top of page

Για το ζήτημα της κατοικίας

  • 11 minutes ago
  • 61 min read

Για το ζήτημα της κατοικίας: Γενικές Αρχές, Εξελίξεις, Πρόγραμμα Πάλης

Επεξεργασία/Ειδική έκδοση της Επιτροπής Πόλης Χώρου Περιβάλλοντος

της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης

 

1. Εισαγωγή

Το ζήτημα του δικαιώματος στην κατοικία απασχολεί, με ιδιαίτερα οξυμένο τρόπο, την κοινωνική πλειοψηφία τα τελευταία 15 χρόνια. Με την είσοδο της χώρας στη μνημονιακή μέγγενη των ΔΝΤ-ΕΚΤ-ΕΕ, αναδείχθηκε το ζήτημα της φορολογίας της πρώτης κατοικίας (βλέπε χαράτσι, ΕΝΦΙΑ κ.λπ.). Σύντομα, όμως, η επίθεση στο δικαίωμα στην κατοικία κορυφώθηκε, με αιχμή τους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας, που πήραν άλλες διαστάσεις από τις μέχρι τότε γνωστές και περιορισμένες κατασχέσεις κυρίως σε ακίνητα επιχειρήσεων λόγω πτώχευσης. Σήμερα, πλάι σε αυτά και ως ειδική πλευρά της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης στον αστικό χώρο, παρατηρείται η αύξηση στις τιμές των ακινήτων, τόσο από την πλευρά της ζήτησης όσο και από την πλευρά της προσφοράς, καθώς και στις τιμές των ενοικίων, που σε πολλές περιοχές οδηγούν σε εκτοπισμό των μόνιμων κατοίκων. Όλα τα παραπάνω εξελίσσονται στο φόντο μιας ευρύτερης αλλαγής αναπτυξιακού υποδείγματος σε ό,τι αφορά τον χώρο και την κατοικία: η έμφαση πλέον βρίσκεται στην προώθηση «στρατηγικών» επενδύσεων σε μεγάλες ενιαίες ιδιοκτησίες και η συγκέντρωση της γαιοπροσόδου στα χέρια λίγων.


Οι δυνάμεις της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης και της νΚΑ έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα με αυτό το θέμα αναλύοντας σε κάθε περίοδο τις εξελίξεις με στόχο να εξοπλίσουν τους αγώνες. Στην επεξεργασία αυτή επιχειρείται μια συνολικότερη ανάλυση της επίθεσης στο δικαίωμα της κατοικίας στην Ελλάδα, καθώς και μια προσπάθεια σκιαγράφησης μια ανατρεπτικής απάντησης υπέρ των εργατικών συμφερόντων μέσα από την επεξεργασία ενός σύγχρονου αντικαπιταλιστικού προγράμματος πάλης.  


1.1  Η κατοικία ως έννοια

Η κατοικία ως έννοια είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ύπαρξη του ανθρώπου, καθώς εξελίσσεται παράλληλα με την ανθρώπινη κοινωνία, αντανακλώντας τον τρόπο και τον βαθμό ανάπτυξής της σε κάθε ιστορική περίοδο.

Διαχρονικά, η κατοικία καταλάμβανε κεντρικό ρόλο, ως ο χώρος όπου όχι μόνο προσέφερε στέγαση και προστασία από τις εξωτερικές συνθήκες, αλλά αναδείχθηκε σε πυρήνα της ιδιωτικής σφαίρας της καθημερινής ζωής, απαραίτητο για την κάλυψη των βιολογικών και κοινωνικών αναγκών, όπως ο ύπνος, το φαγητό, η αξιοποίηση μέρους του ελεύθερου χρόνου, η μόρφωση, η αναψυχή κ.ά.

Παράλληλα, μέσα στο καπιταλιστικό μοντέλο ανάπτυξης, η κατοικία απέκτησε σταδιακά μια πολλαπλή νοηματοδότηση[1] ως:

o Υλική κατασκευή, η οποία διαφοροποιείται ανά περίοδο βάσει των κοινωνικό-πολιτικών εξελίξεων, ενσωματώνοντας τεχνικές και υλικά που ανταποκρίνονται σε διαφορετικές γεωλογικές και κλιματολογικές συνθήκες.

Αγαθό και εμπόρευμα, αναδεικνύοντας την οικονομική διάσταση της κατοικίας ως πεδίο απόσπασης κέρδους, ως επένδυση, ιδιοκτησία και ακίνητο.

Μέσο αστικοποίησης, αλλά και κομβικό σημείο επαφής στη σχέση ανθρώπου και φύσης. Η εγκατάλειψη της υπαίθρου και η συγκρότηση μεγαπόλεων οι οποίες επεκτείνονται συνεχώς χωρικά, αστικοποιώντας όλο και μεγαλύτερα τμήματα του φυσικού περιβάλλοντος, τάση που αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω τις επόμενες δεκαετίες παγκοσμίως. Η αύξηση του πληθυσμού των πόλεων υπολογίζεται ότι θα φτάσει από το 56%, με έτος αναφοράς το 2021, στο 68% το έτος 2050. Ταυτόχρονα, υπό το βάρος της κλιματικής αλλαγής , η κατοικία βρίσκεται σε αυξανόμενη απειλή από τις φυσικές καταστροφές, αναδεικνύοντας την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των όρων ανάπτυξής της, με γνώμονα την ισορροπημένη συνύπαρξη οικιστικού και φυσικού περιβάλλοντος.

Καθοριστικός παράγοντας της κοινωνικής δομής της πόλης, παίζοντας προεξέχοντα ρόλο στη διαμόρφωση της χωρικής ανάπτυξης, στην αποτύπωση της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, αλλά και στην όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Χώρος εργασίας - παραγωγής σε βαθμό και με τρόπο που αντιστοιχεί σε κάθε κοινωνικοοικονομική περίοδο. Η πανδημία και οι τεχνολογικές αλλαγές στο μοντέλο της εργασίας ανέδειξαν αυτήν την πλευρά. Στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες αυτή η συνθήκη έχει πάρει νέες διαστάσεις με την απομακρυσμένη ή υβριδική εργασία και την εξάπλωση της τηλεργασίας.

Δικαίωμα: Όπως θα αναλυθεί εκτενέστερα στη συνέχεια, από την Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του ΟΗΕ μέχρι το Σύνταγμα, η κατοικία νοείται ως δικαίωμα, που περιλαμβάνει το δικαίωμα του οικιακού ασύλου και το δικαίωμα πρόσβασης σε αξιοπρεπή στέγη. Από αστική σκοπιά είναι άμεσα συνδεδεμένη και με το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας. Από τη σκοπιά των εργατικών συμφερόντων, η κατοικία δεν μπορεί παρά να νοείται ως κοινωνικό αγαθό που έχει μόνο αξία χρήσης.

 

1.2  Το δικαίωμα στην κατοικία

Ο ΟΗΕ πριν από 74 χρόνια, το 1948, με τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου, ψηφίζοντας την Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, διατύπωσε την αρχή ότι “Καθένας έχει δικαίωμα σε ένα βιοτικό επίπεδο ικανό να εξασφαλίσει στον ίδιο και στην οικογένεια του υγεία και ευημερία, και ειδικότερα τροφή, ρουχισμό, κατοικία, ιατρική περίθαλψη όπως και τις απαραίτητες κοινωνικές υπηρεσίες”.

Ενώ, στη συνέχεια, διατύπωσε τη θέση ότι “Η πρόσβαση σε επαρκή στέγαση αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα και προϋπόθεση για μια αξιοπρεπή ζωή” (UN Habitat, 2021)[2].

Έχει αξία να αναφερθεί ότι σύμφωνα με το ίδιο κείμενο, “επαρκής στέγαση” θεωρείται η κατοικία που:

(i) προσφέρει ασφάλεια (νομική προστασία ενάντια σε εξώσεις, παρενοχλήσεις, και άλλες απειλές),

(ii) προσφέρει πρόσβαση σε υπηρεσίες και υποδομές (πόσιμο νερό, καλές συνθήκες υγιεινής, ηλεκτρικό ρεύμα, θέρμανση, φωτισμός, αποθήκευση τροφίμων κ.λπ.),

(iii) είναι προσιτή (το κόστος που δαπανάται για τη στέγαση να μην θέτει σε κίνδυνο την άσκηση άλλων ανθρώπινων δικαιωμάτων)

(iv) είναι κατοικήσιμη (να προσφέρει σωματική ασφάλεια, και επαρκή χώρο, να παρέχει προστασία από κρύο, υγρασία, υπερθέρμανση, βροχή, αέρα και άλλες απειλές για την υγεία)

(v)  είναι προσβάσιμη (να λαμβάνει υπόψη τις ειδικές ανάγκες μη προνομιούχων ομάδων και περιθωριοποιημένων ατόμων)

(vi)  έχει καλή τοποθεσία (δεν είναι αποκομμένη από ευκαιρίες απασχόλησης, υπηρεσίες υγείας, σχολεία, παιδότοπους και άλλες υπηρεσίες, και να μη βρίσκεται σε μολυσμένες και επικίνδυνες περιοχές)

(vii)  είναι επαρκής πολιτισμικά (λαμβάνει υπόψη την έκφραση της πολιτισμικής ταυτότητας)».


