top of page

Εισήγηση για την Εργατική Συνδιάσκεψη, Μέρος Β

  • 2 days ago
  • 51 min read

Εισήγηση της Πολιτικής Επιτροπής

για την εργατική συνδιάσκεψη της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης


ΜΕΡΟΣ Β

ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΜΑΣ

 

1. Ο συσχετισμός ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία

Από τη μια, οι αναδιαρθρώσεις που έχουν δρομολογηθεί εδώ και δεκαετίες στο πλαίσιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, οι κρισιακές καμπές που ακολούθησαν και οι υπερεκμεταλλευτικές απαντήσεις του κεφαλαίου σε αυτές, αλλά και, από την άλλη, η αδυναμία του κινήματος και όσων αναφέρονται σε ριζοσπαστικές, αριστερές και κομμουνιστικές απόψεις να ορθώσουν έμπρακτα αγωνιστικό μέτωπο αντίστασης και ανατροπής έχουν δημιουργήσει μια νέα κατάσταση για την εργατική τάξη στην οποία η συνολική οικονομική και κοινωνική της θέση έχει επιδεινωθεί.

Υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα, αφενός, στη σφοδρότητα της επίθεσης και στις συνθήκες στις οποίες ζει και εργάζεται η εργατική τάξη και, αφετέρου, στην απάντησή της σε επίπεδο κινήματος, πολιτικής πάλης και ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Ο εργασιακός-κοινωνικός μεσαίωνας και ο πολιτικός απολυταρχισμός του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, ιδιαίτερα με τα χαρακτηριστικά που έχουν λάβει τα τελευταία χρόνια, αποτυπώνονται και επιδρούν καθοριστικά στη διαμόρφωση της ταξικής συνείδησης και της στάσης-συμπεριφοράς που απορρέει από αυτήν.

Σημαντικό ρόλο στην υποχώρηση των τάσεων χειραφέτησης, η οποία έχει άμεση επίπτωση στο συνδικαλιστικό, εργατικό κίνημα, παίζει και η υποχώρηση του επαναστατικού, κομμουνιστικού κινήματος, όπως και συνολικότερα της επαναστατικής τακτικής στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, που θα μπορούσε να αποτελέσει ελπίδα για την εργατική τάξη και έναυσμα για αγώνα.

 

2. Συνολική εκτίμηση για τον ρόλο του σημερινού συνδικαλιστικού κινήματος

2.1 Ο συσχετισμός στο υπάρχον συνδικαλιστικό κίνημα σφραγίζεται από την κυριαρχία του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού τον οποίο εκφράζουν και προωθούν οι αστικές δυνάμεις και οι συνδικαλιστικές εκφράσεις τους (ΔΑΚΕ ‒ ΠΑΣΚΕ ‒ ΣΥΡΙΖΑ ‒ άλλα εργοδοτικά μορφώματα). Η διαμόρφωση ενός συνδικαλισμού του κοινωνικού εταιρισμού, με αλληλοδιαπλοκή με το κράτος και τους θεσμούς της εξουσίας, μακριά από τις ανάγκες και την καθημερινότητα της εργαζόμενης πλειοψηφίας, έχει διαμορφώσει την κυριαρχία ενός αστικοποιημένου συνδικαλισμού, ο οποίος προωθεί την αστική πολιτική μέσα στο εργατικό κίνημα και αποτελεί θεσμό εκτόνωσης των εργατικών αντιστάσεων και εμπέδωσης της ταξικής ειρήνης. Σε αυτόν τον συνδικαλισμό είμαστε ενάντια και απέναντι. Στη βάση αυτής της εκτίμησης μιλάμε για την ανάγκη ‒και στην κατεύθυνση αυτή παρεμβαίνουμε‒ ταξικής ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος σε όλα τα πεδία.


Είναι χαρακτηριστική η στάση της ΓΣΕΕ στο 3ο Μνημόνιο και στο δημοψήφισμα το 2015, αλλά και η πρόσφατη «Κοινωνική Συμφωνία» με την κυβέρνηση, τον ΣΕΒ και άλλες εργοδοτικές οργανώσεις. Η αποκάλυψη του βρόμικου ρόλου του Παναγόπουλου είναι η κορυφή του παγόβουνου όχι μιας ατομικής περίπτωσης, αλλά ενός ολόκληρου στρώματος επαγγελματιών «συνδικαλιστών», που προσδένονται σε προγράμματα (ΓΣΕΕ ΑΕ) και σε κάθε είδους κρατικές χρηματοδοτήσεις, που ενισχύονται και διαπλέκονται με το κράτος και την εργοδοσία (βλ. συμμετοχή στα προγράμματα κατάρτισης, voucher ανέργων κ.λπ.). Με αυτούς τους μηχανισμούς οικοδομούν τους «συσχετισμούς» στο εσωτερικό των συνδικάτων. Ο κομματικός παραταξιακός συνδικαλισμός των ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ αποδυναμώνεται, αλλά παραμένει κυρίαρχη έκφραση του συνδικαλισμού στα μεγάλα συνδικάτα και συνεχίζει να παίζει σοβαρό ρόλο ιδιαίτερα σε πολλά επιχειρησιακά σωματεία μεγάλων χώρων (τράπεζες, σουπερμάρκετ, εργοστάσια). Οι όποιες ανακατατάξεις στο πλαίσιό του, οι αλλαγές συσχετισμών και οι διαφοροποιήσεις στις κυρίαρχες δυνάμεις (ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ΕΝΟΤΗΤΑ, ΕΑΚ – ΕΜΕΙΣ – ΑΡΚΙ) δεν κινούνται σε κατεύθυνση υπέρβασης της σημερινής κατάστασης του συνδικαλιστικού κινήματος.


Στην ΑΔΕΔΥ, παρά την πρωτιά του ΠΑΜΕ, νομιμοποιείται και υλοποιείται ο Ν. Χατζηδάκη και οι ηλεκτρονικές εκλογές, στο όνομα της μαζικότητας, παρά την αντίθετη απόφαση που ελήφθη έπειτα από πίεση των ταξικών δυνάμεων. Συνολικά στο Δημόσιο οι κυρίαρχες δυνάμεις (ΔΑΚΕ ‒ ΔΗΣΥΠ ‒ ΕΑΕΚ ‒ Δημ. Ανατροπή) συγκλίνουν μεταξύ τους στην αποδοχή των βασικών αντιδραστικών κατευθύνσεων της πολιτικής κυβέρνησης ‒ ΕΕ ‒ κεφαλαίου. Περιορίζοντας τη δράση των σωματείων σε αιτήματα για μικροβελτιώσεις, αδρανοποιούν ολόκληρα συνδικάτα, αποκόπτοντας τους εργαζομένους από κάθε λογική πολιτικού αγώνα και διεκδίκησης και εγκλωβίζοντάς τους στο αφήγημα της κοινοβουλευτικής αλλαγής. Μέσω του διοικητικού μηχανισμού (διευθυντές, προϊστάμενοι) έχουν εγκαθιδρύσει μηχανισμό αναπαραγωγής στελεχών, πελατειακών σχέσεων και εξυπηρετήσεων, απεμπολώντας στοιχεία δημοκρατίας και εναλλαγής εκπροσώπησης. Επιτίθενται λυσσαλέα στις ανατρεπτικές δυνάμεις και στο αντικαπιταλιστικό ρεύμα στα συνδικάτα, αντιπαλεύοντας κάθε σχέδιο αγώνα για τον κλάδο, κάθε πρωτοβουλία συσπείρωσης, επιτροπή αγώνα και μαζική συνέλευση εργαζομένων που επιδιώκει να ξεφύγει από τη θεσμικότητα.


Η ανοιχτή στήριξη και η εξυπηρέτηση των συμφερόντων κυβερνήσεων και κεφαλαίου αφορά σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό και μια σειρά ομοσπονδίες, αλλά και ορισμένα σωματεία και εργατικά κέντρα. Τέτοια είναι τα παραδείγματα της ΠΝΟ, η οποία στάθηκε ενάντια στον αγώνα της ΠΕΝΕΝ το προηγούμενο καλοκαίρι, των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών, που δεν στηρίζουν ουσιαστικά τους αγώνες των εκπαιδευτικών (απέναντι στην αξιολόγηση, στα πειθαρχικά ή στα δικαιώματα των αναπληρωτών παλαιότερα), πολλών πρωτοβάθμιων σωματείων, τα οποία έχουν απευθείας σχέση με την εργοδοσία ή βρίσκονται υπό τον έλεγχό της, ή εργατικών κέντρων στην επαρχία, τα οποία συντηρούνται από τις πελατειακές σχέσεις που δημιουργούν οι κυβερνητικές παρατάξεις.


2.2 Σε μια συνθήκη στην οποία πολλοί εργαζόμενοι συνειδητοποιούν ότι τα συνδικάτα δεν μπορούν να εκπροσωπήσουν αποτελεσματικά τα συμφέροντά τους και δεν συμμετέχουν σε αυτά, η αστική πλευρά απαντά σε αντιδραστική κατεύθυνση, με την προσπάθεια ανάπτυξης ενός ποιοτικά ανώτερου εργοδοτικού συνδικαλισμού. Συνδικαλισμού του «κοινωνικού εταιρισμού», της διαχείρισης και της συνδιαλλαγής επαγγελματιών «συνδικαλιστών»-μάνατζερ με την εργοδοσία, αλλά και ενός μοντέλου κυβερνητικού-αστικού συνδικαλισμού της νέας περιόδου.

Το ΠΑΜΕ με την πολιτική του δεν αποτελεί παράγοντα αποφασιστικής ανατροπής αυτής της πορείας. Στα σωματεία και στα συνδικάτα στα οποία έχει την ηγεμονία επιβάλει μια συμβιβαστική γραμμή και μια λειτουργία εντελώς ελεγχόμενη και περιορισμένη, χωρίς να επιδιώκει την ενεργή εμπλοκή των εργαζομένων, αλλά ενδιαφέρεται κυρίως για την εκλογική καταγραφή του.

Η αντίληψη ότι, για να αναπτυχθεί το εργατικό κίνημα, απαιτείται κυρίως αλλαγή του εκλογικού συσχετισμού στα υφιστάμενα συνδικάτα με τη μορφή αριστερής πίεσης ή συγκρότησης προεδρείων οδηγεί τελικά σε αναπαραγωγή και αποδοχή των ορίων τους. Η αλλαγή του εκλογικού συσχετισμού δείχνει τάσεις και διαθέσεις στο σώμα των εργαζομένων, αλλά δεν μεταφράζεται γραμμικά σε αλλαγή του ταξικού συσχετισμού. Αποκτά πραγματική ουσία και ξεπερνά τον αστικό κοινοβουλευτικό χαρακτήρα όταν είναι αποτέλεσμα κατακτήσεων και βημάτων ταξικής και πολιτικής ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος. Από την πλευρά μας παλεύουμε για να αλλάξουμε τους συσχετισμούς εντός των σωματείων, φέρνοντας σε ευνοϊκότερη θέση τις απόψεις μας, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι η υπόθεση της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος έχει και ανώτερες προϋποθέσεις. Η κριτική μας για τις δομές των ανώτερων συνδικαλιστικών οργάνων δεν περιορίζεται στο γεγονός ότι ελέγχονται από μια αστικοποιημένη γραφειοκρατία που έχει απευθείας σύνδεση με την κυβέρνηση και την εργοδοσία. Δεν πιστεύουμε, δηλαδή, ότι αρκεί να «κοκκινίσουν» η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ για να διορθωθεί η κατάσταση. Τουναντίον, εκτιμάμε ότι ο τρόπος με τον οποίο είναι δομημένες οι συγκεκριμένες συνδικαλιστικές δομές κρατά την εργατική τάξη σε απόσταση και την αποθαρρύνει από το να εμπλακεί ενεργά στις μάχες του εργατικού κινήματος. Το εργατικό κίνημα χρειάζεται δομές στις οποίες θα μπορούν οι εργαζόμενοι να έχουν πραγματική συμμετοχή και έλεγχο στις αποφάσεις, έτσι ώστε να αποτρέπεται η γραφειοκρατικοποίησή τους και να διασφαλίζεται ο ταξικός προσανατολισμός τους ως οργάνων της εργατικής τάξης. Δομές που θα βασίζονται στην ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων και όχι στη λογική της ανάθεσης. Έτσι μόνο θα μπορέσει να ανακοπεί και η αντίστροφη πορεία, που συντηρεί τον γραφειοκρατικοποιημένο συνδικαλισμό. Εν ολίγοις, όσο διατηρείται έτσι η κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος, με τη χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα και την ελάχιστη δυνατή εμπλοκή των ίδιων των εργαζομένων στην πορεία του εργατικού κινήματος, τόσο θα ανθεί η γραφειοκρατία και η αποπολιτικοποίηση ή, στην καλύτερη περίπτωση, η όποια αγωνιστικότητα θα εκφράζεται μέσα από λογικές ανάθεσης.


2.3 Βασική πλευρά της κρίσης του συνδικαλιστικού κινήματος αποτελεί το περιεχόμενο, η λογική και το συνολικό στίγμα της παρέμβασής του. Κατά συνέπεια, η προσπάθεια ταξικής ανασυγκρότησης και τα βήματα στην κατεύθυνση του Κινήματος Εργατικής Χειραφέτησης που επιχειρούμε να διαμορφώσουμε έχουν καταρχήν πολιτικό περιεχόμενο. Προϋπόθεση και όρος για οποιαδήποτε ανασυγκρότηση είναι, πριν απ’ όλα, η πολιτική, θεωρητική και συνολική αλλαγή πλεύσης, στα αιτήματα, στις διεκδικήσεις, στους πολιτικούς στόχους και στην κυρίαρχη γραμμή των συνδικάτων. Σε αυτές τις συνθήκες πρέπει να αναδείξουμε βαθύτερα και πιο αποτελεσματικά τις πολιτικές, θεωρητικές και πρακτικές πλευρές τόσο των αιτιών της κρίσης του όσο και των δικών μας προτάσεων, της γραμμής για ένα κίνημα εργατικής χειραφέτησης και των θέσεών μας για τα συνδικάτα και το κίνημα, τις μορφές, τις δομές και τον τρόπο λειτουργίας και συσπείρωσης των εργαζομένων.

Απαιτείται δράση εντός, εκτός και εναντίον του υπάρχοντος συνδικαλιστικού κινήματος, με κύριο κριτήριο την επικοινωνία μας με την εργατική τάξη, για να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση και να αυξηθεί η συμμετοχή στα σωματεία και η συνδικαλιστική πυκνότητα. Καταρχάς, για να δυναμώσει ακόμα και μέσα στα πιο «μαύρα» σωματεία η φωνή της υπεράσπισης των εργατικών συμφερόντων, εκφράζοντας την αγωνία και την ανάγκη για αγώνα των εργαζομένων. Έτσι, μπορεί να ανοίξει ένας δρόμος, που είτε θα μεταβάλει τους ταξικούς συσχετισμούς εντός αυτών είτε θα συμβάλει στη συγκρότηση νέων δομών μέσα από τις οποίες θα μπορέσουν να αναπνεύσουν οι εργατικοί αγώνες. Στόχος είναι η έκφραση των πιο χτυπημένων πληβειακών στρωμάτων, η ανεξαρτησία από το κράτος και την εργοδοσία, η οργάνωση των αγώνων από τους ίδιους τους εργαζομένους, η ενοποίηση και η κλιμάκωσή τους, η προοπτική δημιουργίας ρηγμάτων για την ανατροπή της κυρίαρχης πολιτικής.

 

3. Αγωνιστικές και πολιτικές εμπειρίες της εργατικής τάξης

Το εργατικό κίνημα σε όλο τον κόσμο, αν και βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα πολύπλοκο οικονομικό περιβάλλον και νέες μορφές εκμετάλλευσης, παρουσιάζει σημαντική κινητικότητα και αναζωπύρωση της δράσης του μετά την περίοδο της πανδημίας. Οι αγώνες των τελευταίων χρόνων έχουν ως αιχμές την αύξηση των μισθών, την αντιμετώπιση της ακρίβειας και του υψηλού κόστους ζωής, την ανάκτηση απολεσθέντων δικαιωμάτων, την οργάνωση σε νέους κλάδους (ψηφιακή οικονομία, delivery, υπηρεσίες), την ασφάλεια στους χώρους δουλειάς, τις ελλείψεις προσωπικού, την εντατικοποίηση και τη σύνδεση των οικονομικών αιτημάτων με την ποιότητα ζωής. Ιδιαίτερη πτυχή της δράσης του ήταν η συμμετοχή των εργατικών συνδικάτων στο κίνημα υπεράσπισης της υπόθεσης της Παλαιστίνης (βλ. Παράρτημα 5).

Στην Ελλάδα, η απάντηση του εργατικού, συνδικαλιστικού κινήματος στην κατάσταση που βιώνουν οι εργαζόμενοι και στις αλλεπάλληλες επιθέσεις κυβερνήσεων ‒ ΕΕ ‒ κεφαλαίου δεν αντιστοιχεί στο βάθος και στην όξυνση των προβλημάτων, ενώ και η συμμετοχή που καταγράφηκε στις απεργίες δεν ξεπέρασε τα συνηθισμένα επίπεδα των τελευταίων χρόνων (βλ. Παράρτημα 6), με εξαίρεση την απεργία στις 28/2/2025.

Τα στοιχεία που παρατίθενται στα Παραρτήματα 5 και 6, αλλά και παρακάτω υποδηλώνουν ότι, ακόμη και στις πιο δύσκολες για το εργατικό κίνημα συνθήκες, θα εκδηλώνονται λιγότερο ή περισσότερο σημαντικοί αγώνες. Ότι η απόλυτη αγωνιστική άπνοια είναι αδύνατη στον καπιταλισμό –ιδιαίτερα τον σύγχρονο–, ακόμη και αν υπάρχουν εξαιρετικά αρνητικοί συσχετισμοί.


