν οι χαμηλοί μισθοί, οι κοινωνικές ανισότητες και τα προβλήματα στέγασης. Κωδικοποιώντας τα πορίσματα με βάση 80 δείκτες ευημερίας, η Ελλάδα έχει από τις χειρότερες επιδόσεις σε μισθολογικά θέματα, με τον τρίτο χειρότερο μισθό ανάμεσα στις 35 χώρες, μετά το Μεξικό και την Κολομβία, πολύ κοντά στη Σλοβακία και την Ουγγαρία. Το 42,6% των νοικοκυριών χρωστάει κάπου (δόση δανείου, εισφορές, λογαριασμούς κ.λπ.), θλιβερή πρωτιά σε όλη την ΕΕ, ενώ δεύτερη ‒πολύ πίσω‒ είναι η Βουλγαρία με 18,7%. Ο μέσος μισθός είναι 940 ευρώ (1.080 κατά την κυβέρνηση), μικρότερος από το επίπεδο του 2010 ακόμη και σε ονομαστικές τιμές, πόσο μάλλον σε πραγματικές (αποπληθωρισμένες) τιμές. Το 86,6% των φορολογούμενων φυσικών προσώπων έχει ετήσιο εισόδημα κάτω από 20.000 ευρώ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ για το 2025, το 7,31% αμείβεται με λιγότερα των 500 ευρώ, το 8,1% με 500-800, το 21,1% με 800-1.000, το 40,29% με 1.000-1.500, το 16% με 1.500-2.500 και το 7% από 2.500 και πάνω.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2
Α.3.4.1 Η ευελιξία-ελαστικοποίηση αποτελεί βασικό στοιχείο στις εργασιακές σχέσεις. Με βάση τα στοιχεία του ΕΦΚΑ (2024), το ποσοστό των εποχικά ή μερικώς απασχολουμένων έφτανε στο 20% του συνόλου. Με βάση τα στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ, το 76,4% των εργαζομένων απασχολείται περισσότερες από 35 ώρες την εβδομάδα, το 20% 10-20 ώρες και το υπόλοιπο 4% 1-10 ώρες ‒ άρα η μερική απασχόληση πλησιάζει το 25%. Οι επισφαλείς σχέσεις κερδίζουν συνεχώς έδαφος σε βάρος της μόνιμης εργασίας ‒ χαρακτηριστικό είναι ότι το 2023 μία στις δύο προσλήψεις ήταν για προσωρινή ή εκ περιτροπής απασχόληση. Ιδιαίτερα σε ορισμένους κλάδους μαζικής απασχόλησης (εμπόριο, τουρισμός, εστίαση), οι νεοπροσλαμβανόμενοι/ες (κυρίως νέοι/ες σε ηλικία) εργάζονται σε μεγάλο ποσοστό με συμβάσεις μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης και με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που δεν ανανεώνονται.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3
Α.3.4.5 Η τηλεργασία δυνητικά μπορεί να εφαρμοστεί ως σχετικά σταθερή/τακτική μορφή εργασίας και με εναλλασσόμενο τρόπο στο 35-40% του εργατικού δυναμικού στις χώρες της ΕΕ ανάλογα με τη δομή της οικονομίας κάθε χώρας, σε συγκεκριμένους κλάδους και επαγγέλματα των οποίων οι εργαζόμενοι/ες θεωρούνται εν δυνάμει «τηλεργάτες/τριες». Για την Ελλάδα εκτιμάται ότι περίπου το 25% των απασχολουμένων (έως και 500.000) θα μπορούσαν να εργάζονται πλήρως μέσω τηλεργασίας (fully teleworkable) με ένα πρόσθετο 12% απασχολουμένων να έχει υψηλές δυνατότητες εκ περιτροπής τηλεργασίας. Το 2024 το ποσοστό των εργαζομένων με καθεστώς τηλεργασίας (συνήθως ή μερικές φορές) στην Ελλάδα κυμαινόταν περίπου στο 8%, με την Αττική να εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό (10%). Αντίστοιχα, το 2024 περίπου το 23% των εργαζομένων στην ΕΕ εργαζόταν συνήθως σε καθεστώς συχνής ή μερικής τηλεργασίας. Η Ολλανδία, η Φινλανδία, η Σουηδία, η Δανία και η Ιρλανδία πρωτοστατούν στην τηλεργασία, με ποσοστά που συχνά ξεπερνούν το 40% σε συμβατές θέσεις εργασίας, ενώ στο άλλο άκρο της κατάταξης η Βουλγαρία και η Ρουμανία καταγράφουν ποσοστά της τάξης του 4%.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4