Η σημερινή περίοδος αποδεικνύει ότι εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι στερούνται ή απειλούνται με στέρηση το δικαίωμα αυτό. Η «στέγη» στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού συγκεντροποιείται, η ιδιοκατοίκηση στο δυτικό κόσμο μειώνεται. Ακόμα και αρκετοί μικροϊδιοκτήτες κατοικιών αντιμετωπίζουν την επισφάλεια καθώς είναι εν πολλοίς τύποις ιδιόκτητες αφού αυτές ανήκουν στις τράπεζες ή το fund μέχρι να ξεχρεωθούν, με τον κίνδυνο πάντα του πλειστηριασμού.

Ακόμα και στην εποχή του Ένγκελς («Για το ζήτημα της κατοικίας»), ο τελευταίος έγραφε ότι «στις μεγάλες πόλεις 90% και πάνω του πληθυσμού δεν έχουν μία στέγη που να μπορούν να λένε ότι είναι δική τους. Αυτό είναι αντικειμενική τάση στην καπιταλιστική ανάπτυξη, έρχεται σε αντιπαράθεση με την ουτοπική διακήρυξη για επιστροφή σε προηγούμενη περίοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης.»


Ο Ένγκελς τόνιζε πως «Δεν είναι η λύση του ζητήματος της κατοικίας που λύνει ταυτόχρονα και το κοινωνικό ζήτημα, αλλά αντίθετα πρώτα η λύση του κοινωνικού ζητήματος, η κατάργηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, κάνει σύγχρονα δυνατή τη λύση του ζητήματος της κατοικίας». Και η σημερινή πραγματικότητα που περιλαμβάνει όξυνση του κοινωνικού ζητήματος με ταυτόχρονη επέκταση της στεγαστικής κρίσης έρχεται να το επιβεβαιώσει.

Η πραγματικότητα για όσους ζουν σε συνθήκες φτώχειας περιλαμβάνει τη διαμονή σε οικήματα κακής ποιότητας, σε γειτονιές με υψηλή οικιστική πυκνότητα και περιβαλλοντική υποβάθμιση, οι οποίες χαρακτηρίζονται από οικονομική περιθωριοποίηση, κοινωνικά προβλήματα και ανεπαρκείς επενδύσεις σε βασικές υποδομές, παροχές και υπηρεσίες. Ενώ, η εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία δεν μπορεί να αποκτήσει τη δική της κατοικία, και αν κάποιοι το καταφέρνουν θα είναι εντελώς προσωρινό.


Με βάση ακόμα και την έκθεση του ΔΝΤ, το 2022, 822 εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη έπεφταν νηστικοί για ύπνο. Στην Ευρώπη, το 2020, περισσότεροι από 700.000 άνθρωποι, και με τάση συνεχούς αύξησης, κοιμούνταν κάθε βράδυ στο δρόμο με τη Γερμανία να μετράει 337.000 άστεγους. Στη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, τις ΗΠΑ, όπου οι πλούσιοι γίνονται συνεχώς πλουσιότεροι (ο πλούτος 741 Αμερικανών δισεκατομμυριούχων αυξήθηκε συνολικά στα 5,2 τρισεκατομμύρια δολάρια), 630.000 τουλάχιστον άνθρωποι έμειναν χωρίς στέγη, σημειώνοντας αύξηση 12% το 2023, σύμφωνα με την καταγραφή του υπουργείου Στέγασης και Αστικής Ανάπτυξης. Το πλήγμα ήταν ιδιαίτερα βαρύ για τις οικογένειες με παιδιά όπου η αστεγία σημείωνε αύξηση κατά 15,5% ενώ οι Αφροαμερικανοί κατέχουν κι εδώ μια “ξεχωριστή” θέση αντιστοιχώντας στο 37% του συνόλου.


Στην Ελλάδα, το δικαίωμα στην κατοικία αποτελεί ένα σχεδόν «αόρατο» δικαίωμα αφού περιλαμβάνεται στα κοινωνικά δικαιώματα μέσα από μια νεφελώδη διατύπωση του Συντάγματος (1975, άρθρο 21, παρ. 4) που αφορά “την ειδική μέριμνα του κράτους για απόκτηση κατοικίας από αυτούς που την στερούνται ή στεγάζονται ανεπαρκώς”. Η συγκεκριμένη συνταγματική διατύπωση δεν άλλαξε στην κατεύθυνση της απόλυτης κατοχύρωσης του δικαιώματος από καμία κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ κατά τις αναθεωρήσεις του Συντάγματος.

Ενώ, όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια, η πρόσβαση στην κατοικία έγινε διαχρονικά μέσα από διαδικασίες αυτόνομης φροντίδας για την εξασφάλιση της κατοικίας από τα νοικοκυριά, με την αγορά και όχι το κράτος να παίζει τον κυρίαρχο ρόλο. Παράλληλα, απουσίαζαν κοινωνικές πολιτικές και υπηρεσίες στεγαστικής υποστήριξης ή και προστασίας, ειδικά για όσα νοικοκυριά έχουν ή αποκτούν σπίτι μέσω του τραπεζικού δανεισμού. Μια ματιά στην Ελλάδα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, δείχνει ότι υπάρχουν περισσότερες από 300.000 νεόκτιστες κατοικίες που παραμένουν απούλητες και ακατοίκητες, ενώ την ίδια στιγμή αυξάνονται οι άστεγοι, τα νέα ζευγάρια που ζουν με τους γονείς τους.


1.3 Εξασφάλιση κατοικίας στην Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες


Τα παραδείγματα στην Ευρώπη

Το ελληνικό στεγαστικό μοντέλο διαφέρει ριζικά από το ευρωπαϊκό παράδειγμα της κεντρικά σχεδιασμένης και παρεχόμενης κατοικίας στον πληθυσμό. Παροχή κατοικίας μέσω κρατικής μέριμνας, συνήθως αποκεντρωμένη στην τοπική διοίκηση, πραγματοποιήθηκε σε χώρες με δυνατό εργατικό κίνημα στον Μεσοπόλεμο όπου η άρχουσα τάξη σε μια τακτική υποχώρηση έλυσε σε πολύ μεγάλο βαθμό το πρόβλημα της στέγης την περίοδο εκείνη (Αυστρία, Γερμανία, Σκανδιναβικές χώρες, Μ. Βρετανία) στο έδαφος βέβαια μιας περιόδου υψηλής κερδοφορίας για το κεφάλαιο στις χώρες αυτές.

Στην Ολλανδία πραγματοποιήθηκε ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, με οργάνωση στους δήμους. Στη Γαλλία και την Ιταλία, κυρίως μετά τον πόλεμο, λόγω κι εδώ της ανόδου του εργατικού κινήματος, αυτό έγινε με κατασκευή κοινωνικής κατοικίας προς μακροχρόνια ενοικίαση με χαμηλό τίμημα. Στην Ισπανία το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο εφάρμοσε πολιτική παροχής στέγης σαν δέλεαρ προς τους εργαζόμενους και, ταυτόχρονα, σαν απάντηση στην αίγλη που είχαν αποκτήσει η Σοβιετική Ένωση και τα άλλα κράτη του “υπαρκτού σοσιαλισμού” στον τομέα της εξασφάλισης κατοικίας για όλους.[3]


Στις χώρες του “υπαρκτού σοσιαλισμού”, η κατοικία αποτέλεσε κύριο τομέα κάλυψης κοινωνικής ανάγκης. Τα γνωστά προβλήματα που αντιμετώπισε το νεαρό σοβιετικό κράτος και ο προσανατολισμός που πήρε η οικονομική ανάπτυξη σε όλες τις χώρες μετά τον πόλεμο, είχαν σαν αποτέλεσμα το βάρος να δοθεί στην ποσοτική κάλυψη της ανάγκης για στέγη με μικρή επιφάνεια – “ελάχιστη κατοικία” - και μονότονο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό ογκωδών παραλληλόγραμμων κτιρίων. Η προσοχή δόθηκε με ιδιαίτερη φροντίδα στην πολεοδόμηση των περιοχών κατοικίας (χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού, πάρκα, σχολεία, εγκαταστάσεις κοινωνικής πρόνοιας).

Στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες της δυτικής Ευρώπης, η οικονομική κρίση του 1970 οδήγησε σε κρίση όλο το μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης της μεταπολεμικής περιόδου, στο πλαίσιο λειτουργίας του οποίου είχαν αναπτυχθεί πολιτικές κοινωνικής κατοικίας με τη δημιουργία κρατικών οργανισμών για την παραγωγή στεγαστικού αποθέματος για τα εργατική τάξη. Η επικράτηση μιας κρατικής δομής και λειτουργίας που αντιστοιχεί στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού σαν απάντηση στην καπιταλιστική κρίση οδήγησε σε νευραλγικές αναδιαρθρώσεις την κοινωνική πολιτική. Στον τομέα της στέγασης όπως και συνολικά, πρωτοπόρα στις αντιλαϊκές διαρθρωτικές αλλαγές στάθηκε η διακυβέρνηση της Θάτσερ. Το “Right to Buy” που εφαρμόστηκε, προώθησε την ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση του αποθέματος της κοινωνικής κατοικίας, στην πρόκριση της ιδιοκατοίκησης μέσω στεγαστικών δανείων από τράπεζες και στη διαμόρφωση υπηρεσιών αστέγων για την διαχείριση μόνο της ακραίας φτώχειας. Η πρακτική της διακυβέρνησης Θάτσερ (1979-1990) υιοθετήθηκε και από άλλα αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη.