3.1 Το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα δέχτηκε μια στρατηγική επίθεση την περίοδο των μνημονίων και της κρίσης, η οποία οδήγησε σε μεγάλη υποχώρηση τόσο στο περιεχόμενο της δράσης του όσο και στην οργανωτική του υπόσταση. Μέσω νομοθετικών παρεμβάσεων επιχειρήθηκε η ενσωμάτωση και η αποδυνάμωσή του. Μετά την περίοδο της πανδημίας, η ψήφιση μιας σειράς αντεργατικών νόμων (όπως του Ν. Χατζηδάκη και Γεωργιάδη), σε συνδυασμό με την άμεση εφαρμογή τους (π.χ. εγκύκλιοι για απεργία, ηλεκτρονικές διαδικασίες) και την ποινικοποίηση των αγώνων, διαμόρφωσαν το πλαίσιο για την πλήρη υποταγή του μαχητικού και ταξικού τμήματος του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος και των ριζοσπαστικών του τάσεων.

Μετά τη «νηνεμία» που ακολούθησε την υποχώρηση και την ήττα των μεγάλων αγώνων του 2010-2015, η διεύρυνση της κοινωνικής και της λαϊκής δυσαρέσκειας σε όλα τα επίπεδα (ακρίβεια, φτώχεια, μισθοί, ιδιωτικοποίηση δημόσιων αγαθών, δημοκρατία, ανεργία, Τέμπη κ.λπ.) είχε ως αποτέλεσμα το ξέσπασμα εργατικών αγώνων. Παράλληλα έγιναν μεγάλες κινητοποιήσεις σε κεντρικά γεγονότα αλλά και πανεργατικές απεργίες, ορισμένες μάλιστα χωρίς τη ΓΣΕΕ. Ο κόσμος αναζήτησε ρωγμές, προκειμένου να εκφραστεί μαζικά ενάντια στην κυβέρνηση και στο πολιτικό σύστημα.


3.2 Η απεργία στις 28/2/2025 για τα Τέμπη, παρά το γεγονός ότι δεν οργανώθηκε κυρίως από τα συνδικάτα, αποτέλεσε τη μαζικότερη πολιτική απεργία της Μεταπολίτευσης, με εκατομμύρια στους δρόμους όλης της χώρας. Το εργατικό κίνημα, ο λαός και η νεολαία ανέδειξαν το έγκλημα των Τεμπών σε κορυφαίο πολιτικό θέμα. Οι κινητοποιήσεις πυροδοτήθηκαν από το πάνδημο αίτημα της τιμωρίας των ενόχων. Συνδέθηκαν όμως με τα ευρύτερα εργατικά, λαϊκά και νεολαιίστικα αιτήματα, που όλο το προηγούμενο διάστημα υπήρχε δυσκολία να εκφραστούν μαζικά. Σημαντικό ρόλο στην κίνηση του κόσμου έπαιξαν αξιακά και ηθικά ζητήματα (αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη, απαξίωση της νεολαίας). Πάνω απ’ όλα εκφράστηκε η συσσωρευμένη οργή για τις συνθήκες ζωής της κοινωνικής πλειοψηφίας. Έναν χρόνο μετά, στις 28/02/2026, η απεργία (που οργανώθηκε από τα συνδικάτα) απέδειξε πως τα Τέμπη εξακολουθούν να κινητοποιούν μεγάλες εργατικές και λαϊκές δυνάμεις.


Στο ρήγμα που άνοιξαν τα Τέμπη συγκρούστηκαν οι ριζοσπαστικές τάσεις για τον κλονισμό της αστικής πολιτικής με τις τάσεις για την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος. Αποδείχτηκε πως, για να αλλάξει ο συσχετισμός δύναμης, πρέπει να γίνεται σκληρή διαπάλη πάνω στα σοβαρά ζητήματα και στις διαχωριστικές γραμμές της περιόδου, όπως το ζήτημα της δικαιοσύνης, των ιδιωτικοποιήσεων και των δημόσιων αγαθών, η πάλη ενάντια στην κυβέρνηση και στο πολιτικό σύστημα. Στο ρήγμα αυτό ήταν παρούσα η λογική της «πάλης κατά της διαφθοράς», η αναζήτηση «έντιμων» πολιτικών που θα βγάλουν τη χώρα από το αδιέξοδο, λογικές «πραγματικού εκσυγχρονισμού». Κορυφαίο θέμα που θέσαμε εμείς ήταν το άμεσο πέρασμα του σιδηρόδρομου στο Δημόσιο, χωρίς αποζημίωση, και η εκδίωξη της Hellenic Train. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία στάθηκε απέναντι σε αυτόν τον στόχο, όπως και το ΚΚΕ.


Το εργατικό κίνημα και οι πολιτικές πρωτοπορίες έδειξαν αδυναμία να απαντήσουν σε αυτά τα ερωτήματα. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους, για τους οποίους η δυναμική που απελευθερώθηκε δεν κλιμακώθηκε, τόσο σε επίπεδο διεκδικήσεων και μορφών όσο και πολιτικά. Βασικό πρόβλημα αποτέλεσε και το γεγονός ότι το κίνημα των Τεμπών δεν βρήκε δρόμους και μορφές αυτοοργάνωσης προκειμένου να υπερβεί τα όρια που του έθετε το επίσημο συνδικαλιστικό κίνημα.

Από το ρήγμα που άνοιξαν τα Τέμπη αναδύθηκε ένα (κυρίως νεολαιίστικο) δυναμικό με πιο μαχητικά και συγκρουσιακά χαρακτηριστικά. Δείχνει επιμονή για δικαιοσύνη και απόδοση ευθυνών μέχρι τέλους, νιώθει απαξίωση απέναντι στο πολιτικό σύστημα και στους θεσμούς, διατυπώνει διεκδικήσεις γύρω από τις δημόσιες υποδομές και την επανακρατικοποίηση του σιδηροδρόμου κ.λπ.


Παράλληλα, η γενοκτονία στη Γάζα μετατράπηκε σε ζήτημα μεγάλης αντιπαράθεσης. Ο λαός και η εργατική τάξη έδειξαν τη στήριξή τους στον λαό της Παλαιστίνης. Οι πρωτοβουλίες και οι κινητοποιήσεις των συνδικάτων για να μπλοκαριστεί η συνεργασία με το Ισραήλ έχουν κυρίως πολιτικό βάρος, αλλά αποτυπώνουν μια σαφή τάση και κινούνται σε θετική κατεύθυνση.


3.3 Συνολικά εκτιμάμε πως μετά την πανδημία αναπτύσσεται μια τάση μαχητικών διεκδικήσεων σε κλάδους. Η εικόνα δείχνει περιπτώσεις αγώνων με διάρκεια, μαχητικότητα και ευρύτερη απήχηση (COSCO, efood, καλλιτέχνες, ΛΑΡΚΟ). Οι περισσότερες κινηματικές δράσεις από πρωτοβάθμια σωματεία έχουν κυρίως αμυντικό χαρακτήρα· αφορούν συχνά απολύσεις, την εργοδοτική ασυδοσία και σε ορισμένες περιπτώσεις την υπογραφή ΣΣΕ (π.χ. οικοδόμοι, Εθνική Τράπεζα, ηθοποιοί, επισιτισμός-τουρισμός). Οι αγώνες αυτοί, παρά τη μαχητικότητά τους, δυσκολεύονται να κάνουν το επόμενο βήμα, να σπάσουν τα κλαδικά όρια και να διεκδικήσουν μια ανώτερη αγωνιστική ενοποίηση.

Στην τάση αυτή σήμερα παρεμβαίνει κυρίως το ΠΑΜΕ και τα συνδικάτα που ελέγχει, επομένως συχνά οι αγώνες καθορίζονται από τα εγγενή χαρακτηριστικά του: απουσία ανατρεπτικών πολιτικών στόχων συνδεδεμένων με τις άμεσες διεκδικήσεις, αγώνες διαμαρτυρίας και όχι πραγματικής σύγκρουσης, άρνηση για αποφασιστική κλιμάκωση σε κρίσιμες καμπές των αγώνων, άρνηση μόνιμων πρωτοβουλιών έξω από τον σχεδιασμό της ΓΣΕΕ, άρνηση και υπονόμευση της ανατρεπτικής κοινής δράσης με άλλες δυνάμεις και ειδικά με την αντικαπιταλιστική αριστερά, υπογραφή ΣΣΕ στο πλαίσιο των ορίων της «αντοχής» του κεφαλαίου, αλλά και γραφειοκρατική λειτουργία των συνδικάτων. Χαρακτηριστικός ήταν ο ρόλος του στις παρακάτω μάχες:

α) Οι κινητοποιήσεις και οι απεργίες στη ΛΑΡΚΟ ήταν πολύχρονες και συγκέντρωσαν ευρύτερη κοινωνική στήριξη και εργατική αλληλεγγύη. Η ηγεσία του σωματείου εργαζομένων (ΚΚΕ-ΠΑΜΕ) αποδέχτηκε την πορεία ιδιωτικοποίησης και πάλεψε για τη «σωτηρία των θέσεων εργασίας», εντός του πλαισίου της ιδιωτικοποίησης. Ακόμα και όταν ήρθε η ώρα του κλεισίματος, οι διαθέσεις για συνέχιση και κλιμάκωση του αγώνα που εκφράστηκαν από το πιο πρωτοπόρο τμήμα των εργαζομένων χαρακτηρίστηκαν «διαλυτικές» και ο αγώνας ουσιαστικά έκλεισε.

β) Στον κλάδο των κατασκευών, ο μαζικός πολυήμερος και καθολικός απεργιακός αγώνας στα εργοτάξια του μετρό για οριζόντιες αυξήσεις έδειξε τη διάθεση των εργαζομένων για αποφασιστική πάλη. Είναι ενδεικτικό ότι, ακόμα και όταν η ηγεσία του Σωματείου Εργαζομένων στην κατασκευή του ΜΕΤΡΟ (ΚΚΕ-ΠΑΜΕ) πρότεινε αναστολή των απεργιών, οι εργαζόμενοι επέμειναν στη συνέχιση της απεργίας, έως ότου η ηγεσία του σωματείου κατόρθωσε να την κλείσει χωρίς τις αυξήσεις που διεκδικούσαν οι εργαζόμενοι.

γ) Η απεργία της COSCO είχε κυριολεκτικά να αντιμετωπίσει θεούς και δαίμονες: την αστική δικαιοσύνη, όλο το άθικτο αντεργατικό οπλοστάσιο των μνημονίων, την εργοδοτική τρομοκρατία αλλά και τη δημιουργία εργοδοτικού σωματείου. Παρά τις αγωνιστικές διαθέσεις των εργαζομένων, η ηγεσία του σωματείου δεν κλιμάκωσε αποφασιστικά ώστε να διασφαλίσει και να διευρύνει τις υποχωρήσεις της COSCO.

Από την άλλη, η εμπειρία των πρόσφατων απεργιών της ΠΕΝΕΝ αναδεικνύει τις δυνατότητες για νικηφόρους εργατικούς αγώνες, ακόμα και στη σημερινή περίοδο. Η νικηφόρα απεργία στις γραμμές της Αδριατικής απέδειξε ότι, ακόμα και σε έναν δύσκολο κλάδο του ιδιωτικού τομέα με αντίπαλο το εφοπλιστικό κεφάλαιο αλλά και το αστικό κράτος, που προσπαθούσε να κηρύξει την απεργία παράνομη, είναι δυνατό να υπάρξουν κατακτήσεις. Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη νίκη έπαιξαν: i) τα επιθετικά αιτήματα των εργαζομένων, που δεν περιορίστηκαν στην υπεράσπιση των κεκτημένων τους, αλλά διεκδίκησαν ακόμα καλύτερες συνθήκες εργασίας, ii) η μαχητική ενότητα και αποφασιστικότητα των απεργών, οι οποίοι άντεξαν παρά την τρομοκρατία, ασκώντας έναν πραγματικό εκβιασμό στο εφοπλιστικό κεφάλαιο που έχανε χρήματα από την απεργία, iii) η ζωντανή και συνεχής συζήτηση των απεργών μέσα από το σωματείο τους για το πώς θα συνεχίσουν τον αγώνα και πώς θα χειριστούν τη διαπραγμάτευση με την εργοδοσία, και iv) η αλληλεγγύη και η πολιτική στήριξη που εκφράστηκε στον αγώνα τους από φορείς και συλλογικότητες με σημαντική και τη δική μας συμβολή.


Παράλληλα, έχουν αρχίσει και στην Ελλάδα να αναπτύσσονται κινητοποιήσεις στις νέες μορφές εργασίας (πλατφόρμες, τηλεργασία, πολυεθνικές τηλεφωνικών κέντρων). Σημαντικό παράδειγμα για τη σύγχρονη εργατική τάξη στις πλατφόρμες ήταν ο αγώνας στην efood, που έδωσε καύσιμα για τη συνέχεια τόσο στους ίδιους τους εργαζομένους της efood όσο και στους εργαζομένους της Wolt. Ο αγώνας αυτός ανέδειξε νέα χαρακτηριστικά, όπως η κλιμάκωση με διάφορες μορφές, το ιδιόμορφο σαμποτάζ κατά της εταιρείας, αλλά και σημαντικά στοιχεία, όπως η μεγάλη συμμετοχή νέων και ασυνδικάλιστου κόσμου, η απόρριψη του νέου εργασιακού μοντέλου, η «ανάκτηση» της απεργίας ως μορφής εργατικής διεκδίκησης, με την κοινωνία να εκφράζει μαζικά την αλληλεγγύη της. Οι αγώνες στην Teleperformance ενάντια στις συνθήκες γαλέρας έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ήταν από τις λίγες περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια όπου πάλεψαν μαζί Έλληνες και μετανάστες από δεκάδες χώρες. Επιπλέον, αναπτύσσονται αντιστάσεις σε εργαζομένους που δουλεύουν με καθεστώς τηλεργασίας με βασικά ζητούμενα το ποιος επωμίζεται το κόστος του σπιτιού ως «γραφείου», πότε τελειώνει το ωράριο, αν η ψηφιακή επιτήρηση είναι νόμιμη και πώς οργανώνονται συλλογικά οι εργαζόμενοι.


Στο Δημόσιο αξιόλογη είναι η παρατεταμένη μάχη των εκπαιδευτικών, ιδιαίτερα για το ζήτημα της αξιολόγησης, αλλά και ευρύτερα ενάντια στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, όπως και οι απεργιακές δράσεις στον χώρο της υγείας. Η μάχη ενάντια στην αξιολόγηση, που θα αποτελέσει και τον Δούρειο Ίππο για τις απολύσεις στο Δημόσιο, είναι έντονη κυρίως στην εκπαίδευση μέσα από την απεργία-αποχή. Παρότι έχουν περάσει κάποια χρόνια από όταν ξεκίνησε στους νεοδιόριστους η μάχη που συνέδεσε τη μονιμοποίηση με την αξιολόγηση, την οποία η κυβέρνηση επιλέγει να δίνει κυρίως μέσα από τη δικαστική οδό, με επικύρωση ή άρση της μονιμοποίησης από τα δικαστήρια ανά περιοχές, υπάρχει σημαντική μερίδα κόσμου που συνεχίζει χωρίς να υποκύπτει στους εκβιασμούς. Βέβαια, εκτός από τις δυνάμεις μας, όλες οι άλλες δυνάμεις (συμπεριλαμβανομένου του ΚΚΕ), παρά τις αντίθετες διακηρύξεις, έχουν τραβηχτεί ουσιαστικά από τη μάχη, υποβαθμίζοντας συνεχώς το ζήτημα ή επικεντρώνοντας στον χαρακτήρα που θα έχει η αξιολόγηση και όχι στην ανατροπή της.


Οι ταξικές δυνάμεις και οι κινήσεις που συγκροτούνται σε μια αντικαπιταλιστική αντίληψη έχουν μικρή επίδραση σε κρίσιμα τμήματα της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα και σε στρατηγικούς κλάδους, παρά τη –σε αρκετές περιπτώσεις– σημαντική εκλογική επιρροή τους σε συνδικάτα και κλάδους. Σε αγώνες, ωστόσο, όπου πρωταγωνίστησαν, η εξέλιξη και η δυναμική του αγώνα είναι συχνά καλύτερη.

3.4 Με βάση τη συνολική εικόνα των εργατικών αγώνων, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι γενικές απεργίες, ανεξάρτητα από το εκάστοτε πλαίσιο των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, αποκτούν πιο πολιτικό χαρακτήρα, καθώς φαίνεται να εκφράζουν τη συνολική πολιτική δυσαρέσκεια και όχι τον αγώνα για κάποια επιμέρους συγκεκριμένη κατάκτηση. Το εργατικό κίνημα όμως, παρά τα ξεσπάσματά του, ακόμη και τα πιο μαζικά, παραμένει κίνημα διαμαρτυρίας και όχι αλλαγής των εξελίξεων. Γι’ αυτό, δεν ευθύνεται ο κόσμος που αγωνίζεται, αλλά τα χρόνια ελλείμματα κυρίως του εργατικού κινήματος και ο συνολικά αρνητικός πολιτικός συσχετισμός. Το θετικό χαρακτηριστικό μιας αντίδρασης στη γενικότερη πολιτική κατάσταση κρύβει ταυτόχρονα και την αρνητική πτυχή της μη πίστης ότι μπορούν να κερδηθούν επιμέρους ανατροπές νόμων.


Ως απότοκο, παρά την εντεινόμενη κυβερνητική φθορά, τις μαζικές κινητοποιήσεις του κόσμου σε κεντρικά γεγονότα, την εκλογική ενίσχυση της συνδικαλιστικής αριστεράς, οι αγώνες δυσκολεύονται να αναπτυχθούν ή να μαζικοποιηθούν σε περισσότερους κλάδους, ενώ κεντρικές μάχες γύρω από πολύ μεγάλα ζητήματα ήταν τελείως αναιμικές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν η μάχη για το 13ωρο, που πέρασε αναίμακτα, αλλά και οι αντιδράσεις για την «Κοινωνική Συμφωνία», που δεν συνοδεύτηκαν ούτε από μία απεργία. Για άλλα κομβικά λαϊκά προβλήματα (π.χ. ακρίβεια) έχουν γίνει ελάχιστα από το εργατικό κίνημα, ενώ σημαντικοί αγώνες, όπως αυτοί που δόθηκαν στην εκπαίδευση ή την υγεία, δεν έγιναν υπόθεση του ευρύτερου λαϊκού κινήματος. Το ίδιο έγινε και με τον μεγάλο αγώνα των αγροτών, που δεν αγκαλιάστηκε ουσιαστικά από το εργατικό κίνημα. Η μάχη ενάντια στους αιματοβαμμένους προϋπολογισμούς κυβέρνησης – ΕΕ έχει εκπέσει σε απλές διαμαρτυρίες και παιχνίδι ανακοινώσεων, δίχως καν την εθιμοτυπική προκήρυξη απεργίας από τη γραφειοκρατία. Αντίστοιχα, η δυναμική της ΔΕΘ ως παραδοσιακού αγωνιστικού κόμβου στην αρχή της «κινηματικής σεζόν» φαίνεται να αδυνατίζει.