Α.4.1 Η συνδικαλιστική πυκνότητα
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η συνδικαλιστική πυκνότητα (ο αριθμός των εργαζομένων που συμμετέχουν σε σωματεία) στην Ελλάδα έπεσε από το 48,2% το 1977 στο 19% το 2016. Αντίστοιχη πορεία παρατηρείται στο σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ, στις οποίες η συνδικαλιστική πυκνότητα μειώθηκε (κατά μέσο όρο) από 38,7% το 1975 σε 15,8% το 2019 (25% για το 2024). Μόνο η Ισλανδία, η Χιλή και η Ισπανία έχουν βιώσει αύξηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας από το 1985 (ωστόσο και σε αυτές το ποσοστό είναι κάτω του 20%). Το 2024 η συνδικαλιστική πυκνότητα ήταν πολύ μεγαλύτερη στον δημόσιο τομέα, με το 41,3% των εργαζομένων να συνδικαλίζονται σε σύγκριση με το 10,1% του ιδιωτικού τομέα. Στις χώρες της ΕΕ ο μέσος όρος είναι 23%. Οι σκανδιναβικές χώρες και το Βέλγιο έχουν ποσοστά πάνω από 60%. Να σημειώσουμε ότι σε αυτές τις χώρες τα συνδικάτα διαχειρίζονται τα επιδόματα ανεργίας των εργαζομένων παίρνοντας κρατική χρηματοδότηση (το λεγόμενο «Σύστημα της Γάνδης»).
Στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, καθώς και στην Πορτογαλία και τη Γαλλία, η πυκνότητα είναι πολύ χαμηλή, συχνά κάτω από 10-15% (π.χ. Γαλλία ~8%, Ουγγαρία ~5%). Η Γαλλία σημειώνει ένα παράδοξο, αφού τα τελευταία χρόνια είχαμε εκεί σημαντικές απεργιακές κινητοποιήσεις, ενώ υπάρχει και μεγάλο ποσοστό κάλυψης από ΣΣΕ, καθώς οι συμφωνίες που υπογράφουν τα συνδικάτα επεκτείνονται συχνά σε όλους τους εργαζομένους του κλάδου, ανεξάρτητα από το αν είναι μέλη. Βέβαια, αν υπολογίσουμε το ποσοστό με βάση τις εκλογές για την ανάδειξη εκπροσώπων στους χώρους εργασίας, όπου ψηφίζει μεγάλο ποσοστό εργαζομένων, ακόμα και αν δεν είναι μέλη (εγγεγραμμένοι) των συνδικάτων, τότε διαφοροποιείται σημαντικά. Στη Γερμανία και την Ισπανία το ποσοστό κυμαίνεται γύρω στο 15%, ενώ στην Ιταλία είναι κοντά στο 30% (υπολογίζονται όμως και οι συνταξιούχοι). Στη Μεγάλη Βρετανία είναι στο 22% (Δημόσιο 50%, ιδιωτικός τομέας 12%), με ποσοστό κάλυψης από ΣΣΕ στο 27%. Στις ΗΠΑ το ποσοστό βρίσκεται στο 10% (33% στο Δημόσιο και 6% στον ιδιωτικό τομέα).
Στην Ινδία η συνδικαλιστική πυκνότητα εκτιμάται σε μόλις 6,3% του συνολικού εργατικού δυναμικού. Στην Ινδία περίπου το 90% των εργαζομένων απασχολείται στον «άτυπο» τομέα της οικονομίας, ο οποίος λειτουργεί εκτός της κρατικής ρύθμισης, της φορολογίας και των επίσημων συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Παρά την ταχεία ανάπτυξη της χώρας, ο τομέας αυτός παραμένει η «ραχοκοκαλιά» της απασχόλησης, παρέχοντας βιοπορισμό σε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Στην Ιαπωνία το ποσοστό είναι 16% και στη Νότια Κορέα 13%. Στην Κεντρική και Λατινική Αμερική τα ποσοστά είναι κάτω του 10% στις περισσότερες χώρες, με εξαίρεση την Αργεντινή (30%), τη Χιλή (16%) και το Μεξικό.