Στην Ελλάδα, προπολεμικά, κεντρικά σχεδιασμένη και παρεχόμενη κατοικία πραγματοποιήθηκε για την στέγαση των προσφύγων της Μικράς Ασίας μέσω της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων. Μεγάλοι οικισμοί δημιουργήθηκαν σε περιοχές που ανήκαν διοικητικά στις μεγάλες πόλεις της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, κυρίως στα περίχωρα των πόλεων, εξελισσόμενες στη συνέχεια σε αυτοτελείς δήμους (Νίκαια, Κερατσίνι, Δραπετσώνα, Καισαριανή, Βύρωνας, Ν. Ιωνία, Ν. Σμύρνη, Ν. Φιλαδέλφεια, Περιστέρι, Αιγάλεω, Καλαμαριά, Σταυρούπολη, Συκεές, Αμπελόκηποι, κά). Διασώζονται, πλέον, ελάχιστα κτίσματα, ανάμεσά τους οι προσφυγικές πολυκατοικίες στη Λεωφ. Αλεξάνδρας της Αθήνας, οι οποίες έχουν μπει στο στόχαστρο του επενδυτικού εκσυγχρονισμού με αφαίρεση της χρήσης της μόνιμης κατοικίας.


Η περίοδος της ιδιοκατοίκησης και της αντιπαροχής

Το ελληνικό κράτος, μεταπολεμικά, αντιμετώπισε το οξύ πρόβλημα της στέγασης του πληθυσμού που εγκατέλειψε μαζικά την ύπαιθρο, με το τέλος του Εμφύλιου, για να εγκατασταθεί κυρίως προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, μετακυλίοντας την ευθύνη της πρόσβασης σε κατοικία, αποκλειστικά στον θεσμό της οικογένειας και υποστηρίζοντας με άμεσους και έμμεσους τρόπους την ιδιοκατοίκηση. Ενισχυτικό ρόλο στην εφαρμογή αυτής της πολιτικής έπαιξε ο αμερικανικός παράγοντας. Όπως παραθέτει ο Γιώργος Σαρηγιάννης, ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ, στο κείμενο “Κατοικία και κοινωνικό σύστημα”[4], οι ενέργειες της Αμερικανικής Αποστολής 1947-1953, είχαν σαν πλαίσιο την ενεργοποίηση των κατοίκων στην ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων από τον πόλεμο και τον Εμφύλιο χωριών και στην αυτοστέγαση στις πόλεις. Μάλιστα σε σχετική έκθεση για το πρόγραμμα αυτοστέγασης αναφέρεται χαρακτηριστικά «…ότι [η Ελλάδα] ήταν το κατ’ εξοχήν παράδειγμα για το ότι η βοήθεια για τη στέγαση έφθανε εκεί όπου το απαιτούσαν οι γεωπολιτικές ανησυχίες των Αμερικανών, με την ελπίδα ότι η ιδιοκατοίκηση θα εξουδετέρωνε τις ριζοσπαστικές παρορμήσεις…».


Γενιές ολόκληρες μεγάλωσαν και βιοπορίστηκαν στη χώρα για “ένα κεραμίδι πάνω απ΄ το κεφάλι” με ό,τι αυτό σημαίνει για τα χαρακτηριστικά της κοινωνικοπολιτικής εξέλιξης. Το κράτος δεν ξόδεψε δημόσιο χρήμα για εφαρμογή κάποιου ολοκληρωμένου προγράμματος “κοινωνικής κατοικίας”. Αντιθέτως, παρείχε όλα τα αντιπεριβαλλοντικά κίνητρα για την υπερδόμηση των πόλεων με την περίφημη μέθοδο της αντιπαροχής που στήριζε κυρίως τους εργολάβους και δευτερευόντως τους μικροϊδιοκτήτες ενώ παράλληλα έσπρωξε μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων στις παρυφές των μεγάλων αστικών κέντρων για απόκτηση φτηνής γης, χωρίς σχέδιο και υποδομές όπου χτίστηκαν αυθαίρετα σπίτια κυριολεκτικά σε ένα βράδυ. Η νομιμοποίηση των αυθαιρέτων και η ένταξη στο σχέδιο πόλης λαϊκών περιοχών έγινε για πρώτη φορά κατά την διάρκεια της δικτατορίας (1968 – 1971) ενώ την ίδια περίοδο η αύξηση των συντελεστών δόμησης έδωσε νέα ώθηση στο σύστημα της αντιπαροχής. Το επόμενο μεγάλο πρόγραμμα νομιμοποίησης αυθαιρέτων και ένταξης στο σχέδιο πόλης ξεκίνησε το 1983 (πρόγραμμα Τρίτση), που όπως δηλωνόταν τότε, θα ήταν και το τελευταίο. Η αυθαίρετη δόμηση βέβαια ουδέποτε σταμάτησε.

Η τάση για ιδιοκατοίκηση συνεχίστηκε με διαφορετικά κοινωνικά – οικονομικά χαρακτηριστικά μέχρι και λίγα χρόνια πριν όταν και ξέσπασε η κρίση χρέους. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως η παγκόσμια οικονομική ύφεση πυροδοτήθηκε από την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων των ΗΠΑ και ακολούθησε την κρίση των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων. Τότε ήταν που το μεγάλο ποσοστό ιδιοκατοίκησης άρχισε να αντιμετωπίζεται από την κυρίαρχη πολιτική σαν “ελληνική ιδιαιτερότητα” και πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί.


Από τα μνημόνια μέχρι σήμερα

Οι μνημονιακές πολιτικές απέναντι στην κατοικία όπως κατασχέσεις – πλειστηριασμοί στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, υπερφορολόγηση, ΕΝΦΙΑ, κ.λπ., έριξαν το ποσοστό ιδιοκατοίκησης από 85% το 2009 στο 64% σύμφωνα με την πιο πρόσφατη πανευρωπαϊκή έρευνα «European Housing Trend Report 2024» του κτηματομεσιτικού δικτύου RE/MAX Europe, με τάσεις συνεχούς μείωσης και για επί πλέον των προηγούμενων λόγους (κρίση λόγω πανδημίας, πώληση κατοικίας για εξόφληση τραπεζών, εκμετάλλευση για βραχυχρόνια μίσθωση).

Στην πραγματικότητα, αν εξαιρεθεί η βραχυχρόνια μίσθωση, επιβεβαιώνεται ότι “η ατομική ιδιοκτησία κατοικίας δεν θα μπορούσε να ανοσοποιήσει τους εργαζόμενους από τη στεγαστική επισφάλεια”[5] 

Στο ίδιο διάστημα, τα περιορισμένα προγράμματα “εργατικής κατοικίας” αφορούσαν προγράμματα του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας. Ο ΟΕΚ από το 1954 μέχρι το 2012, που τον έκλεισε η μνημονιακή κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, εισέπραττε από το ΙΚΑ ένα μικρό μέρος των εισφορών από τους εργοδότες (το 0,75%) και το 1% του μισθού των εργαζομένων προκειμένου να πραγματοποιεί προγράμματα στέγασης. Τα προγράμματα κατοικίας του ΟΕΚ εστίαζαν βασικά στην ιδιοκτησία και την ιδιοκατοίκηση σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή πρακτική όπου οι κοινωνικές κατοικίες διατίθενται κυρίως προς μακρόχρονη ενοικίαση. Παρείχε κυρίως δάνεια με διευκολύνσεις προς τους δικαιούχους εργαζόμενους μισθωτούς, διαχειριζόμενος περίπου 650 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο την περίοδο πριν το 2012, ενώ οι κατοικίες που κατασκεύαζε ήταν λίγες.


Σύμφωνα με στοιχεία που είχε δημοσιοποιήσει ο ΟΕΚ, συνολικά 700.000 νοικοκυριά υποστηρίχθηκαν οικονομικά στο να αποκτήσουν ή να νοικιάσουν σπίτι όσο καιρό αυτός λειτουργούσε. Σήμερα, 500 οικισμοί εργατικών κατοικιών, οι περισσότεροι από τους οποίους εκτός Αττικής, στεγάζουν περίπου 50.000 νοικοκυριά. Ο ΟΕΚ χορηγούσε επίδομα ενοικίου (1.000-1.200 ευρώ το χρόνο) σε 100.000 νοικοκυριά περίπου. Το 2012 σταμάτησε κάθε επιδότηση ενοικίου. Ένα νέο, χαμηλό επίδομα, ως όρος του τρίτου μνημονίου, θεσπίστηκε το 2017 και δίνεται μέχρι σήμερα από τον ΟΠΕΚΑ. Παρόλα αυτά, συνεχίζεται η κράτηση 1% υπέρ ΟΕΚ από τους μισθωτούς εργαζόμενους/ες με εγκύκλιο του υπουργείου Εργασίας από το 2017. Τα ποσά που έχουν συγκεντρωθεί και συνεχίζουν να εισπράττονται, αποτελούν αποθεματικό του ΕΦΚΑ που χρησιμοποιείται για έντοκα δάνεια με τη μεσολάβηση του ιδιωτικού τραπεζικού κεφαλαίου σε προγράμματα όπως το “Σπίτι μου Ι ΚΑΙ ΙΙ”.