Η Κομμουνιστική Απελευθέρωση βλέπει τις αντιστάσεις και τους αγώνες των εργαζομένων ως πεδίο παρέμβασης, επιδιώκει να επικοινωνήσει με τις αδιαμόρφωτες και συχνά αντιφατικές διαθέσεις της εργατικής τάξης και δεν κοιτάζει αφ’ υψηλού τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων. Δεν αρκούμαστε στα συμπεράσματα που βγαίνουν από τις ήττες, αλλά επιδιώκουμε να παρεμβαίνουμε στο διεκδικητικό πλαίσιο και στις μορφές των αγώνων. Καθήκον μας είναι να ενισχύουμε και κυρίως να οργανώνουμε τα ριζοσπαστικά, εν δυνάμει αντικαπιταλιστικά, στοιχεία του κινήματος και να παλεύουμε ενάντια στις πλευρές που το καθηλώνουν στο πλαίσιο της αστικής πολιτικής.

Αναμετριόμαστε με τα κρίσιμα ερωτήματα. Αν και πώς μπορούν να νικήσουν οι αγώνες σήμερα; Πώς μπορούν να συμβάλουν στην ταξική ανασυγκρότηση; Πώς θα συμβάλουμε στην ανάπτυξη της τάσης χειραφέτησης; Ποιους δρόμους ξεχωρίζουμε για την επίτευξη αυτού του στόχου;

Επιδιώκουμε να ριχτούμε πιο αποφασιστικά, πιο συγκροτημένα, με προοπτική και εστίαση στη δουλειά βάσης, στην προσπάθεια ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος σε περιεχόμενο, αιτήματα, σύνδεση οικονομικού-πολιτικού αγώνα, μορφές συσπείρωσης – συγκρότησης – δράσης. Ταυτοτικό στοιχείο της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης είναι η στράτευση στον δρόμο αυτό και η δημιουργία κοινωνικοπολιτικού ρεύματος και μορφών συγκρότησης που τον υπηρετούν.

 

4. Για την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος.

Για ένα κίνημα απελευθέρωσης της εργασίας από τα δεσμά της εκμετάλλευσης

Στις προγραμματικές αρχές ίδρυσης της οργάνωσής μας υπογραμμίζουμε: «Η διαμόρφωση του εργατικού κινήματος χειραφέτησης αποτελεί καθοριστικό στόχο και βασική πλευρά/κριτήριο της παρέμβασής μας, είναι μια πορεία συνύπαρξης και αντιπαλότητας, ενότητας και αντιπαράθεσης του παλιού με το νέο, της τάσης απεγκλωβισμού από την αστική κυριαρχία με την τάση συμβιβασμού προς αυτήν. Η εκρηκτική κοινωνική κατάσταση γεννά τάσεις και πρωτοβουλίες συλλογικής οργάνωσης και τροφοδοτεί μαζικές αντιστάσεις, ο χαρακτήρας, οι στόχοι, ο προσανατολισμός, οι μορφές συγκρότησης και πάλης και το αξιακό πλαίσιο των οποίων αποτελούν βέβαια το κρίσιμο διακύβευμα για την πορεία του εργατικού κινήματος. Εδώ κρίνεται και το καθήκον της επαναστατικής πρωτοπορίας, που από τη σκοπιά των στρατηγικών συμφερόντων της τάξης και όχι του περιορισμού στην καλύτερη διαπραγμάτευση της εργασιακής δύναμης, θα συμβάλει σε ένα διαφορετικό εργατικό –με τη συνολική έννοια– κίνημα».


Σήμερα απαιτείται να δυναμώσει η πάλη για τα άμεσα και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της εργατικής τάξης, αλλά και η σύνδεσή της με τη διεκδίκηση της κοινωνικής απελευθέρωσης και την απόσπαση μεγαλύτερου μέρους από τον πλούτο που παράγουμε μέχρι την οριστική κατάργηση της εκμετάλλευσης. Η πορεία οικοδόμησης ενός ταξικά ανασυγκροτημένου εργατικού κινήματος αποτελεί κεντρικό πολιτικό καθήκον για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση, τη βάση του αγώνα για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στην κοινωνία και την αριστερά, την ενίσχυση της τάσης χειραφέτησης στην κοινωνία.

Δεν αναφερόμαστε απλώς στο «συνδικαλιστικό κίνημα». Μιλάμε για το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης, δηλαδή για το σύνολο των συνδικαλιστικών, των κοινωνικών και των πολιτικών μορφών οργάνωσής της, την κατεύθυνση, τον προσανατολισμό τους, την ιδεολογία και τις αξίες που το διαπερνούν, τη συγκρότηση της πρωτοπορίας. Υπό αυτή την έννοια, το συνδικαλιστικό κίνημα αποτελεί μια πλευρά του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης. 


Επιδιώκουμε να παρέμβουμε με λογική μιας ριζικής τομής στο εργατικό κίνημα, στην κατεύθυνση της διαμόρφωσης ενός ταξικού, πολιτικού εργατικού κινήματος. Το πολιτικό εργατικό κίνημα για το οποίο παλεύουμε αποτελεί την πρόταση μετασχηματισμού του μαζικού αγώνα για τα κοινωνικά και τα οικονομικά δικαιώματα σε συνολικό πολιτικό κίνημα ρήξης και ανατροπής. Ένα τέτοιο κίνημα έχει τη δυνατότητα να πολιτικοποιεί, να συνενώνει, να αφουγκράζεται τις ανησυχίες και εντέλει να αντιπαλεύει τα καθημερινά προβλήματα που πηγάζουν από τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό καθώς και τα καταστροφικά αποτελέσματα που αυτός έχει για τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων.


Δεν αρκεί, ούτε είναι αποτελεσματική μια γραμμή-δράση που εξαντλείται στα όρια της πολιτικής γραμμής και στο πλαίσιο της δομής του υπάρχοντος συνδικαλιστικού κινήματος ή στην απλή αλλαγή του εκλογικού συσχετισμού εντός του, στην τύπου ΚΚΕ «άντληση συμπερασμάτων από τους αγώνες» (τα οποία θα εξαργυρώνονται σε εκλογική ενίσχυση στο αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα), στην επιστροφή σε έναν μαχητικό ρεφορμιστικό συνδικαλισμό για αμυντικούς αγώνες και ηρωικές κατακερματισμένες κινητοποιήσεις.

Η τομή που επιδιώκουμε στο εργατικό κίνημα είναι πολύπλευρη και αφορά:

α) Το περιεχόμενο του εργατικού κινήματος, με τη διαμόρφωση αντικαπιταλιστικών προγραμμάτων, στόχων και αιτημάτων πάλης, για να δημιουργηθούν ρήγματα στην αστική πολιτική και να βελτιωθεί η ζωή και το επίπεδο συνείδησης της εργατικής τάξης.

β) Τη δομή, τις μορφές οργάνωσης, την ανάγκη συγκρότησης του ανεξάρτητου πόλου και τις σχέσεις με το υπάρχον κίνημα.

γ) Τις μορφές πάλης και τη λογική της διεκδίκησης.

δ) Την ενότητα και τις κοινωνικές συμμαχίες του εργατικού κινήματος.

ε) Την ιδεολογία, τις αξίες, τον πολιτισμό της εργατικής τάξης.

στ) Τη συγκρότηση της αριστερής αντικαπιταλιστικής πτέρυγας στις διάφορες μορφές της και την Ταξική Κίνηση, η οποία αποτελεί ανώτερη μορφή ενότητας πρωτοπόρων τμημάτων της πτέρυγας που κατανοούν την ανάγκη ριζικής τομής στο εργατικό κίνημα και συμβάλλουν σε αυτήν.

ζ) Την οικοδόμηση της κομμουνιστικής οργάνωσης.

 

4.1 Το περιεχόμενο του εργατικού κινήματος και η σύνδεση με το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης

4.1.1 Το αντικαπιταλιστικό πλαίσιο στόχων πάλης αποτελεί πυλώνα της επαναστατικής τακτικής και έχει στόχο τη ρήξη και την ανατροπή της κυρίαρχης πολιτικής. Αναδεικνύει, μέσα από την εμπειρία και την κίνηση των εργαζομένων, ότι η συνολική υλοποίηση του αντικαπιταλιστικού πλαισίου στόχων πάλης απαιτεί επανάσταση και εργατική εξουσία. Το πρόγραμμα της εργατικής εξουσίας είναι αυτό το οποίο προσανατολίζει την κατεύθυνση και τους στόχους του αντικαπιταλιστικού πλαισίου πάλης.

Η επιλογή των στόχων πάλης αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την ανάπτυξη των αγώνων και την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Οι στόχοι πάλης πρέπει να είναι κοινωνικά αναγκαίοι και κατανοητοί από την πλειονότητα των εργαζομένων, να τους κάνουν να αισθάνονται ότι η πάλη «έχει νόημα». Επιδιώκουμε να στηρίζονται στις ανάγκες των εργαζομένων και στις δυνατότητες της εποχής, όχι στα όρια του εφικτού ή στις «αντοχές» της επιχείρησης και της «εθνικής» οικονομίας.

Το πλαίσιο πάλης πρέπει να είναι σωστά δομημένο. Να περιλαμβάνει τόσο στόχους που μπορούν να υλοποιηθούν σήμερα, όσο και αυτούς που αναδεικνύουν τον πυρήνα της αντιπαράθεσης κεφαλαίου-εργασίας και προϋποθέτουν την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μέσα από τη δημιουργία «ρηγμάτων» στην αστική-κυβερνητική πολιτική. Αυτοί οι τελευταίοι είναι που οδηγούν σε σύγκρουση με τις βασικές κατευθύνσεις της πολιτικής του κεφαλαίου σήμερα, την πολεμική οικονομία και τον πόλεμο, το Σύμφωνο Σταθερότητας και την ΕΕ, την ανταγωνιστικότητα, την κερδοφορία και την ιδιοκτησία του κεφαλαίου. Η σύνδεση αυτή πρέπει να είναι διαρκής, πειστική και να χρωματίζει το πλαίσιο πάλης με μια συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση (βλ. Παράρτημα 7).

α) Τα προγράμματα πάλης υπερασπίζονται τη ζωή της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων και εκφράζουν τον αναγκαίο, διαρκή και αποφασιστικό αγώνα τους για τη ζωή και τις ανάγκες τους. Αιτήματα που αφορούν τους μισθούς, τους όρους, τον χρόνο και την εντατικοποίηση της εργασίας, τις εργασιακές σχέσεις και τον κατακερματισμό τους, τα συνδικαλιστικά δικαιώματα στους χώρους εργασίας, την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και άλλα ειδικά ζητήματα που ανακύπτουν σε χώρους δουλειάς είναι κομβικά για την πάλη. Ο αγώνας γι’ αυτά τα ζητήματα πρέπει να πολιτικοποιείται, ώστε να μπορεί να υπερβαίνει τα όρια οικονομικού («δεν βγαίνει διαφορετικά η επιχείρηση»), πολιτικού («είναι νόμοι ή επιταγές της κυβέρνησης ή της ΕΕ») ή ιδεολογικού χαρακτήρα («είναι ζήτημα εθνικού συμφέροντος») που θα θέτει ο αντίπαλος. Ταυτόχρονα, η πάλη ακόμα και για τα καθημερινά ζητήματα στους χώρους εργασίας μπορεί να δημιουργήσει συλλογικές αναπαραστάσεις αγώνα και να εντάξει στην πάλη εργαζομένους διαφορετικών επιπέδων συνείδησης.

β) Επιδιώκουμε τα προγράμματα πάλης να περιλαμβάνουν καθολικά και πολιτικά αιτήματα τα οποία θα εκφράζουν τα συνολικά εργατικά συμφέροντα και θα περιλαμβάνουν αυτοτελώς ανώτερους πολιτικούς στόχους· να ενοποιούν τους εργαζομένους και το κίνημά τους σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο, σε κοινούς στόχους σύγκρουσης με το κεφάλαιο, την ΕΕ, τον πόλεμο και τους πολιτικούς εκπρόσωπους του συστήματος· να στρέφονται ενάντια στη σχέση μισθών-κερδών, παραγωγής του κοινωνικού πλούτου και κατανομής-ιδιοποίησής του που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό και επιδεινώνεται δραματικά σε βάρος της εργατικής τάξης και των εργαζομένων και προς όφελος του κεφαλαίου· να έρχονται σε σύγκρουση με τους εθνικούς-διεθνικούς δεσμούς του κεφαλαίου, των ολοκληρώσεων, των πολυεθνικών μονοπωλίων και κάθε κυβέρνησης που προωθεί την ουσία της πολιτικής του κεφαλαίου. Ξεχωρίζουμε ιδιαίτερα το ζήτημα της αντιπολεμικής πάλης. Η αντιπολεμική πάλη δεν είναι ένας αγώνας «έξω από την παραγωγή», εφόσον ο πόλεμος δεν είναι κάπου «μακριά», καθώς πλέον μέσω και της πολεμικής οικονομίας έχει ενταχθεί οργανικά σε πολλούς κλάδους της παραγωγής, ενώ έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ακρίβεια και στην κατάσταση της οικονομίας. Στις καλύτερες παραδόσεις του εργατικού κινήματος η εργατική τάξη έδωσε τη μάχη ενάντια στον πόλεμο με τον δικό της προλεταριακό τρόπο σε περιεχόμενο, μορφές και μαχητικότητα στη δράση. 

γ) Το εργατικό κίνημα ασχολείται με το σύνολο των προβλημάτων των εργαζομένων θέτοντας στόχους που αφορούν όλες τις πλευρές της ζωής της εργατικής τάξης (ειρήνη, δημοκρατία, περιβάλλον, στέγη, συνθήκες διαβίωσης, παιδεία, υγεία, πολιτισμός κ.λπ.). Ταυτόχρονα, το σωματείο αναπτύσσει μορφές αλληλεγγύης, καλλιεργεί την εργατική συλλογικότητα, αποτελεί στήριγμα για τον εργαζόμενο. Αν ένας εργαζόμενος σε έναν χώρο δουλειάς κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του από πλειστηριασμό, το σωματείο του πρέπει να είναι εκεί να δώσει τη μάχη. Αν σε μια περιοχή όπου βρίσκονται χώροι εργασίας τους οποίους εκπροσωπεί το σωματείο εκδηλωθεί κάποια περιβαλλοντική καταστροφή, το σωματείο χρειάζεται να παρέμβει.

δ) Τα αιτήματα και οι στόχοι «δένονται» άρρηκτα και αποκτούν πολιτικό νόημα από τον τρόπο με τον οποίο εντάσσονται στο ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, από την πολιτική και ιδεολογική δουλειά και στήριξη που τα συνοδεύει. Για παράδειγμα, το αίτημα για ενιαία εργασιακά δικαιώματα και ενιαία εργασιακή σχέση με σταθερή εργασία αποτελεί απάντηση στον κατακερματισμό των ειδικοτήτων, των συμβασιούχων, των προσωρινών εργαζομένων κ.λπ. Το αίτημα για μείωση του χρόνου εργασίας ενοποιεί τον αγώνα των ανέργων και των εργαζομένων. Η διεκδίκηση μισθολογικών αυξήσεων και επιστροφής των κλεμμένων (π.χ. κανένας μισθός κάτω από 1.200 ευρώ) ενοποιεί την τάξη και τη φέρνει σε αντιπαράθεση με τα κέρδη του κεφαλαίου, στοχεύοντας στην ανατροπή των μνημονιακών νόμων. Ο αγώνας για διπλασιασμό των κοινωνικών δαπανών έρχεται σε αντίθεση με το Σύμφωνο Σταθερότητας και τις πολεμικές δαπάνες. Κορυφαίοι τέτοιοι στόχοι σήμερα είναι αυτοί που αφορούν τον πόλεμο (καμιά εμπλοκή στους πολέμους, έξω οι βάσεις και το ΝΑΤΟ, μείωση των στρατιωτικών δαπανών), η κατάργηση των «συμφώνων σταθερότητας» και των Ευρωμνημονίων διαρκείας, η απειθαρχία στην ΕΕ, η παύση πληρωμών και η διαγραφή του δημόσιου χρέους, οι εθνικοποιήσεις με εργατικό έλεγχο τραπεζών και στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, η διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του λαού. Έτσι, οδηγούνται οι εργαζόμενοι μέσα από την πάλη τους στην ανάγκη και στην αναζήτηση εναλλακτικής λύσης απέναντι στο κεφάλαιο, την ΕΕ, την κρίση, τις αστικές κυβερνήσεις και το αστικό κράτος διαρκούς «έκτακτης ανάγκης».


Συνολικά χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη προσοχή και μελέτη από την πλευρά μας. Απαιτείται πραγματικά επιστημονική δουλειά στη συγκρότηση των προγραμμάτων πάλης, η οποία να περιλαμβάνει: πολύ καλή γνώση του κλάδου και του χώρου, συγκεκριμένη ανάλυση των δρόμων και των κόμβων μέσα από τους οποίους υλοποιείται η αστική πολιτική, σωστό υπολογισμό του επιπέδου συνείδησης και των διαθέσεων των εργαζομένων, συνδυασμό των στόχων που μπορούν να υλοποιηθούν άμεσα και αυτών που προϋποθέτουν ριζική μετακίνηση του συσχετισμού δυνάμεων, πειστική πολιτική σύνδεση άμεσου-γενικότερου.