Μια πρόσφατη μελέτη δείχνει ότι στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ (με εξαίρεση τη Δανία, τη Σουηδία και το Βέλγιο) το ποσοστό των συνδικαλισμένων νέων κάτω των 25 ετών είναι μικρότερο του 10%. Τα τελευταία χρόνια η αύξηση του αριθμού των μισθωτών αλλά και η ανάπτυξη σημαντικών αγώνων δεν φέρνουν αντίστοιχο ποσοστό αύξησης του αριθμού των συνδικαλισμένων, αφού μόνο το 15% των νέων εργαζομένων γίνονται μέλη συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Στην Ελλάδα, στον ιδιωτικό τομέα η ΓΣΕΕ εκπροσωπεί 69 κλαδικές ή επαγγελματικές ομοσπονδίες, 3 ομοσπονδίες συνταξιούχων και 80 εργατικά κέντρα πανελλαδικά, δηλαδή συνολικά περίπου 2.350-2.500 πρωτοβάθμια σωματεία. Στο 39ο Συνέδριό της συμμετείχαν 430 αντιπρόσωποι, που αντιστοιχούν σε περίπου 400.000 ψηφίσαντες σε σωματεία. Αν μάλιστα συμπεριλάβουμε το υψηλό ποσοστό νοθείας (πάνω από 25%) στις εκλογές των σωματείων, ο αριθμός των ενεργών συνδικαλισμένων εργατών/τριών στον ιδιωτικό τομέα φτάνει μόλις τις 300.000. Έτσι, η συνδικαλιστική πυκνότητα στον ιδιωτικό τομέα είναι κάτω από 15%, ενώ το ποσοστό αυτό οφείλεται κυρίως στις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες, όπου το ποσοστό ξεπερνά το 50%.
Η συνδικαλιστική πυκνότητα στις πρώην ΔΕΚΟ, που ξεκινά από 80% και φτάνει στο 55%, είναι στον κλάδο του πετρελαίου-φυσικού αερίου 69%, στις τράπεζες 56%, ενώ πέφτει στις κατασκευές στο 13,5%, στο μέταλλο στο 15%, στον τουρισμό-επισιτισμό στο 5% και στο εμπόριο στο 5%. Στον κλάδο του εμπορίου και των υπηρεσιών (εκτός των χρηματοπιστωτικών), όπου απασχολούνται περίπου 700.000 εργαζόμενοι/ες, συμμετείχαν στις τελευταίες εκλογές της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδας (ΟΙΥΕ) 47.000 μέλη πρωτοβάθμιων σωματείων. Στα σουπερμάρκετ, όπου κυριαρχεί ο εργοδοτικός συνδικαλισμός, το ποσοστό είναι πολύ μεγαλύτερο. Χαρακτηριστικό αυτής της κατάστασης είναι το παράδειγμα των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής όπου, παρά την ανάπτυξη κάποιων κλαδικών και επιχειρησιακών σωματείων, μετά τη ραγδαία συρρίκνωση των σωματείων του ΟΤΕ η συνδικαλιστική πυκνότητα δεν ξεπερνά το 5%(;). Αντίστοιχη εικόνα μπορεί να δούμε στους διανομείς φαγητού (8-9%) ή στην ιδιωτική εκπαίδευση.
Στον δημόσιο τομέα η ΑΔΕΔΥ εκπροσωπεί περίπου 50 ομοσπονδίες και 1.260 περίπου συλλόγους, με τη συνδικαλιστική πυκνότητα να κυμαίνεται περίπου στο 55%. Στα σωματεία του δημόσιου τομέα που ανήκουν στην ΑΔΕΔΥ φαίνονται συνδικαλισμένοι οι 273.000 από τους περί τους 500.476 που έχουν δικαίωμα να συνδικαλίζονται (εξαιρούνται οι στρατιωτικοί, οι ιερείς, οι δικαστές κ.λπ.), στην πλειοψηφία τους από τους κλάδους της εκπαίδευσης, της υγείας και των εργαζομένων στους δήμους. (Στοιχεία από το πρόσφατο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ).

Comments