  1. Στεγαστική κρίση

Η οικονομική κρίση του 2008 που πήρε χαρακτήρα παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, της δεύτερης χειρότερης από το 1929, πυροδοτήθηκε από την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων των ΗΠΑ και ακολούθησε την κρίση των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων το 2007. Συνοπτικά, υπενθυμίζεται ότι η κρίση των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων προκλήθηκε από τη ραγδαία πτώση των τιμών των ακινήτων στις ΗΠΑ μετά την έκρηξη της φούσκας στεγαστικών δανείων (πακτωλός πιστωτικού χρήματος για την αγορά κατοικίας), με τους ιδιοκτήτες σπιτιών να χρεοκοπούν τις πληρωμές υποθηκών τους σε μεγάλους αριθμούς με συνέπεια μεγάλο κύμα κατασχέσεων και υποτίμηση τίτλων ιδιοκτησίας. Η χρεοκοπία της Lehman Brother (Σεπτέμβριος 2008) έγινε η απαρχή της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης που συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία των τραπεζών και της αγοράς στο ζήτημα της στέγης τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη.

Η Ισπανία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση για όσα συνέβησαν στον τομέα της κατοικίας μετά την κρίση του 2008 και ειδικότερα μετά την κρίση δημόσιου χρέους που κτύπησε με ιδιαίτερο τρόπο τις χώρες της Νότιας Ευρώπης. Η πλημμυρίδα των εξώσεων άρχισε το 2011 – 2012 όταν έληξε η διετία κατά την οποία οι άνεργοι λάμβαναν, σύμφωνα με το νόμο, το σχετικό επίδομα. Από το 2008 μέχρι το 2012 οι εξώσεις έφθασαν τις 363.000.

Στην Ελλάδα, ανάλογα φαινόμενα με την Ισπανία εμφανίζονται την ίδια περίοδο. Η είσοδος στα μνημόνια έπληξε οριζόντια μισθούς, συντάξεις, εργατικά δικαιώματα, κοινωνικά αγαθά και κοινωνικές πολιτικές. Το δικαίωμα στην κατοικία δέχθηκε μεγάλη επίθεση με την υφαρπαγή της από τράπεζες και το κράτος, για μη εξυπηρετούμενα δάνεια και οφειλές μέσω της εφαρμογής κατασχέσεων και πλειστηριασμών.

Ορόσημα στεγαστικών κρίσεων αποτέλεσαν οι τρόποι υποδοχής των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από το 2015 που αυστηροποιούνται συνεχώς από την ΕΕ ενώ οι ροές συνεχίζονται αμείωτες (πόλεμοι, πείνα, λειψυδρία), η αυταρχική διαχείριση της πανδημίας και η ενεργειακή κρίση που συνυφαίνεται με την όξυνση της ενεργειακής φτώχειας ( o αριθμός των ανθρώπων που πέθαναν από το κρύο αγγίζει τις 68.000, αρκετά μεγαλύτερος σε σχέση με τους θανάτους λόγω πανδημίας, Οικονομικός Ταχυδρόμος από Economist – 16/5/2023).


Η διαχείριση της πανδημίας ανέδειξε τόσο τις μεγάλης κλίμακας στεγαστικές ανισότητες όσο και τη “στεγαστική ασθένεια” για τον πληθυσμό που διέθετε κατοικία. Ομάδες του πληθυσμού που οδηγούνται στο κοινωνικό περιθώριο από τις πλήρως ανεπαρκείς κρατικές προνοιακές πολιτικές, όπως οι άστεγοι, οι αιτούντες άσυλο, οι πρόσφυγες και οι οικονομικοί μετανάστες, οι Ρομά, τα άτομα με ψυχικά νοσήματα, οι χρήστες εξαρτησιογόνων ουσιών εκτέθηκαν σε πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο αφού είτε δεν μπορούσαν να αυτοπροστατευθούν σε στέγη είτε βρέθηκαν σε συνθήκες υπερπληρότητας και έλλειψης υγειονομικής φροντίδας. Η καραντίνα και η επιβολή του καταναγκαστικού εγκλεισμού επηρέασαν τις σχέσεις και τη συμβίωση ακόμη και όσων είχαν κατοικία. Οι νέες οικονομικές δυσκολίες, η ψυχολογική κατάσταση λόγω φυσικού φόβου και οι απαγορεύσεις κυκλοφορίας οδήγησαν στην αύξηση της υπερπληρότητας της κατοικίας καθώς και των φαινομένων ενδοοικογενειακής βίας. Η απώλεια εισοδήματος οδήγησε χιλιάδες νοικοκυριά να μην μπορούν να ανταποκριθούν και στις δαπάνες στέγασης συσσωρεύοντας νέα χρέη είτε προς παρόχους κοινωφελών υπηρεσιών (ενέργεια, νερό, τηλεφωνία) είτε προς τις τράπεζες.


Σήμερα, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι το δικαίωμα στην κατοικία αμφισβητείται περισσότερο από ποτέ.. Αυτό αντικατοπτρίζεται και στην έντονη ενασχόληση οικονομικών ομίλων, αναλυτών όπως και των ΜΜΕ[6]

Ο νέος κύκλος στεγαστικής κρίσης εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές και ένταση σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, με κοινή συνισταμένη τη μείωση της κατασκευής κατοικιών και της ιδιοκατοίκησης και, ταυτόχρονα, την δραματική αύξηση των ενοικίων.


Σύμφωνα με πληροφόρηση από το Bloomberg (2023), η κατασκευή κατοικιών έχει καταρρεύσει σε μεγάλες αναπτυγμένες χώρες της δύσης λόγω αύξησης του κόστους και νέων αυστηρότερων κανονισμών για την ενεργειακή απόδοση. Στη Γερμανία η οικονομικά προσιτή στέγαση ήταν μία από τις βασικές δεσμεύσεις που ανέλαβε ο κυβερνητικός συνασπισμός του Σολτς το 2021, αλλά οι Γερμανοί οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η κυβέρνηση δεν θα επιτύχει τον στόχο της για την προσθήκη 400.000 νέων κατοικιών κάθε χρόνο, το νωρίτερο μέχρι το 2026 ( η μεγαλύτερη εταιρεία ακινήτων στη Γερμανία, ανέστειλε φέτος όλες τις νέες κατασκευές, επ' αόριστον). Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οικοδόμηση κατοικιών έχει χάσει τον στόχο των 300.000 κατοικιών κάθε χρόνο που είχε θέσει η δεξιά κυβέρνηση Σούνακ το 2019. Η Σουηδία υφίσταται τη χειρότερη ύφεση από την κρίση της δεκαετίας του 1990, με τους ρυθμούς δόμησης να είναι μικρότεροι από το ένα τρίτο αυτού που θεωρείται απαραίτητο για να συμβαδίσει με τη ζήτηση ενώ στη Γαλλία οι οικοδομικές άδειες είχαν μειωθεί κατά το α΄ εξάμηνο του 2023 κατά 28%.


Στην Πορτογαλία και την Ισπανία, οι νέες κατοικίες είναι πολύ πάνω από τα επίπεδα του 2015, όταν οι συνέπειες της κρίσης χρέους πάγωσαν την αγορά των ακινήτων, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις. Οι κυβερνήσεις τους όπως και ορισμένων ακόμη επέλεξαν να δεσμεύσουν πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης για οικονομικά προσιτή ενοικιαζόμενη στέγη μέχρι το 2026, ενώ στην πραγματικότητα η κατοικία που παρέχεται δεν είναι τελικά “οικονομικά προσιτή”.

Στην Ελλάδα, η αμφισβήτηση του δικαιώματος στην κατοικία, οι κατασχέσεις και οι πλειστηριασμοί που με έντονο τρόπο έχουν επανέλθει στο προσκήνιο, αποτελούν κάποια από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα. Σχετίζονται με τη γενική τάση συγκέντρωσης της ακίνητης περιουσίας αλλά και της δημόσιας περιουσίας (γης και κτισμάτων) στα χέρια του κεφαλαίου και της περαιτέρω κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης της. Οι επενδύσεις στις κατοικίες δεν αυξάνουν παρά με πολύ αργό ρυθμό και εξακολουθούν να είναι τουλάχιστον 80% λιγότερες σε σχέση με την περίοδο του 2007. Το κοινωνικό πρόβλημα της στεγαστικής κρίσης επικεντρώνεται στην αλματώδη αύξηση των ενοικίων και της αξίας αγοράς κατοικιών – παλαιών ή νεόδμητων ενώ συνεχίζεται η κούρσα των πλειστηριασμών από εταιρείες των funds (servicers). Οι λόγοι, γίνεται προσπάθεια, να παρουσιαστούν περισσότερο αναλυτικά στη συνέχεια.