4.1.2 Το πρόγραμμα πάλης εξειδικεύεται στους κλάδους και στα επίδικα της περιόδου ιεραρχώντας ποια ζητήματα θα έρθουν πιο ψηλά ή θα γίνουν πιο αιχμηρά. Μια παρουσίαση αιτημάτων και στόχων πάλης για την περίοδο είναι η παρακάτω:

Να χάσουν τα κέρδη τους, να ζήσουμε εμείς!

Ριζικές αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις τουλάχιστον κατά 30%, κανένας μισθός και σύνταξη κάτω από 1.200 ευρώ καθαρά. Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή, ώστε να προστατεύεται τα λαϊκό εισόδημα από την αχαλίνωτη ακρίβεια. Μείωση του χρόνου εργασίας, 5ήμερο ‒ 6ωρο ‒ 30ωρο. Υπογραφή και εφαρμογή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας. Μόνιμη και σταθερή δουλειά, όχι στις απολύσεις και στην ελαστική εργασία. Κατάργηση όλου του αντεργατικού νομοθετικού πλαισίου.

Αφορολόγητο 14.000 ευρώ και 4.000 ευρώ για κάθε παιδί. Επίδομα ανεργίας για όλους τους ανέργους χωρίς προϋποθέσεις, ίσο µε τον βασικό μισθό.

Κατάργηση του Ν. Χατζηδάκη και απειθαρχία στην εφαρμογή του, καµία εγγραφή στο ΓΕΜΗΣΟΕ, όχι στις ηλεκτρονικές ψηφοφορίες!

Κατάργηση της αξιολόγησης στο Δημόσιο, καμία σκέψη για συνταγματική αναθεώρηση με ελεύθερες απολύσεις των δημόσιων υπαλλήλων. Ενάντια στον νέο πειθαρχικό κώδικα καταστολής για τους δημόσιους υπαλλήλους.

Όχι στην εργοδοτική τρομοκρατία. Κατάργηση των αξιολογήσεων στον ιδιωτικό τομέα και της σύνδεσής τους με τη μισθολογική άνοδο.

● Πραγματικός έλεγχος των συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας από τους κρατικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, με δυνατότητα άμεσης παύσης εργασιών όπου δεν τηρούνται τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας. Στελέχωση και αναβάθμιση του ΣΕΠΕ με πρόγραμμα ετήσιων υποχρεωτικών ελέγχων για όλες τις επιχειρήσεις και με παρουσία εκπροσώπων του εκάστοτε σωματείου. Προστασία της ψυχικής υγείας των εργαζομένων, ενάντια στον εργοδοτικό εκφοβισμό και το mobbing στους χώρους δουλειάς.

● Κατάργηση όλων των αντιασφαλιστικών νόμων. Πλήρη σύνταξη στα 30 χρόνια εργασίας ή στα 58 (για άνδρες) και στα 55 (για γυναίκες). Θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος στα 25 χρόνια υπηρεσίας χωρίς όριο ηλικίας. Σύνταξη ίση με το 80% του ύψους του τελευταίου μισθού.

● Επαναφορά 13ης και 14ης σύνταξης. Ουσιαστικές αυξήσεις σε όλες τις συντάξεις (στο σύνολο των αποδοχών και όχι μόνο στη βασική σύνταξη). Καμιά σύνταξη κάτω από 1.200 ευρώ. Κατάργηση της Ειδικής Εισφοράς Αλληλεγγύης. Να καταργηθεί η «προσωπική διαφορά» που εμποδίζει τις πραγματικές αυξήσεις σε εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους. Δωρεάν δημόσια υγεία και φαρμακευτική περίθαλψη. Επαναφορά του ΕΚΑΣ σε χαμηλοσυνταξιούχους που το στερήθηκαν. Άμεση καταβολή των αναδρομικών ποσών για τις περικοπές κύριων και επικουρικών συντάξεων με βάση τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), για όλους τους συνταξιούχους.

● Όχι στην τηλεργασία χωρίς συναίνεση του εργαζομένου και σε μεθόδους επιτήρησης και ελέγχου για τη διεξαγωγή της.

● Όχι στην υποκατάσταση θέσεων εργασίας από τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης. Αποκλειστική χρήση προγραμμάτων από τους εργαζομένους, με δωρεάν παροχή από τις εταιρείες, ώστε να διευκολύνουν την εργασία τους.

Κρατικοποίηση με εργατικό ‒ κοινωνικό έλεγχο όλων των κρίσιμων τομέων της παραγωγής, χωρίς αποζημίωση στους καπιταλιστές και με τον έλεγχο των εργαζομένων. Δωρεάν πρόσβαση για όλους και όλες σε υγεία και παιδεία. Αποκλειστικά δημόσια υγεία, παιδεία σε όλες τις βαθμίδες, συγκοινωνίες, νερό, ηλεκτρική ενέργεια, υποδομές, δρόμοι, αεροδρόμια, λιμάνια. Απειθαρχία και σύγκρουση με την πολιτική της ΕΕ για απελευθέρωση των αγορών. Ακύρωση των ιδιωτικοποιήσεων και της επιχειρηματικής λειτουργίας στους τομείς αυτούς. Έξω τώρα η Hellenic Train από τον σιδηρόδρομο χωρίς αποζημίωση.

Πάλη απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική της ΕΕ, ενάντια στα ματωμένα πλεονάσματα και στη θηλιά των δημοσιονομικών περιορισμών, για έξοδο από ευρώ ‒ ΕΕ.

● Άμεση κατάργηση του ΦΠΑ και πλαφόν στις τιμές για τα τρόφιμα και τα βασικά είδη. Γενναία φορολόγηση των κερδών και της μεγάλης ιδιοκτησίας.

● Προστασία του δικαιώματος στη στέγαση. Κατάργηση των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, δημόσιο πρόγραμμα εργατικής και κοινωνικής κατοικίας, πλαφόν στα ενοίκια. Αξιοποίηση του τεράστιου κτιριακού αποθέματος των δήμων, του Δημοσίου, των ταμείων, των τραπεζών και της εκκλησίας για τη στέγαση των κατοίκων.

Διεύρυνση των λαϊκών ελευθεριών και όλων των κοινωνικών δικαιωμάτων. Συνδικαλιστικές ελευθερίες δικαίωμα στη διαδήλωση, στην απεργία και στην ελεύθερη συνδικαλιστική δράση απέναντι στους αντεργατικούς νόμους. Διάλυση των ΜΑΤ, ΔΙΑΣ, ΟΠΚΕ, Δράση. Δικαιοσύνη ενάντια στη χυδαία συγκάλυψη του εγκλήματος των Τεμπών και της Πύλου.

● Όχι στις διακρίσεις λόγω φύλου, καταγωγής, σεξουαλικού προσανατολισμού.

Αγώνας για την ισότητα των φύλων. Προστασία της μητρότητας και γονεϊκά δικαιώματα για όλους τους εργαζόμενους γονείς.

● Αντιπαλεύουμε τον φασισμό και τον ρατσισμό! Άσυλο, στέγη και χαρτιά σε πρόσφυγες και µετανάστες. Ίσα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα. Πάλη για τη συντριβή των φασιστικών συµµοριών.

● Ανατροπή των γιγαντιαίων εξοπλιστικών προγραμμάτων και των πολεμικών προϋπολογισμών. Λεφτά για παιδεία, υγεία και τις κοινωνικές ανάγκες, όχι για τους πολεμικούς εξοπλισμούς.

● Απεμπλοκή της Ελλάδας από τους πολέμους και το ΝΑΤΟ. Λευτεριά στην Παλαιστίνη. Διακοπή κάθε σχέσης με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ. Απέναντι στον ελληνο-τουρκικό ανταγωνισμό. Όχι στις ΑΟΖ και στις εξορύξεις. Άμεση απεμπλοκή της Ελλάδας από την Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή, την Ερυθρά Θάλασσα και τις πολεμικές επιχειρήσεις. Δικαίωμα στη ζωή και στην ειρήνη, με αλληλεγγύη στους εργαζομένους/ες αυτού του κόσμου ενάντια στα μεγάλα συμφέροντα που θέλουν εμάς και τα παιδιά μας κρέας για τα κανόνια τους, για τα κέρδη τους, για τον ανταγωνισμό για την κυριαρχία στον πλανήτη.

Προστασία του περιβάλλοντος χωρίς αλόγιστη εκμετάλλευσή του. Πάλη για δημόσιους ελεύθερους χώρους, για την προστασία δασών και αιγιαλών. Καμία νέα εξόρυξη ορυκτών πόρων σε στεριά και θάλασσα. Ακύρωση των σχεδίων για εξορύξεις ορυκτών πόρων στις διεθνείς θάλασσες (ΑΟΖ). Στήριξη της φτωχομεσαίας αγροτιάς απέναντι στην καπιταλιστική καταλήστευσή της και στους μεσάζοντες που αυξάνουν τις τιμές. Για υγιεινή διατροφή, φθηνή για τους καταναλωτές.

 

4.2 Οι μορφές οργάνωσης του εργατικού κινήματος: εντός, εκτός και εναντίον

α) «Οι κομμουνιστές είναι εκεί όπου βρίσκονται οι εργάτες». Αυτή είναι η βασική αρχή για κάθε κομμουνιστή και κομμουνίστρια. Αν οι εργάτες σε έναν χώρο δουλειάς ή κλάδο βρίσκονται σε ένα μαζικό ρεφορμιστικό ή και εργοδοτικό συνδικάτο, οι κομμουνιστές παρεμβαίνουν σε αυτό, αναζητώντας, φυσικά, κάθε φορά τον τρόπο και τις μορφές με τα οποία θα το υπερβαίνουν, ώστε να εκφράζονται πιο αποτελεσματικά τα εργατικά συμφέροντα. Αν οι εργάτες βρίσκονται έξω από το συνδικάτο (π.χ. δεν καλύπτει τους ελαστικά εργαζομένους, τους εργολαβικούς κ.λπ.), τότε οι κομμουνιστές, με το ίδιο ακριβώς κριτήριο, θα «διασπαστούν» από τη γραφειοκρατία, για να βρεθούν μέσα στη μάζα των ελαστικά εργαζομένων. Επιπλέον, μπορεί να επιλέγεται ο συνδυασμός μορφών και μεθόδων δουλειάς. Πρώτα και κύρια, βεβαίως, χρειάζεται να οργανωθεί η τεράστια πλειονότητα των εργαζομένων, που παραμένει ασυνδικάλιστη, να μαζικοποιήσει και να επαναοικειοποιηθεί τα σωματεία. Χρειάζεται παρουσία, παρέμβαση και αγώνες «εντός, εκτός και εναντίον» του γραφειοκρατικοποιημένου συνδικαλισμού, πάντα με αδιαπραγμάτευτο όρο την αυτοτελή παρουσία της εργατικής πολιτικής. Σε κάθε περίπτωση, τίποτα δεν αντικαθιστά την υπομονετική κοπιώδη δουλειά που είναι αναγκαία να γίνει με την πλειοψηφία των εργαζομένων για την υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων.


β) Βασική μορφή οργάνωσης των εργαζομένων είναι τα συνδικάτα του χώρου δουλειάς τα οποία ενοποιούν όλους τους εργαζομένους ανεξάρτητα από ειδικότητα, σχέση εργασίας ή εθνικότητα. Υπό αυτή την έννοια, προκρίνουμε σωματεία που μπορούν προκηρύσσοντας μια απεργία να νεκρώσουν το σύνολο της επιχείρησης καλύπτοντας όλους τους εργαζομένους, άρα σωματεία κλαδικά και όχι ομοιοεπαγγελματικά. Τα κλαδικά σωματεία μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην παρέμβαση σε έναν κλάδο, γιατί μπορούν να ενοποιήσουν τις διεκδικήσεις σε όλο τον κλάδο, συμβάλλοντας στην ενότητα των αγώνων και της ίδιας της τάξης, αλλά και γιατί ο ελληνικός καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μεγάλο βαθμό διασποράς, μικροεπιχειρήσεων, όπου είναι αδύνατο να συγκροτηθούν επιχειρησιακά σωματεία. Επιπλέον, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες τα κλαδικά σωματεία παίζουν σημαντικό ρόλο στην παρέμβαση σε μεγάλους στρατηγικούς χώρους δουλειάς, όπου δεν έχουν συγκροτηθεί επιχειρησιακά σωματεία ή είναι εργοδοτικά (π.χ. μέταλλο).


γ) Παρατηρούμε ότι πολλές φορές η οργάνωση συλλογικής μορφής έκφρασης των εργαζομένων μέσα στην ίδια την επιχείρηση, παρότι μπορεί να είναι πιο δύσκολη και επικίνδυνη (η εργοδοσία συνήθως προσπαθεί να τα καταστείλει/απομονώσει ή να τα ελέγξει με «δικούς» της ανθρώπους), μπορεί όμως και να έρθει σε στενότερη επαφή με τα προβλήματα των εργαζομένων και να τους εμπλέξει στη συλλογική δράση. Με αυτό το πρίσμα συμμετέχουμε σε επιχειρησιακά σωματεία ή, αν δεν υπάρχουν, συγκροτούμε σωματειακές επιτροπές σε κατεύθυνση συγκρότησης και επιχειρησιακών σωματείων. Τα κλαδικά σωματεία πρέπει να έχουν στόχο να οικοδομούν επιτροπές ανά χώρο δουλειάς, να συμβάλλουν στη δημιουργία ταξικών επιχειρησιακών σωματείων και όχι να γίνονται μοχλός «κομματικής» αντιπαράθεσης και καταστροφικού ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρησιακού και κλαδικού σωματείου.


δ) Κρίσιμο στοιχείο στη λογική μας για το εργατικό κίνημα είναι να ενοποιείται η πάλη των εργαζομένων στους χώρους εργασίας. Η διάρθρωση του υπάρχοντος συνδικαλιστικού κινήματος, ιδιαίτερα στους χώρους των πρώην ΔΕΚΟ, βρίσκεται σε αντιστοιχία με την αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων που επιδιώκει το κεφάλαιο. Έτσι, βλέπουμε σε κλάδους εργασίας να υπάρχουν 5 και 6 διαφορετικά σωματεία ανά ειδικότητα στην ίδια επιχείρηση (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, τράπεζες) ή σε πολλά σωματεία να μην έχουν δυνατότητα συμμετοχής όσοι βρίσκονται με εργολαβίες ή βραχυχρόνιες συμβάσεις ή, τέλος, να μην υπάρχει αποδοχή του δυναμικού των μεταναστών. Ειδικά σε σωματεία που σχετίζονται με δήμους ή με το Δημόσιο, ήταν επιλογή να μη δέχονται εργαζομένους με βραχυχρόνιες σχέσεις εργασίας, οι οποίοι μπορεί αντικειμενικά να είχαν μεγαλύτερη εξάρτηση από εργοδοτικές ή αστικές δυνάμεις, ώστε να μπορέσουν να ανανεώσουν τις συμβάσεις, από την άλλη όμως ως το πιο πληβειακό αλλά και μαζικό δυναμικό σε αυτούς τους χώρους είναι αυτό που μπορεί να βγει πιο δυναμικά και διεκδικητικά στους αγώνες.

Σε αντίστοιχες περιπτώσεις παλεύουμε όλοι οι εργαζόμενοι να συμμετέχουν στο σωματείο τους και, εφόσον η γραφειοκρατία το αρνείται, προωθούμε αποφασιστικά μορφές οργάνωσης της άτυπης και ελαστικής εργασίας, ώστε οι εργαζόμενοι να είναι καλυμμένοι συνδικαλιστικά. Η οργάνωσή μας έχει πλούσια πείρα από τέτοιες μορφές, παρά την υποχώρηση τα τελευταία χρόνια. Η εμπειρία του ΣΜΤ, όπου συμμετέχει ο κόσμος που δουλεύει με μπλοκάκι, η οργάνωση των ειδικευόμενων στα νοσοκομεία, τα συντονιστικά των αναπληρωτών στην εκπαίδευση και άλλες τέτοιες μορφές πρέπει να αξιοποιηθούν.


ε) Όπου και αν βρισκόμαστε επιδιώκουμε τη δημοκρατική οργάνωση-διάρθρωση του κινήματος, με τους εργαζομένους που αγωνίζονται στο «τιμόνι του αγώνα». Με συνελευσιακές διαδικασίες βάσης και εργατικής δημοκρατίας, με αγώνες στα χέρια των εργαζομένων, οι οποίοι θα αποφασίζουν και θα καθορίζουν τις μορφές, το περιεχόμενο και την εξέλιξη του αγώνα κόντρα στην αναμονή «από τα πάνω». Τα διοικητικά συμβούλια πρέπει να εκφράζουν τα συμφέροντα και τις διαθέσεις των εργαζομένων δίνοντας προτεραιότητα στις γενικές συνελεύσεις και όχι λειτουργώντας αποκομμένα από τη βάση των σωματείων.

Αντίστοιχα, οι θέσεις του προεδρείου σε ένα σωματείο παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή του σωματείου (καθορίζουν την ημερήσια διάταξη, προωθούν ή εμποδίζουν την υλοποίηση αγωνιστικών αποφάσεων, προτείνουν συνελεύσεις κ.λπ.). Σε αυτό το πλαίσιο, είμαστε ριζικά αντίθετοι με την ψήφιση «αντιπροσωπευτικών προεδρείων», χαρίζοντας θέσεις στον κυβερνητικό-εργοδοτικό συνδικαλισμό. Γενικά, προτείνουμε προγραμματικά προεδρεία (όπου υπάρχει τέτοια δυνατότητα) ή έστω αγωνιστικά προεδρεία, δηλαδή προεδρεία που αποτελούνται από αγωνιστικές δυνάμεις, ανεξάρτητες από την εργοδοσία, οι οποίες δεν υπονομεύουν και δεν διαλύουν τη δράση του σωματείου. Στην περίπτωση στην οποία δεν μπορεί να συγκροτηθεί τέτοιο προεδρείο διεκδικούμε τη θέση που αντιστοιχεί σε αυτό που ψήφισαν οι εργαζόμενοι, χωρίς καμιά συναλλαγή ή συμφωνία με εργοδοτικές δυνάμεις.


Τέλος, ερχόμαστε σε αντιπαράθεση με τη λογική του ΚΚΕ, που μετατρέπει τα σωματεία και τα συνδικάτα σε απλούς ιμάντες μεταβίβασης της κομματικής του γραμμής. Η αντίληψη αυτή απονεκρώνει τα σωματεία, απομαζικοποιεί τη βάση τους, δυσχεραίνει την όποια δυνατότητα μπορεί να είχαν για ανάπτυξη ανατρεπτικών αγώνων και τα μετατρέπει πολλές φορές σε εκλογικούς μηχανισμούς χωρίς ζωή και παρέμβαση στους χώρους δουλειάς. Ενδεικτικά μπορεί να αναφερθεί η κατάσταση του ΕΚ Πειραιά και του ΣΕΗ, που είχαν αναπτύξει το προηγούμενο διάστημα μια δυναμική, η οποία όμως φθίνει, αλλά και μιας σειράς άλλων κλαδικών σωματείων, που είναι ενεργά μόνο στις εκλογές.


στ) Υπερασπίζουμε την πλήρη ανεξαρτησία του εργατικού κινήματος από το κράτος και την εργοδοσία, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη το νέο ασφυκτικό πλαίσιο που δημιουργείται από την εφαρμογή του Ν. Χατζηδάκη. Ο αστικοποιημένος συνδικαλισμός αποδεικνύεται ότι κινείται σε γραμμή αποδοχής και διευκόλυνσης της εφαρμογής του νόμου. Οδηγεί σε μια νέα κατάσταση, όπου το κράτος θα επιτύχει τον πλήρη ασφυκτικό έλεγχο και την απονεύρωση των σωματείων. Οι ρυθμίσεις του νόμου στοχεύουν πρωτίστως στον ταξικό αγωνιστικό συνδικαλισμό, επιδιώκοντας να ενισχύσουν έναν συνδικαλισμό «τύπου ΓΣΕΕ» του κοινωνικού εταιρισμού, κατεύθυνση η οποία θα ενταθεί με τον νόμο για την «Κοινωνική Συμφωνία» και τον χαρακτήρα που θα έχουν οι νέες ΣΣΕ. Αντίστοιχα στο Δημόσιο, η προσπάθεια να εμπεδωθεί-εφαρμοστεί η αξιολόγηση μαζί με το νέο Πειθαρχικό, εκτός από το ότι θα ανοίξει τον δρόμο για την άρση μονιμότητας και τις απολύσεις, θα δημιουργήσει ασφυκτικό περιβάλλον φίμωσης και ιεραρχίας, όπου ο συνδικαλισμός θα τελεί υπό διωγμό (π.χ. διώξεις απεργών στην εκπαίδευση, αγωνιστών/τριών) και οι εργαζόμενοι θα είναι πλήρως υποταγμένοι στους προϊστάμενους και στην εκάστοτε κυβερνητική πολιτική.

Συμβάλλουμε να διευρυνθούν τα σωματεία που απορρίπτουν τις ηλεκτρονικές διαδικασίες και το ΓΕΜΗΣΟΕ, διαμορφώνοντας ένα ρεύμα που θα σπάει το κυβερνητικό πλαίσιο λειτουργίας των σωματείων, θα αντιτίθεται στον εργοδοτικό συνδικαλισμό και θα πιέζει το ΠΑΜΕ και άλλες αγωνιστικές δυνάμεις. Σε αυτή την κατεύθυνση κρίσιμο ζήτημα είναι να εκφραστεί ένα ρεύμα ταξικών σωματείων που θα κάνουν πράξη τη γραμμή ανυπακοής.


ζ) Επιδιώκουμε τη δημιουργία νέων ταξικών σωματείων, πρώτα και κύρια όπου δεν υπάρχουν. Οι επιτροπές και οι συνελεύσεις αγώνα μπορούν να αποτελέσουν το πρόπλασμα για το στήσιμο των σωματείων. Ιδιαίτερα συμβάλλουμε σε τέτοιες μορφές εκεί όπου το σωματείο, η ομοσπονδία, το επίσημο συνδικαλιστικό κίνημα δεν θέλουν ή δεν μπορούν, εκεί όπου οι συσχετισμοί είναι παγιωμένοι και κυριαρχεί ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός.

Όπου δεν μπορούν να στηθούν σωματεία ή υπάρχουν ιδιαίτερες συνθήκες, εργαζόμαστε για νέες μορφές συγκρότησης της εργατικής τάξης, έξω από το πλαίσιο του κυρίαρχου συνδικαλισμού, όπως η συγκρότηση επιτροπών αγώνα και συνελεύσεων σε επίπεδο κλάδου ή επιχείρησης, ως άτυπες ή και «τυπικές» δομές εργατικής δράσης και αλληλεγγύης. Ένας τέτοιος προσανατολισμός μπορεί να φέρει νέα προοπτική συσπείρωσης συνδικαλισμένων και ασυνδικάλιστων εργαζομένων· δεν είναι απλώς το πολιτικο-συνδικαλιστικό σχήμα που αυτοαναγορεύεται σε επιτροπή αγώνα. Η επιτροπή αγώνα συσπειρώνει σε πρώτη φάση τις πιο αγωνιστικές τάσεις των εργαζομένων και της νεολαίας. Οι επιτροπές και οι συνελεύσεις αποτελούν οργανικό τμήμα μαζί με τα αγωνιστικά σωματεία ενός άλλου κέντρου αγώνα που επιδιώκουμε να δημιουργηθεί. Οι ανοιχτές μαζικές επιτροπές αγώνα βάσης/σωματείου, η δημιουργία νέων σωματείων που καλύπτουν «ακάλυπτα» κομμάτια της τάξης (π.χ. leasing, συμβασιούχοι) μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο για την ανάπτυξη της αγωνιστικής δράσης στους χώρους δουλειάς, χωρίς ή και ενάντια στις γραφειοκρατικές πλειοψηφίες και στους συσχετισμούς των ΔΣ.

Γενικά, είναι κρίσιμο να αναζητούμε και να τολμούμε μορφές συγκρότησης «εντός» και «εκτός», ώστε, από τη μία, να τσακίσουμε τη γραμμή της υποταγής και, από την άλλη, να υπερβαίνουμε τη γραμμή του αγωνιστικού ρεφορμισμού (ΠΑΜΕ), που σε πολλές περιπτώσεις καθηλώνει τα αγωνιστικά σκιρτήματα και τις αγωνιστικές διαθέσεις.


η) Επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε έναν άλλο πόλο μέσα στο εργατικό κίνημα, με κέντρα αγώνα μέσα από διαδικασίες συντονισμού των αγωνιστικών ταξικών σωματείων αλλά και με τον συντονισμό των γενικών συνελεύσεων, των επιτροπών αγώνα και των πρωτοπόρων εργαζομένων. Τα κέντρα αγώνα θα επιδιώκουν να διαμορφώνουν αγωνιστικό σχέδιο και να ξεπερνούν τα εμπόδια του αστικοποιημένου συνδικαλισμού που δεν θέλει την οργάνωση αγώνων ανατροπής.

Όσο η πανεργατική οργάνωση μένει στην αποκλειστικότητα της ΓΣΕΕ και η αντιπολίτευση σε αυτήν στο επίπεδο του συνολικού εργατικού κινήματος στο ΠΑΜΕ, δεν θα σηματοδοτείται και δεν θα μορφοποιείται ένας άλλος τρίτος πόλος στο εργατικό κίνημα.


Σήμερα έχουμε σημαντική υποχώρηση σε αυτό το ζήτημα. Σε αυτή την εξέλιξη αποτυπώνονται οι αρνητικοί συσχετισμοί και η διαφορετική προσέγγιση μιας σειράς δυνάμεων που το υποτιμούν και το υπονομεύουν. Κάνουμε προσπάθεια να συγκροτήσουμε έναν τέτοιο πόλο μέσα από τον συντονισμό σωματείων, συλλογικοτήτων και συνδικαλιστών επιδιώκοντας την ανάπτυξή του, την πανελλαδικοποίησή του και τη μονιμοποίηση της λειτουργίας του. Υπάρχουν όμως και άλλοι συντονισμοί κλαδικοί, όπως είναι των σωματείων στην εκπαίδευση, που οργανώνουν από κοινού την αντίσταση στην επίθεση που δέχεται ο κλάδος και την αντεπίθεση του εκπαιδευτικού κινήματος. 

 

4.3 Η λογική της διεκδίκησης και μορφές πάλης

Παλεύουμε για να σπάει η αγωνιστική απραξία, να ενισχύονται οι διαθέσεις αντίστασης, να ξεπερνούν οι αγώνες τη διαμαρτυρία, να πετυχαίνουν μικρές και μεγάλες νίκες απέναντι στην εργοδοσία. Έχει μεγάλη σημασία οι αγώνες να ξεπερνούν τον τυπικό/συμβολικό χαρακτήρα. Να επιλέγονται αιτήματα τα οποία αγκαλιάζει η πλειονότητα των εργαζομένων και αποφασίζονται από τους ίδιους με διαδικασίες συνέλευσης, διεκδικούν όσο είναι δυνατόν ευρύτερη στήριξη, έχουν πολυμορφία και, τέλος, σφραγίζονται από αποφασιστικότητα στις μορφές πάλης.

Το ζήτημα της αποφασιστικότητας στις μορφές πάλης έχει μεγάλη σημασία στην εποχή μας, καθώς οι αγώνες έρχονται όλο και πιο πολύ αντιμέτωποι με τα στενά όρια της νομιμότητας, αλλά και την κυριαρχία του «λεγκαλισμού» μέσα στο εργατικό κίνημα. Μέχρι τώρα, όλα τα τελευταία χρόνια δεν έχει υπάρξει κανένας σοβαρός αγώνας (από τους εκπαιδευτικούς έως την ΠΕΝΕΝ το καλοκαίρι) που να μην ήρθε σε σύγκρουση και να μη χρειάστηκε να παραβιάσει τον νόμο. Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται να κατακτιούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις (στήριξη στους εργαζομένους, μαζική αποδοχή κ.λπ.). Παράλληλα, επιδιώκουμε τη συνένωση και τη συνολικοποίηση των επιμέρους μετώπων και κλάδων σε πανεργατική κατεύθυνση, στον πολιτικό αγώνα ενάντια στον «κοινό εχθρό».


Η επιλογή των μορφών πάλης είναι σοβαρό ζήτημα, ειδικά σε συνθήκες αυταρχικής θωράκισης του κράτους και οικονομικής ασφυξίας για τους εργαζομένους. Απαιτούν συγκεκριμένη κάθε φορά μελέτη. Επιλέγονται λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση του κινήματος, τον συσχετισμό δύναμης και τις διαθέσεις των εργαζομένων, με σκοπό όμως όχι να τις καθηλώσουν, αλλά να τις προωθήσουν. Οι μορφές, έτσι, μπορεί να εναλλάσσονται κατά τη διάρκεια μιας μάχης και οι εργαζόμενοι να κρίνουν πότε θα τις οξύνουν αποφασιστικά (π.χ. πολυήμερη απεργία ή κατάληψη), ενώ πρέπει να γίνεται και η απαραίτητη προετοιμασία για να μπορούν να στηριχθούν (απεργιακά ταμεία). Ταυτόχρονα, ισχυρό όπλο σε κάθε αγώνα είναι η κοινωνική συναίνεση και η ευρύτερη λαϊκή συστράτευση, που πρέπει να κερδίζονται τόσο μέσα από την κοινωνική εικόνα και την εξωστρέφεια του αγώνα, όσο και μέσα από πρωτοβουλίες προς τον λαό (π.χ. μοίρασμα αγροτικών προϊόντων από τους αγρότες στις κλειστές εθνικές οδούς).

Οι αποφασιστικές μορφές αγώνα σε συνδυασμό με τον βαθύτερο συντονισμό τους συνιστούν έναν πολιτικό εκβιασμό που μπορεί να οδηγήσει σε υποχώρηση και νίκη. Αυτή η λογική βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την απραξία του αστικοποιημένου εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού και τους αγώνες διαμαρτυρίας, χωρίς μάχη, του ΠΑΜΕ.


4.4 Για την ενότητα και τις κοινωνικές συμμαχίες της εργατικής τάξης

«Η εργατική τάξη θα απελευθερώσει τον εαυτό της, απελευθερώνοντας όλη την κοινωνία». Με αυτή τη βασική μαρξιστική αρχή πρέπει να αντιμετωπίσουμε το επόμενο διάστημα, με έναν άλλο πλατύτερο τρόπο, τον πολιτικό ρόλο του εργατικού κινήματος. Και μάλιστα να εστιάσουμε σε αυτό το τμήμα της σύγχρονης εργατικής τάξης το οποίο μπορεί μέσα από τη δική της ηγεμονία να αναδείξει τις δυνατότητες ενός νέου κόσμου και να ενοποιήσει την κοινωνία.

Με δεδομένη τη συνολική κατάσταση της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος, καθώς και τη χαμηλή συμμετοχή των εργαζομένων σε αυτό, το καθοριστικό και τελικό κριτήριο της παρέμβασης των πολιτικών πρωτοποριών είναι η δοκιμασία της πράξης στην ταξική πάλη για την υπεράσπιση των συμφερόντων της εργατικής τάξης από όσους ανήκουν σε αυτήν ή από όσους διάλεξαν να στοιχηθούν μαζί της, με λογική ταξικής ανασυγκρότησης. Είναι η ευρύτερη δυνατή αγωνιστική ταξική ενότητα των εργαζομένων και όχι τυπικά η «ενότητα» εντός του υπάρχοντος συνδικαλιστικού κινήματος. Στο κριτήριο της αγωνιστικής ταξικής ενότητας πρέπει να υποτάσσονται οι μορφές συσπείρωσης που προκρίνουμε, η δράση μας στα σωματεία, οι όποιες συμμαχίες μας σε χώρους, πρωτοβάθμια σωματεία ή δευτεροβάθμια όργανα, η τακτική μας σε περιόδους κινήματος αλλά και άπνοιας, αλλά και η γραμμή αντιπαράθεσης με μη ταξικές, μη χειραφετητικές λογικές ή η επικοινωνία με ριζοσπαστικές τάσεις (αυθόρμητες ή ημισυνειδητές).


α) Βασικός στόχος και όρος για τη νίκη των αγώνων είναι η εξασφάλιση της ενότητας της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη, λόγω της αποξένωσης και του κατακερματισμού της στον χώρο εργασίας –πολύ περισσότερο στο σύνολο της καπιταλιστικής οικονομίας μιας χώρας ή στις περιπτώσεις εργαζομένων σε πολυεθνικά μονοπώλια, στον «καπιταλισμό της πλατφόρμας» και στην τηλεργασία–, γίνεται πιο επιρρεπής στην αποδοχή της αντίληψης για διαφοροποίηση των συμφερόντων μεταξύ των εργαζομένων μιας επιχείρησης, στον συντεχνιασμό, στην ατομική επιδίωξη-διεκδίκηση καλύτερης αμοιβής, σε ανταγωνιστικές συμπεριφορές για επιδίωξη υπηρεσιακής ανέλιξης-καριέρας σε βάρος της συλλογικότητας. Η ενότητα της τάξης αποτελεί ένα εξαιρετικά δύσκολο καθήκον στην εποχή στην οποία, από τη μια, η εργατική τάξη γίνεται εξαιρετικά πολυάριθμη και η συγκέντρωση σε τεράστιες πολυεθνικές, πολυκλαδικές επιχειρήσεις αναπτύσσεται, αλλά, από την άλλη, είναι εξαιρετικά κατακερματισμένη, με πλήθος διαστρωματώσεων.

Εντός της εργατικής τάξης υπάρχει (βλ. Μέρος Α) μια τεράστια ποικιλία διαφορετικών καταστάσεων (από τον φτωχό μετανάστη εργάτη/τρια της Μανωλάδας μέχρι τον μορφωμένο εργαζόμενο των νέων τεχνολογιών), διαστρωματώσεων εντός του ίδιου χώρου δουλειάς (γιατροί-νοσηλευτές στην υγεία, κατώτερο κομμάτι των τεχνικών-οικοδόμοι στις κατασκευές), εργασιακών σχέσεων (σταθερές-ελαστικές μορφές απασχόλησης), εθνικών διαιρέσεων (τεράστια τμήματα της τάξης χωρίς δικαιώματα και οργάνωση είναι νόμιμοι ή μη μετανάστες), διακρίσεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, ακόμα και έμφυλων διακρίσεων σε βάρος των γυναικών της εργατική τάξης. Ο καπιταλισμός δεν θα ήταν καπιταλισμός αν δεν οικοδομούσε όλη αυτή την κατάσταση πολυδιάσπασης της εργατικής τάξης. Άρα το θέμα της ενότητας της τάξης αποτελεί στρατηγικό ζήτημα για τους εργαζομένους.


Η βαθύτερη ενοποιητική βάση για το σύνολο της εργατικής τάξης είναι η συνθήκη της μισθωτής εργασίας και της εκμετάλλευσης από τους κεφαλαιοκράτες. Σε κάθε χώρο δουλειάς και κλάδο πρέπει να διαμορφώνουμε αιτήματα που να ξεκινούν από τις ανάγκες των πιο «καταπιεσμένων», «κατώτερων» τμημάτων της εργατικής τάξης και να τίθενται με τρόπο που να οικοδομούν προϋποθέσεις αγωνιστικής ταξικής ενότητας όλης της τάξης. Να καταπολεμούμε τις συντεχνιακές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στα κομμάτια της και να προβάλλουμε ένα συνολικό πλαίσιο (όχι μόνο αιτημάτων ή συνδικαλιστικών αιχμών), το οποίο φέρνει στο προσκήνιο αυτήν ακριβώς τη βαθύτερη ενοποιητική βάση, ενοποιώντας τους στόχους και τις μορφές δράσης σε ανώτερο επίπεδο. Τέλος, να πολιτικοποιούμε το κίνημα, καθώς η συνένωση ευρύτερων τμημάτων προϋποθέτει γενίκευση των αιτημάτων, ώστε τελικά το σύνολο της τάξης ενοποιείται πάνω στους μεγάλους πολιτικούς στόχους (π.χ. πάλη για να μην περάσουν τα μνημόνια, έξω η Ελλάδα από τον πόλεμο κ.ά.).