2.1 Μείωση λαϊκού εισοδήματος – ακρίβεια – φτώχεια

Οι μισθοί, ο πληθωρισμός, η ακρίβεια και κυρίως σε βασικά είδη ανάγκης, η φτωχοποίηση και η φτώχεια είναι κοινωνικοί και οικονομικοί παράμετροι που επηρεάζουν άμεσα την κάλυψη των αναγκών στέγασης πρώτα και κύρια όσων δεν έχουν δική τους κατοικία, ενώ , η πρόσβαση σε αξιοπρεπή κατοικία, στο περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί σε αυτό τον τομέα, επηρεάζει σημαντικά το ποσό που διατίθεται ή δεν διατίθεται από τα εργαζόμενα και λαϊκά νοικοκυριά για την κάλυψη αναγκών διατροφής, υγείας, παιδείας και αφήνοντας εκτός τις ανάγκες για πρόσβαση στον πολιτισμό, τον αθλητισμό, την ψυχαγωγία, τις διακοπές.

Οι εκθέσεις του ΟΟΣΑ, το Ευρωβαρόμετρο και η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ – ΓΣΕΕ δίνουν μια αρκετά καθαρή εικόνα για την πραγματική ζωή των εργαζόμενων στην Ελλάδα.

Με βάση τα στοιχεία έκθεσης του ΟΟΣΑ (25/4/2023) για την Ελλάδα, ο μέσος ονομαστικός μικτός μισθός το 2022 αυξήθηκε κατά 1,5% αλλά ο μέσος πραγματικός μισθός μειώθηκε κατά 7,4% λόγω του πληθωρισμού 9,7%. Με βάση τα στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου (01/2024), το ποσοστό των ανθρώπων στην Ελλάδα με δυσκολία πληρωμών των λογαριασμών τους στο τέλος του μήνα αγγίζει το 86% καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση, με σημαντική διαφορά από την δεύτερη Πορτογαλία με 64%. Με βάση την έρευνα του ΙΝΕ – ΓΣΕΕ (11/2023), εννέα στους δέκα εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα έχουν μειώσει την κατανάλωση βασικών αγαθών διατροφής λόγω της ακρίβειας, ενώ σχεδόν επτά στους δέκα δεν έχουν λάβει κάποια αύξηση στον μισθό τους. Η όξυνση του στεγαστικού προβλήματος επηρεάζεται από αυτή την κατάσταση και την επηρεάζει με τη σειρά της.


2.2 Υφαρπαγή γης και κατοικίας

Το θέμα των κατασχέσεων και των πλειστηριασμών αποτελεί από το 2013 ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα καθώς σχετίζεται με τη γενική τάση συγκέντρωσης της ακίνητης λαϊκής ιδιωτικής περιουσίας (γης και κτισμάτων) στα χέρια του κεφαλαίου. Στην τάση αυτή συνέβαλαν και άλλα μέτρα, κυρίως η καθιέρωση “ενοικίου” προς το κράτος με τη μορφή του ΕΝΦΙΑ ακόμη και σε μία και μοναδική πρώτη κατοικία. Παράλληλα, από το 2013, σημειώνεται εκτίναξη στην αποποίηση κληρονομιών επειδή οι κληρονόμοι δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος των φορών αλλά και οφειλών του ανθρώπου που έφυγε από τη ζωή προς το κράτος, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες, κλπ. Συνολικά, την πενταετία 2013-2018 υπήρξε μια πολύ μεγάλη αύξηση στις αιτήσεις αποποίησης κληρονομιάς φτάνοντας τις 130.000 το 2017 από 29.000 το 2013. Το 2023 καταχωρήθηκαν 16.323 αποποιήσεις ενώ μέχρι τον Ιούλιο 2024 έχουν καταχωρηθεί 8.152. Έτσι στο κράτος συνεχίζει να συγκεντρώνεται ακίνητη ιδιωτική περιουσία, προφανώς από λαϊκά στρώματα, της οποίας το μέγεθος δεν έχει γίνει γνωστό ούτε οι προθέσεις και τα σχέδια για την τύχη της.


Από το Φεβρουάριο του 2018, που νομοθετήθηκαν οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί και αφού πρώτα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ μετέτρεψε σε ιδιώνυμο τη λαϊκή δράση και αντίσταση ενάντια στους πλειστηριασμούς λαϊκής κατοικίας εξαπολύοντας κύματα καταστολής και παραπέμποντας πρωτοπόρους αγωνιστές σε δίκες, που αρκετές είναι ακόμα σε εξέλιξη, μέχρι τα τέλη του 2022 είχαν ολοκληρωθεί – κατακυρωθεί περισσότεροι από 55.900 ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί συνολικά ενώ το 2023 πραγματοποιήθηκαν 52.000 σε όλες τις κατηγορίες ακινήτων. Με βάση πρόσφατα δημοσιεύματα (Τα Νέα, 24/1/2024), από 1/1/2022 έως 31/12/2023, πλειστηριάστηκαν σχεδόν 39.000 κατοικίες, που αποτελούν το 40,4% του συνόλου που αναρτήθηκαν. Σήμερα, 230.890 πλειστηριασμοί είναι αναρτημένοι στην ηλεκτρονική πλατφόρμα της κυβέρνησης, 10.480 ήταν προγραμματισμένοι για τους πρώτους μήνες του 2024 ενώ ο στόχος των servicers είναι οι 40.000-50.000. Παράλληλα, έχουν ξεκινήσει οι εξώσεις των οικογενειών στις περιπτώσεις που κατακυρώθηκε ο πλειστηριασμός. Αποτελεί νέα εξέλιξη η παρέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων και η άσκηση βίας για την πραγματοποίηση της έξωσης στις περιπτώσεις που οι οικογένειες αρνούνται τη νομιμότητα του πλειστηριασμού όπως για παράδειγμα γιατί εκκρεμεί μήνυση για μη τήρηση της διαδικασίας ενημέρωσης από Services και αρνούνται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Τα κοράκια, γιατί περί τέτοιων πρόκειται, ακυρώνουν στην πράξη την όποια διαπραγμάτευση ρύθμισης προκειμένου να μην προχωρήσει ο πλειστηριασμός απαιτώντας πολύ μεγάλα ποσά προκαταβολής (η DoValue, πχ, απαιτεί 20.000 ευρώ για δάνειο 50.000 ευρώ πολύτεκνης μητέρας, 35.000 ευρώ από νέο ζευγάρι με παιδί για το σπίτι τους στον Αγ. Δημήτριο Αττικής). Η κυβερνητική ρητορική ότι έχει πάρει μέτρα που προστατεύουν τα νοικοκυριά όπως ο εξωδικαστικός μηχανισμός, η υποχρέωση των Servicers να παρέχουν ενημέρωση και πληροφόρηση αποτελεί καθαρή προπαγάνδα συσκότισης της πραγματικότητας. Τα έξοδα που απαιτούνται για δικηγορική εκπροσώπηση και εξωδικαστικούς διαμεσολαβητές είναι σημαντικά και πολλά νοικοκυριά δεν μπορούν να ανταποκριθούν μένοντας χωρίς καμία προστασία.


Από τα πιο πάνω, γίνεται φανερό ότι το τελευταίο διάστημα το πρόβλημα των πλειστηριασμών λαϊκής κατοικίας θα αναδεικνύεται όλο και πιο έντονα καθώς έχουμε περάσει σε μια νέα φάση όξυνσης του προβλήματος λόγω:

α) Του εντεινόμενου ρυθμού των πλειστηριασμών από τους απελευθερωμένους πλήρως, με την απόφαση του Άρειου Πάγου, servicers των funds που κατέχουν 700.000 ακίνητα με την αγορά δανείων από τις ελληνικές τράπεζες. Με το νέο νόμο (5072/2023) της κυβέρνησης ΝΔ για τους πλειστηριασμούς, για πρώτη φορά, οι servicers έχουν πλήρη νομική θωράκιση να επιβάλουν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμούς. Επίσης για πρώτη φορά, αποκτούν τη δυνατότητα να ζητούν προκαταβολή 10% επί του ποσού που έχει καθορίσει ο εξωδικαστικός μηχανισμός, από τους δανειολήπτες των οποίων τα ακίνητα έχουν εντάξει σε προγράμματα πλειστηριασμού και, αν δεν την παίρνουν, να εκπλειστηριάζουν άμεσα το ακίνητό τους.

Οι υπερχρεωμένοι/ες είναι απροστάτευτοι ακόμη και για την πρώτη κατοικία τους αφού δεν υπάρχει κανένα δίχτυ σωτηρίας ούτε γι’ αυτήν πια. Λιγότερο από το 10% παίρνει το πράσινο φως για ρύθμιση χρεών με βάση τον εξωδικαστικό μηχανισμό. Για την πολυδιαφημισμένη επιδότηση του επιτοκίου του στεγαστικού η μικροεπιχειρηματικού δανείου με υποθήκη κατοικία από τις τράπεζες έχουν πάρει βεβαίωση 1.788 ευάλωτοι, ενήμεροι οφειλέτες από τις 15.000 περίπου οριστικοποιημένες αιτήσεις ενώ στην ουρά βρίσκονται άλλες 16.500 με βάση στοιχεία Μαρτίου 2024. Η επιδότηση δεν αφορά το συνολικό επιτόκιο, αλλά το 50% του ποσοστού της διαφοράς μεταξύ της δόσης αναφοράς Ιουλίου 2022 και της εκάστοτε δόσης του δανείου λόγω της αντίστοιχης αύξησης των επιτοκίων.

Όσα λαϊκά νοικοκυριά υπάγονται στο ν. Κατσέλη ως ευάλωτα θα παραδίδουν το σπίτι τους στον “Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης Ακινήτων” που θα είναι ιδιωτικός, θα αγοράζει την πρώτη κατοικία τους και θα τους τη μισθώνει για 12 χρόνια δίνοντάς τους τη δυνατότητα να συνεχίσουν να μένουν σε αυτήν έναντι ενοικίου που μπορεί να επιδοτείται από το κράτος (επιδότηση από 70 έως 210 ευρώ).


Το “κοινωνικό πρόσημο”, δηλαδή η σύσταση του Φορέα, του τελευταίου βαθιά αντιλαϊκού νόμου 4738 για τους πλειστηριασμούς, όπως το χαρακτηρίζει η γενική γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών Θεώνη Αλαμπάση, δεν μπορούσε παρά να είναι ελκυστικά προσοδοφόρο για τους επενδυτές – παραχωρησιούχους. Η κυβέρνηση της ΝΔ πήρε νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες για να συμμετέχουν επενδυτές προκειμένου να προχωρήσει ο διαγωνισμός. Βασική ρύθμιση αποτελεί η δυνατότητα που δίνεται στους επενδυτές να αγοράσουν το ακίνητο με έκπτωση 30% της τιμής με την οποία θα έβγαινε στον πλειστηριασμό (οι τράπεζες που θα πουλήσουν άμεσα δεν χάνουν και πολλά αφού το 70% των πρώτων πλειστηριασμών ήταν άγονοι). Άλλη ρύθμιση είναι η υποχρέωση που θα έχει ο ευάλωτος οφειλέτης να επιτρέψει την είσοδο εμπειρογνώμονα στην οικία ώστε να μπορέσει αυτός να αποτυπώσει την αληθινή αξία του ακινήτου. Τρίτη ελκυστική ρύθμιση είναι η εξομοίωση της φορολόγησης του Φορέα με το ευνοϊκό καθεστώς που διέπει τις ΑΕΕΑΠ οι οποίες απαλλάσσονται παντός φόρου, ειδικού τέλους, τέλους χαρτοσήμου, εισφοράς, δικαιώματος ή όποιας άλλη επιβάρυνσης υπέρ του Δημοσίου και γενικά τρίτων. [7]


Τα φτωχά νοικοκυριά που θα χάσουν την κυριότητα της μοναδικής κατοικίας τους δυσπιστούν απέναντι σε στολίδια μιας πολιτικής λεηλασίας. Πόσο ενοίκιο θα πληρώνουν στον επενδυτή για το σπίτι τους; Με τις εξωφρενικές τιμές που ανεξέλεγκτα διαμορφώνει η αγορά; Αν δεν πληρώνει το ενοίκιο γιατί δεν θα μπορεί, θα αποβάλλεται από την πολιτική του “κοινωνικού πρόσημου”. Τι θα βρίσκει ο εμπειρογνώμονας ως προς την αληθινή αξία του σπιτιού; Αν η τράπεζα δεν δέχεται την “αληθινή” εκτίμηση τι θα συμβαίνει στο φτωχό νοικοκυριό; Σε ποια τιμή θα επαναγοράζει το νοικοκυριό το σπίτι του; Οι τράπεζες και οι επενδυτές δεν χάνουν. Οι όμηροί τους είναι πιο σίγουρο ότι θα χάσουν.

β) Τη συνεχή μείωση του λαϊκού εισοδήματος που οδηγεί σε μεγαλύτερη δυσκολία τα λαϊκά στρώματα να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και δημιουργεί καινούργια «κόκκινα» δάνεια. Όταν με βάση στοιχεία έρευνας της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας της ΓΣΕΕ το 86,8% μείωσε το ποσοστό θέρμανσης της κατοικίας τους και το 57% μείωσε και το καθημερινό μαγείρεμα είναι επόμενο να ¨κοκκινίζει” και το τραπεζικό δάνειο με κίνδυνο κατάσχεσης και πλειστηριασμού.

γ) Την κούρσα αύξησης των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), την προηγούμενη περίοδο που όξυνε ακόμα περισσότερο την κατάσταση, αφού χιλιάδες χρεωμένα νοικοκυριά δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και την αποπληρωμή των δανείων. Η Κριστίν Λαγκάρντ είχε δηλώσει πως δεν θα υπάρξει «ταβάνι» στις αυξήσεις των επιτοκίων, μέχρι ο πληθωρισμός να μειωθεί στο επιθυμητό επίπεδο του 2%. Οι συνεχείς αυξήσεις στα επιτόκια είχαν άμεση επιρροή στα δάνεια που πληρώνουν τα νοικοκυριά εκτοξεύοντας τις μηνιαίες δόσεις στα ύψη. Ήδη ένα νοικοκυριό που πλήρωνε στεγαστικό δάνειο για 20 χρόνια πρέπει να καταβάλει επιπλέον 2 ή και 3 δόσεις κάθε χρόνο, από τον Ιούλιο 2022 έως σήμερα. Η μικρή μείωση των επιτοκίων που ανακοινώθηκε στα τέλη του 2024 αφορά, κυρίως, επιχειρηματικά δάνεια. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, αποφάσεις για τα επιτόκια καλείται να λάβει η ΕΚΤ σε περιβάλλον εντεινόμενης διεθνούς αναταραχής λόγω εμπορικού πολέμου, με βασικό σενάριο να παραμένει η νέα μείωση των επιτοκίων που, εάν τελικά αποφασιστεί, σε κάθε περίπτωση δεν πρόκειται να υπερβεί τις 0,25 μονάδες. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες “Στο μέτωπο του πληθωρισμού, με βάση τα δεδομένα που έχει στη διάθεσή της η ΕΚΤ, η πορεία παραμένει καθοδική. Αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να είναι το βασικότερο θέμα προβληματισμού για τη Φρανκφούρτη. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο πληθωρισμός εξακολουθεί να μειώνεται και ότι μέσα στο έτος, εάν δεν διαταραχθεί η πορεία αυτή, θα προσεγγίσει το 2% που είναι ο βασικός στόχος της ΕΚΤ. Αντίθετα υπάρχει έντονος προβληματισμός για την πορεία της οικονομίας στην ευρωζώνη και ιδιαίτερα για τις αρνητικές εξελίξεις στην γερμανική οικονομία. Η μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης κατρακύλησε σε ύφεση τα δύο προηγούμενα χρόνια (2023-2024) ενώ οι προβλέψεις δείχνουν για φέτος οριακή ανάπτυξη. Αυτή η παράμετρος φαίνεται ότι βαρύνει περισσότερο τη ζυγαριά των αποφάσεων της ΕΚΤ σε ό,τι αφορά τη μείωση των επιτοκίων”.

δ) Την ανάγκη προστασίας των τραπεζών που προωθεί σταθερά το σύστημα και η ΕΕ .

Η έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος που δημοσιεύτηκε στις 25/4/2024 και αναφέρεται επίσης σε σημαντικά ζητήματα που εκτείνονται από την πορεία διαχείρισης των κόκκινων δανείων, τα ζητήματα στέγης αλλά και διαθέσιμου εισοδήματος είναι καθαρή στις εκτιμήσεις της ώστε να προκύψουν και τα ανάλογα μέτρα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει: “Η διατήρηση του πληθωρισμού σε υψηλό ακόμη επίπεδο, σε συνδυασμό με τα αυξημένα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ και την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης, δοκιμάζει την ανθεκτικότητα των νοικοκυριών και επιχειρήσεων και ενδέχεται να συμβάλλει στη δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ)».

 

2.3 Αυξήσεις τιμών ενοικίων και απόκτησης κατοικίας

Η κούρσα στις αυξήσεις των τιμών ενοικίων κατοικίας, ειδικά τα τελευταία 5 χρόνια τουλάχιστον και παρά τα κάποια ελάχιστα μέτρα στην πανδημική περίοδο, αναδεικνύεται σε ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά ζητήματα αφού ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της χώρας εξαρτάται από τον ιδιωτικό τομέα ενοικίασης κατοικίας (τελευταία έρευνα της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών καταδεικνύει πως το διάστημα 2005 – 2023 η ενοικίαση αυξήθηκε κατά 77%) σε περιβάλλον περαιτέρω φτωχοποίησης όπως καταδείχθηκε προηγούμενα.