β) Το εργατικό κίνημα πρέπει να γίνεται η καρδιά της ευρύτερης κίνησης για τα λαϊκά προβλήματα. Δεν υπάρχει θέμα και ζήτημα το οποίο να μην επιδιώκουμε να το «βάζουμε μπροστά» στο οργανωμένο εργατικό κίνημα, «σπάζοντας» τα στεγανά ανάμεσα στους διάφορους τομείς δράσης (συνδικάτα, γειτονιές, νεολαία) και αναδιοργανώνοντας όλη τη δράση του εργατικού κινήματος.

Πρώτα απ’ όλα, το εργατικό κίνημα πρέπει να μπει μπροστά στην πάλη ενάντια στον πόλεμο, την πολεμική οικονομία και τις επιπτώσεις που έχει αυτή στην ακρίβεια, την καθημερινότητα και την εργασία του λαού. Το ίδιο συμβαίνει και με τα άλλα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα, όπως, για παράδειγμα, το τεράστιο εκπαιδευτικό πρόβλημα (ταξικοί φραγμοί, απαξίωση του σχολείου κ.λπ.) ή και η κατάσταση στη νεολαία. Αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο από γονείς και μαθητές, χωρίς τον πρωτοπόρο ρόλο των εκπαιδευτικών. Αντίστροφα, οι εκπαιδευτικοί δυναμώνουν στη μάχη ενάντια στην επίθεση της κυβέρνησης, αν καταφέρουμε να έχουν αλληλέγγυα στο πλευρό τους την εργαζόμενη πλειοψηφία στη μάχη για μόρφωση, δωρεάν παιδεία κ.λπ. Το ίδιο ισχύει για την υγεία, τους πλειστηριασμούς και την κατοικία ή τα δημοκρατικά δικαιώματα.


γ) Υπάρχουν επίσης μεγάλα ζητήματα και αντιθέσεις στα οποία το εργατικό κίνημα ιστορικά παρουσιάζει «καθυστέρηση» στην πάλη του, σε σημαντικό βαθμό λόγω του βαθιά οικονομίστικου χαρακτήρα του, τον οποίο μας έχει κληροδοτήσει η σοσιαλδημοκρατία και ο κομμουνιστικός ρεφορμισμός. Για παράδειγμα, είναι ενδεικτικό ότι στο ζήτημα του περιβάλλοντος υπάρχει όχι μόνο «καθυστέρηση» αλλά ακόμα και αντίθεση στην υπεράσπιση της εργασίας σε σχέση με την προστασία του περιβάλλοντος (βλ. Σκουριές στη Χαλκιδική). Ή το ζήτημα της γυναικείας ανισότητας στην παραγωγή και στην κοινωνία, με την επιπλέον επιβάρυνση της «οικογενειακής φροντίδας», που είναι υποβαθμισμένα ζητήματα στις διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος.


Το εργατικό κίνημα κατακτά τον πολιτικό του ρόλο όσο βρίσκει δρόμους να πολιτικοποιεί τη δράση του, να κατακτά την «ηγεμονία του», ως προς το περιεχόμενο αλλά και τις μορφές οργάνωσης και δράσης στο ευρύτερο λαϊκό κίνημα, στην πάλη για την απαλλαγή από κάθε εκμετάλλευση και κάθε καταπίεση. Χωρίς να καταργεί τις λεγόμενες «επιμέρους αντιθέσεις», ενοποιεί την πάλη όχι «παρατακτικά» («συμπερίληψη») αλλά ουσιαστικά προγραμματικά σε μια ενιαία κοίτη αντικαπιταλιστικών αλλαγών με προοπτική την εργατική εξουσία.


δ) Δίπλα στην εργατική τάξη απλώνεται μια γκάμα στρωμάτων μισοεργατικών-μισομικροαστικών ή και κλασικά μικροαστικών που «επιβιώνουν» και επικοινωνούν με τα «πάνω όρια» της μισθωτής εργασίας και της εργατικής τάξης.

Η αντιμετώπιση αυτών των στρωμάτων έχει σημασία, γιατί η κοινωνικοταξική τους βάση εντοπίζεται σε μεγάλο βαθμό στα ανώτερα στρώματα της μισθωτής εργασίας (και στον δημόσιο τομέα), με αποτέλεσμα η επικοινωνία και η αλληλεπίδραση με τα νέα (κυρίως) μικροαστικά στρώματα να είναι ισχυρή. Επιπλέον, αν και η ταξική κινητικότητα έχει μειωθεί, δεν έχει εκλείψει εντελώς, με αποτέλεσμα τα στρώματα αυτά να βρίσκονται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα, εξέλιξη που αφορά όχι μόνο τα πιο νέα και ανώτερα τμήματα της τάξης αλλά πιο κλασικά-παραδοσιακά (οικοδόμοι που γίνονται μικροεργολάβοι, εργαζόμενοι στον επισιτισμό που ανοίγουν δικό τους «μαγαζί» κ.λπ.). Δεν παραβλέπουμε αυτή την πραγματικότητα, αλλά την αντιμετωπίζουμε ολοκληρωμένα.

Πρώτο κριτήριό μας είναι η αυτοτελής οργάνωση της εργατικής τάξης, των μισθωτών τμημάτων. Γι’ αυτό σε όλα τα στρώματα στα οποία υπάρχει ισχυρή κινητικότητα (γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι κ.λπ.) έχουμε ως πρώτη προτεραιότητα τη στήριξη των εργατικών σωματείων, των κλάδων και ακόμα περισσότερο τη συμβολή τους στην οργάνωση των πιο προλεταριακών στρωμάτων.


Παράλληλα όμως δεν εγκαταλείπουμε, αλλά, αντίθετα, επιδρούμε στα μικρομεσαία και ενδιάμεσα ως προς την εργασία και το κεφάλαιο στρώματα (αυτοαπασχολούμενοι που εντάσσονται στα επιμελητήρια ή μικροί εργοδότες με 2-3 εργαζομένους), προσπαθώντας να τραβάμε όσο γίνεται τα στρώματα αυτά προς την πλευρά της εργασίας και την αντικαπιταλιστική απάντηση.

Η παρέμβαση αυτή έχει σημασία για την ανάπτυξη της φυσιογνωμίας μας και της ολοκληρωμένης εργατικής παρέμβασής μας. Η αστική τάξη, μέσω των κομμάτων της, των μηχανισμών της και με υλικό τρόπο, επιδιώκει μια στέρεη συμμαχία με τα πολυάριθμα στην Ελλάδα μικροαστικά στρώματα, λόγω του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο συγκροτήθηκε ιστορικά ο καπιταλισμός στη χώρα. Στεκόμαστε απέναντι στην προσπάθεια η αστική τάξη των διαφόρων κλάδων να πολώνει τα ενδιάμεσα στρώματα με τα δικά της ταξικά συμφέροντα. Αντίθετα, επιδιώκουμε τα στρώματα αυτά να οργανώνονται στο μπλοκ των δυνάμεων της εργασίας, υπό την ηγεμονία της εργατικής τάξης, να υιοθετούν στόχους πάλης που είναι κοινοί ανάμεσα στα στρώματα αυτά και στην εργατική τάξη (π.χ. ασφαλιστικά δικαιώματα, κατοικία, δημόσια αγαθά, ειρήνη, λαϊκές ελευθερίες), να στρέφονται ενάντια στη μεγάλη καπιταλιστική ιδιοκτησία, στα κέρδη και στην εξουσία της, και να παλεύουν στο πλάι του εργατικού κινήματος. Συχνά ανάμεσα στα στρώματα αυτά και στην εργατική τάξη αναπτύσσονται έντονες αντιθέσεις, στις οποίες εμείς προσπαθούμε να εκφράζουμε τα καθολικά εργατικά συμφέροντα ερχόμενοι σε ρήξη με τα μικρομεσαία και ενδιάμεσα στρώματα όταν αυτό απαιτείται.


Επιπλέον, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε τον ευρύτερο πολιτικό-ιδεολογικό, «νομιμοποιητικό» για το σύστημα ρόλο (ΤΕΕ ως τεχνικός σύμβουλος του κράτους, ΔΣΑ σε ζητήματα νομοθεσίας κ.λπ.) που παίζουν τα στρώματα αυτά και οι θεσμοί που τα εκφράζουν. Η αντιπαράθεση από τη σκοπιά της εργατικής τάξης στον πολιτικό-ιδεολογικό τους ρόλο έχει μεγάλη σημασία για τον λαό και βοηθάει στην ευρύτερη πολιτική και ιδεολογική συγκρότηση του ίδιου του εργατικού κινήματος.

 

4.5 Για την ιδεολογία, τις αξίες, τον πολιτισμό της εργατικής τάξης

Σοβαρή πλευρά της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος είναι η στροφή στη δουλειά που αφορά την ιδεολογία, τις αξίες, τον πολιτισμό της εργατικής τάξης.

Η εργατική τάξη δεν συγκροτείται ποτέ μόνο «κοινωνικά», δηλαδή με βάση τα άμεσα οικονομικά της συμφέροντα. Συγκροτείται «υποκειμενικά» και ενοποιείται μέσα από τον ρόλο των πολιτικών της κομμάτων, των σωματείων και των συλλογικοτήτων της. Επιπλέον, γίνεται πιο ευάλωτη σε επιδράσεις που δέχεται και στον εκτός εργασίας χρόνο από τα πρότυπα του lifestyle, τον καλλιεργούμενο ατομικισμό και γενικότερα τα αστικά πρότυπα. Γι’ αυτό αποκτά κρίσιμη σημασία η υπεράσπιση των αξιών της εργατικής τάξης και έξω από το πεδίο της παραγωγής, με την ολόπλευρη ανάπτυξη του εργατικού πολιτισμού και την υπεράσπιση των εργατικών αξιών της αλληλεγγύης, της ισότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, του διεθνισμού. Παρότι, όμως, αναβαθμίζονται αυτές οι επιδράσεις στη συνείδηση των εργαζομένων από τον λεγόμενο «πολιτισμό του μη εργάσιμου χρόνου», η ταξική συνείδηση διαμορφώνεται πρωτίστως από τη στάση του σύγχρονου εργάτη και εργάτριας μέσα στον χώρο της δουλειάς, στις συγκρούσεις με την εργοδοσία και στον αγώνα με τους συναδέλφους.


Το κεφάλαιο δίνει σήμερα τεράστια μάχη όχι μόνο για την τρομοκράτηση και τον κατακερματισμό, αλλά και για τον πολιτικό-ιδεολογικό εκφυλισμό της εργατικής τάξης. Προσπαθούν να διασπάσουν και ιδεολογικά την εργατική τάξη σε μια μάχη όλων ενάντια σε όλους, να τη στρατεύσουν πίσω από το άρμα της «δικής μας» αστικής τάξης (εθνικισμός), της δικής μας επιχείρησης και του δικού μας κλάδου ή επαγγέλματος (συντεχνιασμός), των «δικών μας» ανθρώπων (ρατσισμός).

Το κεφάλαιο επιχειρεί να περάσει την αντίληψη ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, ότι η αλλαγή της κοινωνίας είναι αδύνατη (ΤΙΝΑ). Ενισχύουν τον ανταγωνισμό, τον κανιβαλισμό, το «σκότωσε για να ζήσεις», τον μισογυνισμό και τον σεξισμό, την πολιτιστική κατρακύλα. Τα ιδεολογήματα αυτά παίρνουν μορφή στους χώρους δουλειάς ως: i) κυριαρχία του ατομικού δρόμου και της παραγωγικότητας για επιτυχία στη δουλειά, ii) ενσωμάτωση του φιλικού περιβάλλοντος με την εργοδοσία, όπου «όλοι είμαστε μια οικογένεια» και «να βάλουμε πλάτη να περάσει η μπόρα»), iii) ενσωμάτωση της ηττοπάθειας ότι δεν πρόκειται να κερδίσουμε τίποτα όσο και να αγωνιστούμε, iv) αποδοχή της αντίληψης ότι ο συνδικαλισμός έχει πεθάνει και είναι παρωχημένος στο σήμερα, άρα δεν υπάρχει πια μέσο και τρόπος διεκδίκησης.

Επιτίθεται στην «καρδιά» της ίδιας της ύπαρξης της εργατικής τάξης, βασικά μέσα από τις θεωρίες των «ταυτοτήτων», σύμφωνα με τις οποίες δεν υπάρχει «εργατική τάξη» η οποία συγκροτείται με κύριο κριτήριο τη σχέση με τα μέσα παραγωγής και την ιδιοκτησία, αλλά ένα άθροισμα ξεχωριστών και μη σχετιζόμενων εθνικών, φυλετικών ή έμφυλων ταυτοτήτων και καταπιέσεων που δεν ανάγονται στην ταξική εκμετάλλευση και καταπίεση και, επομένως, «λύνονται» (αν λύνονται) από τα αντίστοιχα «νέα υποκείμενα».


Γι’ αυτούς τους λόγους χρειάζεται παρέμβαση στον πολιτιστικό-αξιακό ρόλο της εργατικής συλλογικότητας. Ιστορικά το κίνημά της περιλάμβανε ένα «πολυκόσμο» σωματείων, συλλόγων αλληλεγγύης, βιβλιοθηκών, συνεταιρισμών, πολιτιστικών συλλόγων και (όταν χρειαζόταν) ομάδων αυτοάμυνας απέναντι στους εργοδοτικούς ή φασιστικούς στρατούς, ένα ολόκληρο δίκτυο που εξασφάλιζε την αλληλεγγύη και την αξιοπρεπή επιβίωση. Το «κανένας μόνος/η» πρέπει να γίνει πολύ περισσότερο πράξη. Να ξαναδούμε τα σωματεία και τις άλλες συλλογικότητες σαν κύτταρα γνώσης, αλληλεγγύης, πολιτισμού. Κέντρα ολόπλευρης οργάνωσης της εργατικής τάξης και της συλλογικότητάς της. Ας μην ξεχνάμε: «Οι εργάτες θέλουν ψωμί και τριαντάφυλλα»!


5. Πρόταση αγώνα για τις άμεσες μάχες του εργατικού κινήματος

Τα κεντρικά ζητήματα που αποτυπώνουν σήμερα την πάλη του εργατικού κινήματος είναι: i) οι μισθοί και η αναντιστοιχία τους με την κερδοφορία του κεφαλαίου και την παραγωγικότητα της εργασίας, καθώς και η αύξηση του κόστους διαβίωσης, ii) η διαρκής εντατικοποίηση και οι όρων της εργασίας, η αύξηση του χρόνου εργασίας και η συρρίκνωση του ελεύθερου χρόνου των εργαζομένων, iii) ο κατακερματισμός των εργασιακών σχέσεων, η ανυπαρξία ΣΣΕ, η πολυδιάσπαση της τάξης ακόμα και στον ίδιο χώρο και στην ίδια ειδικότητα, η εργασιακή ανασφάλεια, iv) οι ιδιωτικοποιήσεις, με τη διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών, τη συρρίκνωσή τους και τις απολύσεις στο Δημόσιο, v) η σύνδεση του μισθού με την παραγωγικότητα της εργασίας, η διαρκής αξιολόγηση και τα bonus παραγωγικότητας, vi) η εργοδοτική τρομοκρατία και αυθαιρεσία, vii) η αναθεώρηση του Συντάγματος. Στην περίοδο οι στόχοι του εργατικού κινήματος πρέπει να στρέφονται ενάντια στην πολεμική οικονομία και στον πόλεμο, στο Σύμφωνο Σταθερότητας και στην ΕΕ, την ανταγωνιστικότητα-κερδοφορία και την ιδιοκτησία του κεφαλαίου.


Άρα το εργατικό κίνημα χρειάζεται να πάρει πρωτοβουλίες και να αναπτύξει την πάλη του με επίκεντρο το κοινωνικό ζήτημα της διαβίωσης της εργατικής τάξης:

α) Το πρώτο ζήτημα είναι η πάλη για την υπεράσπιση της ζωής της εργατικής τάξης, διεκδικώντας αυξήσεις στους μισθούς και υπογραφή ΣΣΕ, με παράλληλο αγώνα ενάντια στη διαρκώς αυξανόμενη ακρίβεια. Παλεύουμε ώστε να καταργηθούν οι ενδιάμεσοι φόροι και τα χρηματιστήρια ενέργειας, να αυξηθεί η φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου, να αυξηθούν οι μισθοί στο ύψος της κάλυψης των σύγχρονων αναγκών της εργατικής τάξης. Αγωνιζόμαστε ώστε να χάσει το κεφάλαιο από την περιουσία του για να κερδίσουν οι εργαζόμενοιˑ να ανατραπεί η πολιτική του κεφαλαίου, των Συμφώνων Σταθερότητας, της πολεμικής οικονομίας.

Ταυτόχρονα, η οικονομική αστάθεια φέρνει εκ νέου στην επιφάνεια το ενδεχόμενο μαζικών απολύσεων σε κλάδους και αύξηση της ανεργίας. Η μάχη για σταθερές σχέσεις εργασίας και μπλοκάρισμα των απολύσεων είναι κομβική για την επιβίωση της τάξης.

Επιδιώκουμε υπογραφή ΣΣΕ που διασφαλίζουν τους μισθούς, αλλά και αξιοπρεπείς όρους εργασίας με 5θήμερο ‒ 6ωρο ‒ 30ωρο, μόνιμες και σταθερές εργασιακές σχέσεις, απέναντι στην εντατικοποίηση, την εργασία-λάστιχο και τα 13ωρα. Θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων και τις συνθήκες εργασίας και υγιεινής, ειδικά σε μια περίοδο όπου αυξάνονται τα εργατικά «ατυχήματα» / εργοδοτικά εγκλήματα. Απαιτείται εξειδίκευση του αγώνα ανά κλάδο, αλλά και ενοποίηση του εργατικού κινήματος, καθώς το ζήτημα των ΣΣΕ είναι συνολικό, ιδιαίτερα εξαιτίας της επιθετικότητας με την οποία το έθεσε το κράτος με την «Κοινωνική Συμφωνία».