Κύριο ρόλο έχουν η ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία στην κατοικία, η μείωση των διαθέσιμων κατοικιών προς μακρόχρονη ενοικίαση λόγω της κερδοφόρας βραχυχρόνιας μίσθωσης, η αύξηση του κόστους κατασκευής και συντήρησης. Ρολό επίσης έχει η αύξηση της ζήτησης για ενοικίαση λόγω της μείωσης του ποσοστού ιδιοκατοίκησης που οφείλεται στη μεγάλη αύξηση στις τιμές αγοράς κατοικίας απορώντας νέες οικογένειες βασικά αλλά και στην ένταση των πλειστηριασμών με τους επενδυτές και άλλους αγοραστές να ενδιαφέρονται για την εκμετάλλευση των σπιτιών που εκπλειστηριάζονται. Χαρακτηριστική είναι η μεταβολή των ποσοστών ιδιοκατοίκησης και ενοικίασης μεταξύ 2006, πριν αρχίσει η οικονομική κρίση και ύφεση, και 2022. Το 2006, τα ποσοστά ήταν 84,6% για ιδιοκατοίκηση και 15,4% για ενοικίαση ενώ το 2022, τα ποσοστά ήταν 72,8% και 27,2% αντίστοιχα.

Ρόλο επίσης παίζει η σχετική ή/και απόλυτη εγκατάλειψη πολλών ακινήτων από μικρούς και μεσαίους ιδιοκτήτες κατά την μνημονιακή περίοδο σε συνδυασμό με το τότε πάγωμα της κατασκευής και ανακαίνισης κατοικιών, που έχει καταστήσει σημαντικό μέρος του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος εκτός προφοράς προς ενοικίαση χωρίς να προηγηθεί ανακαίνιση. Στις ελληνικές πόλεις όπως αναπτύχθηκαν κυρίως κατά τη διάρκεια της περιόδου της αντιπαροχής δεν υπάρχει γενικά έλλειψη κατοικιών αλλά ειδικότερα έλλειψη κατοικιών που προσφέρονται προς μακροπρόθεσμη ενοικίαση. Η αύξηση των τιμών των ενοικίων συμπαρασύρει και τις τιμές πώλησης των ακινήτων.


Η αύξηση των τιμών των ενοικίων υπήρξε ραγδαία μεταξύ 2018 – 2023, κυμαινόμενη από 43% έως 51% για μια κατοικία οικογένειας ενώ φαίνεται ότι συνεχίζεται και το 2024 χωρίς να γνωρίζουμε που θα φθάσει. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, “το συνολικό στεγαστικό βάρος υπολογίζεται κατά μέσο όρο στα 400 ευρώ μηνιαίως, εάν εξαιρεθούν τα στεγαστικά δάνεια”. Γίνεται φανερό ότι η ΕΚΤ, για προφανείς λόγους, τσουβαλιάζει στο μέσο όρο ιδιοκατοικούντες και ενοικιαστές αφού τόσο στην Ελλάδα όσο και στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης οι τιμές ενοικίασης βρίσκονται ιδιαίτερα ψηλά επίπεδα. Ειδικά στην Ελλάδα, στα μεγάλα αστικά κέντρα δεν υπάρχει φθηνό, επαρκές και ασφαλές σπίτι για μια οικογένεια. Αν μάλιστα προστεθεί και το υπόλοιπο στεγαστικό κόστος ρεύμα, θέρμανση – ψύξη, επικοινωνίες, νερό) το κόστος για μια οικογένεια σε ενοίκιο φθάνει στο ύψος ενός σχετικά καλού μισθού. Έτσι, παρά την επιλεκτική χρήση στοιχείων, η Ελλάδα είναι η δεύτερη ακριβότερη χώρα όσον αφορά το λόγο στεγαστικού κόστους προς εισόδημα ακόμα και σύμφωνα με την ΕΚΤ.


Μεγάλη είναι και η αύξηση στις τιμές πώλησης κατοικιών η οποία εκτός από την αυτοτελή σημασία της για τα νέα νοικοκυριά, κυρίως, αφού κάνει “άπιαστο όνειρο” την απόκτηση δικού τους σπιτιού όπως το είχαν βιώσει οι προηγούμενες γενιές, επηρεάζει καθοριστικά και τις αυξήσεις στις τιμές των ενοικίων.

Η κυβέρνηση και οι οικονομικοί αναλυτές παρουσιάζουν τους μεγάλους ρυθμούς αύξησης σαν αναπτυξιακό success story και ανάδειξη του τομέα της αγοράς κατοικίας σε μια καλή επενδυτική επιλογή πάλι που φέρνει ξένα επενδυτικά κεφάλαια δισεκατομμυρίων στη χώρα. Σύμφωνα με στοιχεία της Ενδιάμεσης Έκθεσης για τη Νομισματική Πολιτική της ΤτΕ (Δεκέμβριος 2023), η σωρευτική αύξηση των ονομαστικών τιμών κατοικιών ανέβηκε κατά 57,5% από το 2017, χρονιά που το επίπεδο τιμών βρέθηκε στο 41% χαμηλότερα από το 2007 και βρίσκεται σήμερα σε απόσταση 7% από αυτή τη χρονιά αναφοράς. Το εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών έχει βυθιστεί αντιστρόφως ανάλογα. Έτσι έχουν αυξηθεί σημαντικά τα ποσοστά των νοικοκυριών που «μόλις τα βγάζουν πέρα» στο 67% ενώ μαζί με όσους χρωστάνε ή βάζουν χέρι στις αποταμιεύσεις τους το ποσοστό όσων δυσκολεύονται ή αδυνατούν να βγάλουν τον μήνα φτάνει το 81% (ΙΟΒΕ – Ιανουάριος 2024). Σε αυτό το πλαίσιο οικονομικής κατάστασης των εργαζομένων νοικοκυριών, δυνατότητα απόκτησης κατοικίας δεν υπάρχει.


Το ράλι στην αύξηση των τιμών πώλησης αναγκάζει την ίδια την ΤτΕ να επισημαίνει την πιθανότητα “μιας διορθωτικής κίνησης των τιμών”, ιδιαίτερα όμως σε ακίνητα χαμηλής ζήτησης, που θεωρούνται τα κακευασμένα πριν το 2000. Η επισήμανση αυτή έρχεται και από την ανάγκη εναρμόνισης με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ , το οποίο στην έκθεση του Ιανουαρίου 2024 καταγραφεί ότι “ Με βάση τον δείκτη των τιμών κατοικιών προς το εισόδημα, οι κατοικίες στην Ελλάδα βρίσκονται πάνω από τον πήχη κατά 6 μονάδες βάσης σε σχέση με τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο, όπως και η υπερτίμηση”. Βέβαια, το ΔΝΤ όπως και η ΤτΕ δεν ενδιαφέρονται για τη μείωση της “υπερτίμησης” (ήπιος χαρακτηρισμός της κερδοσκοπίας) στις τιμές πώλησης κατοικιών και την αύξηση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, αλλά για τη λήψη μέτρων που θα προφυλάξουν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα όσον αφορά τους όρους χορήγησης στεγαστικών δανείων. Στη ραγδαία αύξηση των τιμών των ενοικίων καθώς και της απόκτησης κατοικίας διαδραματίζουν ρολό και άλλοι παράγοντες. 


Η πολιτική των τραπεζών στη χορήγηση στεγαστικών δανείων.

Οι τράπεζες έχουν κλείσει τη στρόφιγγα της χρηματοδότησης για αγορά κατοικίας παρά την “ανοδική αναπτυξιακή πορεία” της χώρας. Η ΤτΕ επισημαίνει ότι «παρά το αυξημένο ενδιαφέρον για οικιστικά ακίνητα, η τραπεζική χρηματοδότηση βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, με το συνολικό ύψος των νέων στεγαστικών δανείων να καταγράφει υποχώρηση κατά 4,9% το δεκάμηνο του 2023, σε ετήσια βάση» ενώ συμπεριλαμβάνεται και το ποσό στεγαστικών δανείων για το πρόγραμμα “Σπίτι μου” (βλέπε Κεφάλαιο 3). Παράλληλα, οι τράπεζες ζητούν το 30%-40% της εμπορικής αξίας του ακινήτου ως ίδια συμμετοχή από τον δανειολήπτη (το όριο που θέσπισε η ΤτΕ είναι μέχρι 20% το ανώτερο). Πόσες, πραγματικά, οικογένειες διαθέτουν ένα, κατ’ ελάχιστο, ποσό της τάξης των 50 – 60 χιλιάδων ευρώ, για τι είδους κατοικία και σε ποια περιοχή των μεγάλων αστικών κέντρων όταν και οι τιμές πώλησης τραβάν την ανηφόρα, όπως θα παρουσιαστεί στη συνέχεια. Η ενοικίαση είναι μονόδρομος για τα πολύ περισσότερα νοικοκυριά που αναζητούν κατοικία.


Η μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας.