Η μάχη του εργατικού κινήματος για τη διασφάλιση αξιοπρεπών όρων ζωής της εργατικής τάξης πρέπει επίσης να συνδεθεί ευρύτερα με τα λαϊκά προβλήματα και τους αγώνες στις γειτονιές, οπότε χρειάζεται τα σωματεία να δουλέψουν μαζί με τις συλλογικότητες στις γειτονιές.

β) Πάλη για την υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών, ενάντια στην είσοδο της αγοράς σε αυτά, στην εμπορευματοποίησή τους και στις ιδιωτικοποιήσεις. Στόχος είναι να περάσουν στο Δημόσιο οι τομείς στρατηγικής σημασίας, χωρίς αποζημίωση, με εργατικό λαϊκό έλεγχο στο πλαίσιο μιας πορείας ρήξης με την απελευθέρωση των αγορών, την ΕΕ, το σύστημα συνολικά. Διεκδικούμε να δοθούν λεφτά για τις κοινωνικές ανάγκες κόντρα στις ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες και στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Αγωνιζόμαστε ώστε να μην πραγματοποιηθεί η αναθεώρηση του Συντάγματος. Οι προφανείς μάχες ώστε να διατηρηθούν τα ήδη δημόσια αγαθά τα οποία πρόκειται να ιδιωτικοποιηθούν (βλ. νερό, νοσοκομεία, Ωνάσεια σχολεία κ.λπ.) πρέπει να δεθούν με τους τομείς που πρέπει να επιστρέψουν στο Δημόσιο (ενέργεια, μεταφορές κ.λπ.).

γ) Αγώνας ενάντια στους πολέμους του κεφαλαίου, που θέτουν σε κίνδυνο τον λαό και τη νεολαία, ενώ τους αφαιμάζουν οικονομικά μέσα από τις επιπτώσεις στην οικονομία (διαρκείς αυξήσεις στις τιμές κ.λπ.) και την άνοδο των στρατιωτικών δαπανών. Ταυτόχρονα με τη γενική αντιπολεμική πάλη του εργατικού κινήματος, χρειάζεται να εξειδικευτεί το μπλοκάρισμα της πολεμικής μηχανής στους χώρους δουλειάς, που πλέον κατακλύζονται από εργασίες που σχετίζονται με τον πόλεμο.

δ) Μάχη απέναντι στην εντατικοποίηση της εργασίας και για αύξηση του ελεύθερου χρόνου. Στους περισσότερους χώρους η εντατικοποίηση εκφράζεται είτε με διαρκή αύξηση του χρόνου εργασίας και των υπερωριών είτε με φρενήρεις ρυθμούς εργασίας, ταχύτητα παραγωγής και παράδοσης είτε με ασφυκτική και συνεχή πίεση για αποτελέσματα και με επιπλέον καθήκοντα. Η παραπάνω συνθήκη στους χώρους εργασίας εξαφανίζει τον ελεύθερο χρόνο και τσακίζει την ψυχολογία των εργαζομένων.

ε) Χρειάζεται επανοηματοδότηση της συλλογικής πάλης, ώστε οι εργαζόμενοι/ες να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους στη συλλογική διεκδίκηση, να πιστέψουν πως αυτή έχει νόημα και μπορεί να πετύχει επιμέρους νίκες. Προς τον σκοπό αυτό χρειάζεται οργάνωση στο σωματείο και όχι ατομική διαπραγμάτευση. Για να επιτευχθεί αυτό, κάθε σωματείο πρέπει να δίνει μάχες για τα ειδικά ζητήματα που προκύπτουν σε χώρους δουλειάς, διασφαλίζοντας κατακτήσεις για την καθημερινότητα και τους όρους δουλειάς των εργαζομένων. Η λειτουργία του σωματείου πρέπει να είναι ζωντανή, ώστε οι εργαζόμενοι/ες να μπορούν να απευθύνονται σε αυτό. Όπου το σωματείο δεν προχωρά σε τέτοιες κινήσεις χρησιμοποιούμε και άλλα οχήματα, όπως επιτροπές εργαζομένων, πρωτοβουλίες στον κλάδο, ακόμα και τα σχήματά μας.

στ) Βασικό όχημα για την ανάπτυξη της δράσης μας είναι ο Συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων, Επιτροπών Αγώνα και Αγωνιστών/στριών Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα. Επιδιώκουμε να αναπτύσσεται, να συγκεντρώνει σωματεία και αγωνιστές, να πανελλαδικοποιείται, να οργανώνεται, να αποκτά οντότητα. Θέλουμε να αποτελέσει ένα κέντρο για να αναπτυχθούν αγώνες στα παραπάνω μέτωπα για το εργατικό κίνημα. Η προσπάθεια χρειάζεται να πανελλαδικοποιηθεί με επιμέρους «παραρτήματα» του Συντονισμού τα οποία «θα φιλοξενούν» ένα μπλοκ αγωνιστών και σωματείων που θα αποτελεί την πρώτη μαγιά στην ανάπτυξη των αγώνων. Ο Συντονισμός, ως ένα σταθερό, «κεντρικό όχημα», επικοινωνεί με συντονισμούς σε κλάδους ή θέματα (π.χ. πόλεμος) τα οποία παλεύουμε να ανοίξουμε και επιδιώκει να τους στηρίζει, να παίρνει κοινές πρωτοβουλίες και να συνδέεται μαζί τους. Μέχρι στιγμής η δράση του δείχνει ότι υπάρχουν δυνατότητες για να αναπτυχθεί περαιτέρω και να παίξει αναβαθμισμένο ρόλο στο εργατικό κίνημα.

 

6. Η στάση των πολιτικών δυνάμεων και των συνδικαλιστικών ρευμάτων

6.1 Η ηγεσία της ΓΣΕΕ, που αποτελείται από τις δυνάμεις της ΠΑΣΚΕ και της πρόσφατης διάσπασής της (στο ΕΚΑ καταγράφεται ως Ενωτικό) ‒που προέκυψε με αφορμή το σκάνδαλο της κλοπής δημόσιου χρήματος από τον Παναγόπουλο και την ηγετική ομάδα της ΓΣΕΕ‒ μαζί με τις δύο δεξιές παρατάξεις, τη ΔΑΚΕ και την Ενότητα ‒ Νέα Πορεία, έχουν τον κύριο ρόλο στον συνδικαλισμό και ιδιαίτερα σε χώρους όπως οι πρώην ΔΕΚΟ, οι τράπεζες και το λιανικό εμπόριο (σουπερμάρκετ). Είναι δυνάμεις υποταγμένες στα καπιταλιστικά συμφέροντα γιατί αποδέχονται όλο το πλαίσιο της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής και της ευρωενωσιακής οικονομίας, καθώς και της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Προωθούν την ταξική συνεργασία με τις δυνάμεις του κεφαλαίου, το κράτος, τις κυβερνήσεις και την ΕΕ, όπως αυτή εκφράστηκε πρόσφατα με τη λεγόμενη «Κοινωνική Συμφωνία» για τη δήθεν επαναφορά των ΣΣΕ και τη «θεσμικότητα», δηλαδή την υποταγή του εργατικού κινήματος στο ασφυκτικό πλαίσιο της αστικής νομιμότητας και στον κοινωνικό «διάλογο». Προσπαθούν να μετατρέψουν τα συνδικάτα σε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς πελατειακών σχέσεων, ενσωμάτωσης και υποταγής της εργατικής τάξης. Στάθηκαν απέναντι σε μια σειρά από απεργίες, νομιμοποίησαν τις ηλεκτρονικές εκλογές και πολλές αντιδραστικές κυβερνητικές νομοθετικές ρυθμίσεις.


6.2 Η ΠΑΣΚΕ κρατά τις δυνάμεις της παρά τους εσωτερικούς κλονισμούς και τη διάσπαση στο ΕΚΑ με αφορμή την υπόθεση Παναγόπουλου, κάτι που αποτυπώθηκε στην εκ νέου πρωτιά και εκλογή Παναγόπουλου στο συνέδριο της ΓΣΕΕ. Στις παρατάξεις της ΝΔ υπάρχει μια αύξηση των δυνάμεων της Νέας Πορείας, η οποία εκφράζει την πιο ακραία εργοδοτική γραμμή, και υποχώρηση της παραδοσιακής ΔΑΚΕ. Η εικόνα των συσχετισμών στο συνδικαλιστικό κίνημα του ιδιωτικού τομέα δεν είναι σαφής, λόγω του κατακερματισμού, της αδιαφάνειας και της εκτεταμένης νοθείας, μέρος της οποίας αποκαλύφθηκε κατά τη νομιμοποίηση των αντιπροσώπων τόσο στο συνέδριο του ΕΚΑ όσο και, πολύ περισσότερο, στο συνέδριο της ΓΣΕΕ. Στο Δημόσιο και στην ΑΔΕΔΥ η ΔΑΚΕ εμφανίζεται με ακροδεξιό λόγο και πράξη, νομιμοποιεί τη συνδιαλλαγή με υπουργούς και στελέχη, τάσσεται ανοιχτά υπέρ της κυβερνητικής πολιτικής. Η ΔΗΣΥΠ (ΠΑΣΟΚ), παρά τη μείωση σε ποσοστά, επιβεβαιώνει τον βαθύ μηχανισμό αναπαραγωγής μέσα στις υπηρεσίες, κάνοντας προσπάθεια συσπείρωσης κι ενός νέου δυναμικού. Υπερασπίζεται σαν ευαγγέλιο τον Ν. 1264, μιλά για κοινωνικό κράτος τού πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ, ενώ αρνείται κάθε πραγματική μάχη στο όνομα της κοινοβουλευτικής εναλλαγής.

Οι δυνάμεις του πολιτικού χώρου των ΣΥΡΙΖΑ – ΝΕΑΡ και πλέον και της ΕΛΑΣ/Τσίπρα στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή οι δυνάμεις ΕΜΕΙΣ, ΑΡΚΙ και ΕΑΚ, στοιχήθηκαν πλήρως στη γραμμή της ΓΣΕΕ όλα αυτά τα χρόνια. Στην ΑΔΕΔΥ, αν και έχουν μεγάλη διαρροή τα τελευταία χρόνια, μένουν προσκολλημένες σε ΔΑΚΕ-ΔΗΣΥΠ, ενώ πρωτοστατούν και σε συγκόλληση δυνάμεων για ένα νέο εγχείρημα «δημοκρατικού μετώπου». Η κοινοβουλευτική καθίζηση τους έχει φέρει σε δύσκολη θέση όσον αφορά την πάγια θέση και την επιχειρηματολογία τους για πολιτική λύση μέσω Κοινοβουλίου ως μονόδρομο στα προβλήματα των εργαζομένων. Συνολικά η δράση τους καθορίζεται από την αστική νομιμότητα, τα όρια που θέτει η πολιτική κυβέρνησης ‒ ΕΕ ‒ ΟΟΣΑ, στοιχεία που αποτυπώνονται στα αιτήματα, στις μορφές και στον σχεδιασμό τους.

Η συμμαχία των δυνάμεων που πρόσκεινται σε ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ/ΝΕΑΡ/ΕΛΑΣ, με τα οχήματα που εμφανίζονται στον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα, καθορίζει την αδράνεια του εργατικού κινήματος σε όλες τις κρίσιμες καμπές του. Βασική επιδίωξη των κυρίαρχων αστικών παρατάξεων στο συνδικαλιστικό κίνημα είναι η διαιώνιση της γραμμής υποταγής και συναίνεσης στην αστική πολιτική και η επανεκλογή-κυριαρχία των εκλεκτών κυβέρνησης-εργοδοσίας στις συνδικαλιστικές οργανώσεις.


6.3 Το ΠΑΜΕ έχει αυξήσει την επιρροή του, αφού καταφέρνει να εκφράζει τάσεις δυσαρέσκειας και αγωνιστικής διεκδίκησης που γεννιούνται μέσα στην εργατική τάξη. Με αυτόν τον τρόπο έχει καταφέρει να βγει πρώτη δύναμη στην ΑΔΕΔΥ, στο ΕΚΑ και σε άλλα εργατικά κέντρα, αλλά και σε σημαντικές ομοσπονδίες, όπως είναι η ΔΟΕ, καθώς αναδεικνύεται και ένα ρεύμα αποστροφής απέναντι στις κυβερνητικές παρατάξεις και στην αστικοποιημένη συνδικαλιστική ηγεσία. Ενώ στηρίζεται στις τάσεις δυσαρέσκειας του κόσμου και σε έναν βαθμό τις αξιοποιεί για διεκδικήσεις σε χώρους ή κλάδους, τελικά τις καθηλώνει σε τάσεις ανάθεσης της πάλης. Κύριο στοιχείο της γραμμής του είναι η αναγωγή της εκλογικής ενίσχυσης σε ανώτερο κριτήριο ταξικής πάλης, εκπαιδεύοντας το δυναμικό και τις επιρροές του σε αυτή την κατεύθυνση και ανοίγοντας ή κλείνοντας τους αγώνες με αυτό το κριτήριο. Το πλαίσιο στόχων πάλης που θέτει είναι μόνο ένα άθροισμα κυρίως οικονομικού τύπου μέτρων για την ανακούφιση των εργαζομένων από τις πιο ακραίες εκδοχές της επίθεσης του κεφαλαίου, διαμορφώνοντας τελικά έναν ιδιότυπο αγωνιστικό οικονομισμό-ρεφορμισμό με ταξική-αριστερή φρασεολογία. Δεν προωθεί τη μετωπική αντιπαράθεση με τις στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου, των κυβερνήσεων και του αστικού πολιτικού συστήματος, δεν έχει γραμμή και λογική ανάπτυξης, ενοποίησης, γενίκευσης των αγώνων με στόχο να δημιουργήσουν πολιτικό πρόβλημα στην κυβέρνηση και να τολμήσουν να επιφέρουν ρωγμές στην πολιτική της (όπως φάνηκε στο κίνημα των Τεμπών, αλλά και των αγροτών). Επιπλέον, δεν αποστασιοποιείται απλώς από το αντικαπιταλιστικό πλαίσιο στόχων (κρατικοποιήσεις, διαγραφή χρέους, αντι-ΕΕ πάλη, μείωση πολεμικών δαπανών, αυξήσεις μισθών και ΣΣΕ πάνω από τα κέρδη κ.λπ.), αλλά του ασκεί και πολεμική. Ακόμη, αντιστρατεύεται τον συντονισμό των αγώνων σε κρίσιμα ζητήματα (π.χ. ιδιωτικοποιήσεις) και τις δυναμικές μορφές πάλης και απειθαρχίας στον κυβερνητικό-κρατικό απεργοσπαστικό και κατασταλτικό μηχανισμό. Στη βάση αυτή, πολιτικά παίζει ρόλο σταθεροποιητικού παράγοντα αντί για δύναμη κλιμάκωσης της ταξικής αντιπαράθεσης, σε αρκετές περιπτώσεις ακόμα και συγκράτησης ριζοσπαστικών τάσεων εντός ορίων. Στα συνδικάτα όπου έχει την πλειοψηφία, ενισχύει τη γραφειοκρατική λειτουργία, με κλειστές διαδικασίες. Συμμετέχει σε προεδρεία μαζί με δυνάμεις του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού, ενώ τέλος σε πολλά συνδικάτα αποδέχτηκε τις ηλεκτρονικές ψηφοφορίες.


6.4 Οι δυνάμεις της ΜΑΧΗ στηρίζουν την ανάπτυξη αγώνων, και σε ζητήματα οικονομικών διεκδικήσεων, ιδιωτικοποιήσεων, δημόσιων αγαθών και άμεσων αιτημάτων προβάλλουν πλαίσια και διεκδικήσεις σε θετική κατεύθυνση. Σε αρκετές περιπτώσεις, σε μέτωπα και διεκδικήσεις είχαμε κοινή δράση και στάση σε σωματεία, συνέδρια, αγώνες. Ωστόσο σημαντικό πρόβλημα αποτελεί η υποτίμηση των πολιτικών ανατρεπτικών στόχων-κρίκων για το κίνημα, οδηγώντας έτσι τις οικονομικές και άλλες διεκδικήσεις σε απονεύρωση και αποσύνδεση από την αναγκαία σύγκρουση με τους βασικούς πολιτικούς πυλώνες της αστικής πολιτικής. Η καταγγελία του υποταγμένου συνδικαλισμού και των ηγεσιών στη ΓΣΕΕ από την πλευρά των δυνάμεων της ΜΑΧΗ δεν συνοδεύεται από μια λογική διαμόρφωσης πρωτοβουλιών και συντονισμών σε ανεξαρτησία από το επίσημο συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά μένει σε κινήσεις εντός του, με λογική συμπόρευσης όλων των αγωνιστικών δυνάμεων (από ΠΑΜΕ μέχρι ταξική πτέρυγα) και πόλου εντός των δομών του υποταγμένου συνδικαλισμού. Αυτό οδηγεί στην υποτίμηση των προσπαθειών συντονισμού σωματείων/συλλογικοτήτων και ανεξάρτητων πρωτοβουλιών/δράσεων στους αγώνες (απεργιακές συγκεντρώσεις, παρεμβάσεις, δράσεις κ.λπ.), αλλά και στην αρνητική τους θέση για την ανάγκη ενός άλλου κέντρου αγώνα στο συνδικαλιστικό κίνημα. Δεν εντάσσουν τη συγκρότηση και τη δράση τους εντός της αριστερής αντικαπιταλιστικής πτέρυγας, γι’ αυτό έχουν διαφορετική τακτική σε κλάδους και χώρους σχετικά με τα σχήματα-κινήσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου έχουν δυνάμεις συγκροτούν σχήματα με βάση την αντίληψή τους με διάσπαση από υπάρχοντα σχήματα της πτέρυγας.

Σε κάποιους κλάδους συνυπάρχουμε με τις δυνάμεις της ΜΑΧΗ σε σχήματα (κυρίως στο Δημόσιο, αλλά και σε επιμέρους στον ιδιωτικό τομέα), γι’ αυτό χρειάζεται να εντείνουμε την πολιτική κριτική μας και να αναπτύξουμε την επιχειρηματολογία και την πίεσή μας στους/στις αγωνιστές/στριες αυτού του ρεύματος στην κατεύθυνση της αναγκαίας ανατρεπτικής κοινής δράσης και των πρωτοβουλιών που χρειάζονται για την ανασυγκρότηση του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος.


6.5 Οι δυνάμεις της αυτονομίας και της αναρχίας δεν παρεμβαίνουν με ενιαίο τρόπο στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Υπάρχει τμήμα του ευρύτερου αντιεξουσιαστικού χώρου που υποτιμά και αρνείται την εργατική παρέμβαση και τη συνδικαλιστική οργάνωση. Από την άλλη, το ρεύμα του συνδικαλισμού των λεγόμενων «σωματείων βάσης» συσπειρώνει ένα μαχητικό δυναμικό, κυρίως της νέας εργατικής βάρδιας και των πιο ελαστικών μορφών, ένα ταξικό κομμάτι νεολαίας. Ενώ δίνει στο μέτρο των δυνάμεων που διαθέτει ορισμένες μάχες ενάντια στην εργοδοσία/αφεντικά και προβάλλει την ανάγκη της εργατικής αλληλεγγύης και της από τα κάτω δράσης, αποσυνδέει την επίθεση της εργοδοσίας από την ευρύτερη κυβερνητική πολιτική και από το πολιτικό σύστημα, την ΕΕ, τις κυβερνήσεις και τα κόμματα που την προωθούν. Υποτιμά τη δράση και την παρέμβαση στα υπάρχοντα σωματεία και τον συντονισμό με άλλα σωματεία που δεν είναι σωματεία βάσης και δεν διαμορφώνει προγράμματα και στόχους πάλης για το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Έτσι, καταλήγει συχνά να παίρνει δικές του πρωτοβουλίες, χωρίς να επιδιώκει την κοινή δράση και την ενότητα των αγώνων. Υποτιμά την παρέμβαση σε ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα, απαξιώνοντας την εκπροσώπηση και τις δυνατότητες που ανοίγουν για την παρέμβαση στους κλάδους, καθώς και την ευρύτερη πολιτική διαπάλη και τον ρόλο του εργατικού κινήματος. Με το ρεύμα του αναρχοσυνδικαλισμού και κάποιες τάσεις της πολιτικής αναρχίας έχουμε συνεργασία σε επιμέρους εργατικά μέτωπα και σωματεία, κυρίως λόγω της στάσης τους στα σωματεία και στον συντονισμό των σωματείων αυτών.

Παρά τις σημαντικές πολιτικές διαφωνίες μας με αυτό το ρεύμα, όπως και με άλλες αγωνιστικές δυνάμεις, πρέπει να εντείνουμε την κριτική και την επιχειρηματολογία μας, επιδιώκοντας την ανατρεπτική κοινή δράση στην κατεύθυνση της ανάπτυξης αγώνων και του συντονισμού, όπου αυτό είναι εφικτό.

___________________________________________________

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5

Β.3 Στη Γαλλία πραγματοποιήθηκαν σοβαροί αγώνες που χαρακτηρίστηκαν από πρωτοφανή ένταση, μαζικότητα και διάρκεια, με επίκεντρο τις προσπάθειες της κυβέρνησης Μακρόν να μεταρρυθμίσει το συνταξιοδοτικό σύστημα και να εφαρμόσει περικοπές στον προϋπολογισμό. Το συνδικαλιστικό κίνημα, παρά τις εσωτερικές διαφορές, κατάφερε να δράσει ενιαία (δια-συνδικαλιστικό μέτωπο ‒ Intersyndicale) και να οργανώσει γενικές απεργίες που παρέλυσαν τη χώρα. Οι αγώνες στρέφονταν ενάντια στα σχέδια λιτότητας, στις περικοπές σε κοινωνικές δαπάνες και στην υποχώρηση των μισθών. Οι απεργοί προχώρησαν σε μπλοκαρίσματα σε τομείς όπως οι μεταφορές και τα λιμάνια. Τον Σεπτέμβριο του 2025, τα συνδικάτα οργάνωσαν ημέρες δράσης με σύνθημα «Μπλοκάρουμε τα πάντα» («Bloquons tout»), διαμαρτυρόμενα για την οικονομική κατάσταση αλλά και την κρίση στο γαλλικό πολιτικό σύστημα.

Στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια υπήρξαν απεργιακές κινητοποιήσεις στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας (United Auto Workers ‒ UAW) και στις αποθήκες της Amazon, όπου οι εργαζόμενοι/ες πέτυχαν αυξήσεις και καλύτερους όρους εργασίας. Επίσης, στα λιμάνια της Ανατολικής Ακτής και του Κόλπου του Μεξικού πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη απεργία εδώ και 50 χρόνια, η οποία επηρέασε την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα. Σημαντικές κινητοποιήσεις υπήρξαν, επίσης, από νοσηλευτές και εκπαιδευτικούς σε διάφορες Πολιτείες με κύρια αιτήματα την αύξηση του προσωπικού και την ασφάλεια στην εργασία. Το 2023 σημαντική ήταν η πολύμηνη απεργία σεναριογράφων και ηθοποιών που διεκδίκησαν καλύτερα δικαιώματα από το streaming και διασφαλίσεις ενάντια στην αντικατάστασή τους από την AI.

Στη Μεγάλη Βρετανία ψηφίστηκε έπειτα από κινητοποιήσεις νέος νόμος για τα εργατικά δικαιώματα (Employment Rights Act 2025), ο οποίος καταργεί πολλούς περιορισμούς που είχαν επιβληθεί από τους Συντηρητικούς το 2016, διευκολύνοντας τη συνδικαλιστική δράση. Οι απεργίες αφορούσαν αρκετούς κλάδους, περιλαμβάνοντας σιδηροδρομικούς, υγειονομικούς (νοσηλευτές, γιατρούς), εκπαιδευτικούς, εργαζομένους σε ταχυδρομεία. Ταυτόχρονα, και με αφορμή την επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα, υπήρξαν απεργίες και δράσεις ενάντια στην πολεμική εμπλοκή (ιδιαίτερα από τους λιμενεργάτες), καθώς και διεκδικήσεις για ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα, όπως η απαίτηση για κοινωνική δικαιοσύνη.

Στην Ιταλία έλαβαν χώρα μαζικές γενικές απεργίες στους κλάδους των μεταφορών και των συγκοινωνιών, των λιμενεργατών και του δημόσιου τομέα ενάντια στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Μελόνι. Τα κύρια αιτήματα ήταν η αντιμετώπιση του υψηλού κόστους ζωής, η ανανέωση των συλλογικών συμβάσεων και η ασφάλεια στους χώρους εργασίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρέμβαση των ταξικών συνδικάτων βάσης (Unione Sindacale di Base ‒ USB, Confederazione Unitaria di Base ‒ CUB, Coordinamento Nazionale dei Comitati di Base ‒ COBAS) στους τομείς των logistics και των διανομέων. Ωστόσο υπήρξαν και εκεί νομοθετικά μέτρα που περιορίζουν το δικαίωμα της απεργίας. Σημαντικές ήταν και οι κινητοποιήσεις αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη, ιδιαίτερα στα λιμάνια.

Στη Γερμανία και την Ισπανία είχαμε επίσης σημαντικές κινητοποιήσεις στους κλάδους των μεταφορών, στην ενέργεια και στη βιομηχανία μετάλλου. Ειδικά στη Γερμανία, το μοντέλο της «κοινωνικής εταιρικής σχέσης» δοκιμάζεται, εξαιτίας της βαθιάς αναδιάρθρωσης της γερμανικής οικονομίας την οποία επιχειρεί το κεφάλαιο για να ξεπεράσει τη στασιμότητα και να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά του.

Στην Πορτογαλία τον Δεκέμβριο του 2025 έγινε η πρώτη γενική απεργία ύστερα από 12 χρόνια, σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, ενάντια στο πακέτο «Job 21» (Trabalho XXI), το οποίο περιλαμβάνει αλλαγές σε πάνω από 100 άρθρα του Εργατικού Κώδικα, διευκολύνοντας τις απολύσεις και επεκτείνοντας τις προσωρινές συμβάσεις.

Στην Αργεντινή οι συνδικαλιστικές ενώσεις (Confederación General del Trabajo de la República Argentina ‒ CGT, Central de Trabajadoras y Trabajadores de la Argentina ‒ CTA) έχουν πραγματοποιήσει γενικές απεργίες λόγω της φτωχοποίησης. Οι κινητοποιήσεις στρέφονται ενάντια στις μεταρρυθμίσεις του προέδρου Μιλέι, οι οποίες περιλαμβάνουν απολύσεις στον δημόσιο τομέα, περικοπές δαπανών και αποδυνάμωση των εργασιακών δικαιωμάτων.

Στην Ινδία έγιναν σημαντικές γενικές απεργίες με τη συμμετοχή εκατομμυρίων εργαζομένων ενάντια στην αντεργατική νομοθεσία, στις ιδιωτικοποιήσεις και στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας από την κυβέρνηση Μόντι, αλλά και για αυξήσεις στον κατώτατο μισθό. Στις αρχές του 2026 οδηγοί διανομής (Swiggy, Zomato, Amazon) οργάνωσαν συντονισμένες στάσεις εργασίας διεκδικώντας αναγνώριση και κοινωνική ασφάλιση. Βασικό χαρακτηριστικό των πρόσφατων αγώνων ήταν η κοινή δράση συνδικάτων και αγροτικών ενώσεων που απαιτούσαν εγγυημένες τιμές για τα προϊόντα τους.

Στη Νότια Κορέα το 2024 πραγματοποιήθηκε η πρώτη απεργία στην ιστορία της Samsung Electronics, σηματοδοτώντας μια αλλαγή στη νοοτροπία των νεότερων εργαζομένων (Gen Z), που διεκδικούν καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στην εργασία και στις συνθήκες ζωής. Τα συνδικάτα των εργατών μετάλλου πρωτοστάτησαν σε μαζικές διαδηλώσεις και απεργίες απαιτώντας την παραίτηση του τότε προέδρου, που είχε κάνει απόπειρα πραξικοπήματος. Το 2025 έγιναν απεργίες διαρκείας στην υγεία και στα αεροδρόμια.

Στην Κίνα, παρά τους πολιτικούς και συνδικαλιστικούς περιορισμούς, το 2025 σημειώθηκαν πολυάριθμες αυθόρμητες απεργίες σε εργοστάσια (π.χ. στις περιοχές Σεντσέν, Σαανσί) αλλά και στις κατασκευές, λόγω καθυστέρησης δεδουλευμένων και απότομης μείωσης των μισθών εξαιτίας της πτώσης των εξαγωγών. Στο πρώτο μισό του 2025 καταγράφηκαν 1.219 εργατικές διαμαρτυρίες, σημειώνοντας αύξηση 66% σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2024. Ωστόσο, η κουλτούρα «996» (9 π.μ. ‒ 9 μ.μ., 6 μέρες την εβδομάδα) παραμένει, παρά τις επίσημες επικρίσεις, οπότε οι εργαζόμενοι δουλεύουν περισσότερο για λιγότερα χρήματα.

Σημαντικές κινητοποιήσεις έγιναν επίσης στο Μπαγκλαντές (κλωστοϋφαντουργία) και στην Ινδονησία.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 6

Β.3 Το 2023 έγιναν 3 γενικές απεργίες από τις οποίες μόνο μία κηρύχθηκε από τη ΓΣΕΕ και οι άλλες δύο από την ΑΔΕΔΥ, εργατικά κέντρα και ομοσπονδίες του ιδιωτικού τομέα. Το 2024 έγιναν 2 γενικές απεργίες (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ) και 2 της ΑΔΕΔΥ. Το 2025 έγιναν 4 γενικές απεργίες (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ) και 1 της ΑΔΕΔΥ. Τα βασικά αιτήματα ήταν η απόσυρση των νομοσχεδίων για το 13ωρο και τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, η επαναφορά 13ου-14ου μισθού, οι αυξήσεις στους μισθούς και η υπογραφή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 7

Β.4.1 Πώς τίθεται σήμερα το ζήτημα της σχέσης οικονομικού-πολιτικού αγώνα

Οικονομική πάλη είναι οι διεκδικήσεις και οι αγώνες (για μισθούς ή/και άλλα ζητήματα) που αφορούν ένα τμήμα εργαζομένων και απευθύνονται στενά στον εργοδότη, ενώ πολιτική πάλη είναι οι αγώνες που θέτουν στο στόχαστρό τους τον μηχανισμό της εκμετάλλευσης, την αστική πολιτική και τους βασικούς κόμβους της, καθώς και τους καπιταλιστικούς μηχανισμούς-θεσμούς εν γένει (εθνικούς, όπως η κυβέρνηση, ή διεθνικούς, όπως η ΕΕ, ο ΟΟΣΑ κ.λπ.).

Ο συνδυασμός τους σήμερα τίθεται σε πολύ διαφορετική βάση απ’ ό,τι παλαιότερα. Σήμερα, και η παραμικρή εργατική διεκδίκηση πολιτικοποιείται εκ των πραγμάτων από την αστική πλευρά –την εργοδοσία, την κυβέρνηση, τους κάθε λογής αστικούς θεσμούς–, από την οποία χαρακτηρίζεται «ανέφικτη» επειδή συγκρούεται με την «ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης», τις «αντοχές της οικονομίας», το μνημονιακό πλαίσιο, τους «κανόνες των αγορών» ή το «κεκτημένο της ΕΕ» κ.λπ. Η πιο πλατιά ενότητα και η απόσπαση κατακτήσεων μπορεί να εξασφαλιστούν μόνο με και σε αγώνες που, ακόμη κι όταν αφορούν τα λεγόμενα «μικρά», του «χώρου» ή ξεκινούν από αυτά, έχουν στην «ψυχή», στη λογική και στο πλαίσιό τους το στοιχείο της αμφισβήτησης-ρήξης με το εκμεταλλευτικό στάτους, με τους καίριους κάθε φορά κόμβους των κεφαλαιοκρατικών επιδιώξεων και της αστικής πολιτικής, και με τους φορείς τους. Συνεπώς η άποψη ότι η επιδίωξη αγώνων που έχουν τέτοια χαρακτηριστικά και υπερβαίνουν τις «χαμηλές πολιτικές πτήσεις» και τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία αποτελεί σεχταρισμό είναι βαθιά λαθεμένη και καταστροφική. Πολύ περισσότερο στον σημερινό ολοκληρωτικό καπιταλισμό, στον οποίο δεν χωρούν ενδιάμεσες λύσεις και τα περιθώρια παραχωρήσεων είναι ελάχιστα από την αστική πλευρά – ενώ ακόμη και αυτές οι παραχωρήσεις μπορούν να γίνουν υπό το βάρος του μαζικού, κινηματικού πολιτικού εκβιασμού και όχι πολιτικά «άσφαιρων» αγώνων.

Η σχέση οικονομικού-πολιτικού αγώνα, βέβαια, δεν είναι απλό ζήτημα, ούτε μπορεί να λυθεί με γενικές συνταγές και μηχανιστικές οδηγίες. Η κατάσταση και οι συσχετισμοί σε κάθε χώρο, καθώς και η κατάσταση-παρέμβαση των δυνάμεων της ταξικής ανασυγκρότησης και της κομμουνιστικής απελευθέρωσης πρέπει να συνυπολογίζονται στο πώς κάθε φορά προωθείται-κατακτάται αυτή η σχέση με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο – όχι για να ακυρωθεί ή να «σχετικοποιηθεί» η προαναφερθείσα λογική και η σημασία της, αλλά για να προωθηθεί στην πράξη με τον πιο ουσιαστικό τρόπο, με τρόπο που ανεβάζει και τη μαζικότητα-αποτελεσματικότητα της πάλης και την ταξική συνειδητοποίηση.

Η έμπρακτη προώθησή της, επίσης, συνεπάγεται και προϋποθέτει τη διαπάλη-σύγκρουση με μη ταξικές-χειραφετητικές λογικές για τη σχέση οικονομικού-πολιτικού αγώνα. Τέτοια είναι η λογική που αρκείται ή εμμένει αποκλειστικά σε «καθαρά» συνδικαλιστικά αιτήματα, στα «του χώρου», στην «πολιτική με π μικρό» (αυτήν εκπροσωπούν τόσο ο ανοιχτά αστικοποιημένος και ο εργοδοτικός συνδικαλισμός, όσο και ο γραφειοκρατικός συνδικαλισμός, που έχει αποδεχτεί τα βασικά θέσφατα της αστικής πολιτικής και κινείται με λογική ταξικής συνδιαλλαγής). Τέτοια είναι η λογική που μιλά μεν για πολιτικές αιχμές της πάλης, αλλά στην πράξη τις αφήνει στην άκρη για να επιτευχθεί συμμαχία και δήθεν πλατιά ενότητα στο πλαίσιο του υπάρχοντος συνδικαλιστικού κινήματος. Τέτοια είναι η λογική του ΚΚΕ, που υποστηρίζει ότι η πολιτική πάλη είναι υπόθεση του κόμματος – μάλιστα στο πλαίσιο του αστικού κοινοβουλευτικού παιχνιδιού, οπότε αυτό που χρειάζεται είναι οι εργαζόμενοι από τους χαμηλών προδιαγραφών αγώνες τους «να βγάλουν συμπεράσματα» και να στηρίξουν εκλογικά το ΚΚΕ. Τέτοια, τέλος, είναι η μηχανιστική-«εξωτερική» και όχι οργανική-δημιουργική σύνδεση οικονομικού-πολιτικού αγώνα, που εξαντλείται σε κάποια συνθήματα-αιτήματα, σε κάποια ακροτελεύτια πολιτικά αιτήματα στα πλαίσια πάλης.


Comments


Asset 8.png

© 2025 Kommounistiki Apeleftherosi.

bottom of page