Στην περίοδο των μνημονίων η πτώση της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας έφθασε στο 93% περίπου οδηγώντας το ποσοστό του τομέα ως προς το ΑΕΠ στο κατώτατο 0,8% το 2015 όταν ψηφίστηκε το 3ο μνημόνιο από ΣΥΡΙΖΑ – ΠΑΣΟΚ – ΝΔ και στην κατασκευή μόλις 4.800 κατοικιών το 2016. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία για τον αριθμό κατασκευής κατοικιών δείχνουν υποχώρηση κατά 1,3% το 2022 και μεγάλη αύξηση κατά 22,5% το 2023. Το ποιοτικό στοιχείο που αφορά την κατοικία για στέγαση είναι ότι το μεγαλύτερο τμήμα της αύξησης της οικοδομικής δραστηριότητας κατευθύνεται στις κατοικίες για βραχυχρόνια μίσθωση αφού το 2023 δεν είναι 2007 και το χρήμα προέρχεται από επενδυτικά κεφάλαια, κυρίως ξένα, και όχι από ελληνικά νοικοκυριά. Η μικρή προσφορά κατοικιών σε σχέση με τις ανάγκες (σε έκθεση της Τράπεζας Πειραιώς υπολογίζονται σε 195.000 χιλιάδες μόνο τα νέα νοικοκυριά) γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης στον κύκλο “αύξηση τιμών πώλησης – αύξηση τιμών ενοικίασης”. Η τουριστικοποίηση με αιχμή τη βραχυχρόνια μίσθωση καθώς και το καθεστώς της Golden Visa είναι παράγοντες που επηρεάζουν με ιδιαίτερα σημαντικό βάρος την αύξηση στις τιμές ενοικίων και πώλησης κατοικίας και παρουσιάζονται πιο αναλυτικά στα επόμενα κεφάλαια.


2.4 Η κατοικία ως επενδυτικό προϊόν 

Τα τελευταία χρόνια, το δικαίωμα σε αξιοπρεπή και ασφαλή κατοικία για τα λαϊκά νοικοκυριά βρίσκεται στο στόχαστρο της επίθεσης και μέσα από τη διαδικασία “χρηματιστικοποίησης”, το σύνολο δηλαδή των πολιτικών και των πρακτικών που αντιλαμβάνονται την κατοικία ως -άλλο ένα- επενδυτικό προϊόν. Στην ελληνική περίπτωση, την χρονική περίοδο 2016-2024, διαφαίνεται μια συστηματική προσπάθεια από πλευράς κυβέρνησης και κράτους, να προσελκύσουν επενδυτικά κεφάλαια από το εξωτερικό στην ελληνική κτηματαγορά. Μάλιστα, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που αφορούν στον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, με άλλα λόγια τις επενδύσεις, τη μεταμνημονιακή περίοδο 2018-2023, οι επενδύσεις σε κατοικίες ανέρχονταν στα 14 δις ευρώ περίπου, αντιπροσωπεύοντας το 10% των συνολικών, καθώς ξεκίνησαν από 1,3 δις το 2018 για να τριπλασιαστούν (!) στα 3,8 δις το 2023. Αξίζει να σημειωθεί ακόμα, ότι οι επενδύσεις σε κατοικίες και άλλες κατασκευές ήταν οι μόνες που παρουσίασαν ανοδική δυναμική το έτος 2023, γεγονός που δηλώνει τη σημαντική στροφή στις κτηματομεσιτικές αγορές ως ένα εύφορο πεδίο κερδοφορίας των μεγάλων funds.


Ταυτόχρονα, ο υπερτουρισμός πια δεν περιορίζεται απλώς και μόνο σε μια εποχιακή δραστηριότητα συγκεκριμένων ημερών, επελαύνει με ταχύτατες διαδικασίες και στα αστικά κέντρα μετασχηματίζοντας τις πόλεις σε τουριστικούς προορισμούς καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους (city break) με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται μια νέα κανονικότητα στη καθημερινή ζωή των κατοίκων της πόλης. Το παράδειγμα της Αθήνας είναι ενδεικτικό. Ως εκ τούτου, προκύπτουν σοβαρές μεταλλαγές στο πεδίο των πόλεων, οι οποίες «μεταμορφώνονται» σε φαντασμαγορικά πάρκα αφενός ιδιαίτερα θελκτικά προς τα επενδυτικά funds και τη τουριστική δραστηριότητα (city branding), αφετέρου πλήρως εχθρικά και απρόσιτα για τα λαϊκά στρώματα που συνήθιζαν να κατοικούν εντός αυτών και πλέον εκτοπίζονται βίαια από τις εξευγενισμένες γειτονιές λόγω των αυξημένων ενοικίων που μοιραία προκύπτουν από τη συγκεκριμένη διαδικασία.


Σε εγχώριο επίπεδο, ο λεγόμενος αστικός τουρισμός (city break) εμφανίζεται ως κεντρική αναπτυξιακή πολιτική από πλευράς του Κυβέρνησης και κράτους (τοπικού και κεντρικού) και αποτυπώνεται ήδη με φρενήρεις ρυθμούς, σε διάφορες ελληνικές πόλεις όπως τα Χανιά, η Θεσσαλονίκη και προφανώς την Αθήνα, η οποία υφίσταται ιδιαίτερα βίαιη επέκταση του εμπορευματοποιημένου τουρισμού. Χαρακτηριστική αποτελεί η δήλωση του Διευθύνοντος Συμβούλου της Αναπτυξιακής Αθήνας Α.Ε. Ιωάννη Γεώργιζα, στην εκδήλωση βράβευσης της Αθήνας ως κορυφαίος πολιτιστικός προορισμός στον κόσμο, στα διεθνή «Όσκαρ του Τουρισμού», World Travel Awards για το 2024. Ο Γεώργιζας ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «[…], συνεχίζουμε να υλοποιούμε δράσεις που αποσκοπούν στην ανάδειξη των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων της Αθήνας στις διεθνείς τουριστικές αγορές. Στόχος μας είναι η προσέλκυση τουρισμού υψηλού επιπέδου [...].». Ο στόχος περιγράφεται καθαρά και δεν είναι άλλος παρά ο εξής:

Η δημιουργία μιας πόλης των επενδυτών και των τουριστών πολύ υψηλών εισοδημάτων και σίγουρα όχι μιας πόλης των κατοίκων.

Ο παραπάνω στόχος προφανώς αποτελεί πτυχή μιας συνολικής στρατηγικής επιθετικής τουριστικοποίησης στον ελλαδικό χώρο, νησιών και πόλεων, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα στην αλλοίωση της ιδιαίτερης ταυτότητας και φυσιογνωμίας των τόπων (νησιών και πόλεων), την καταστροφή των φυσικών τοπίων λόγω της ανέγερσης πολυτελών και «φαντεζί» τουριστικών κέντρων δραστηριοτήτων και καταλυμάτων καθώς και την υπερεξάντληση και υπερεκμετάλλευση όλων αυτών των ανθρώπων που εργάζονται στο τομέα του τουρισμού (σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ οι εργαζόμενοι στον τουρισμό ανέρχονται στους 697.000 για το 2023).


Η συνθήκη αυτή όχι απλώς δεν αφήνει εκτός την περίπτωση της κατοικίας, αλλά επιτίθεται σε αυτή με τον πιο βίαιο τρόπο. Μια νέα γεωγραφία προκύπτει στις τιμές πώλησης και ενοικίασης κατοικιών οι οποίες εκτοξεύονται στα ύψη, με αποτέλεσμα τον εκτοπισμό μεγάλης μερίδας λαϊκών στρωμάτων από το κέντρο της αθηναϊκής πρωτεύουσας στο οποίο κατοικούν μέχρι προσφάτως. Το γεγονός αυτό έχει ως επακόλουθο την έναρξη μιας ιστορικής περιόδου όπου για πρώτη φορά το ζήτημα της κατοικίας στην Ελλάδα τίθεται με τέτοια οξύτητα. Η επίθεση στην λαϊκή κατοικίας λόγω της εκμετάλλευσης ως επενδυτικό προϊόν στα πλαίσια της μαζικής επέκτασης του αγοραίου, εμπορευματοποιημένου τουρισμού, συνδέεται με νέες πρακτικές διείσδυσης κεφαλαίου και αφορούν κυρίαρχα δυο περιπτώσεις.

i) Τη διάθεση χώρων κατοικίας στην αγορά βραχυχρόνιας μίσθωσης (Airbnb).

ii) Την επένδυση σε αστική γη για την απόκτηση Golden Visa, δηλαδή άδεια διαμονής σε πολίτες τρίτων χωρών έναντι καταβολής επενδυτικού κεφαλαίου στην εκάστοτε χώρα.


2.4.1 Τουριστικοποίηση και βραχυχρόνιες μισθώσεις

Η ιδέα της βραχυχρόνιας μίσθωσης διαμερισμάτων εκκινεί το 2007 στην πόλη του Σαν Φρανσίσκο, και έχει ως αποτέλεσμα την ίδρυση της μέχρι και σήμερα πιο γνωστής και κυρίαρχης ηλεκτρονικής πλατφόρμας βραχυχρόνιας μίσθωσης, την Airbnb (Booking, Vrbo, Expedia ορισμένες άλλες πλατφόρμες). Όλα ξεκίνησαν από «δυο σχεδιαστές που είχαν ανάγκη χρήματα για το ενοίκιο και διαθέσιμο χώρο και τρεις ταξιδιώτες που έψαχναν οικονομική διαμονή» (How Airbnb Works, Airbnb Citizen). Σήμερα η εταιρία μετρά 150 εκατομμύρια χρήστες παγκοσμίως, με σύνολο 5 εκατομμύρια καταχωρήσεις σε 220 χώρες (!).1


Κάτι που φαίνεται λοιπόν να ξεκίνησε ως μια μορφή οικονομικής «φιλοξενίας» ταξιδιωτών στον προσωπικό χώρο δυο ανθρώπων, προκειμένου οι μεν να γλυτώσουν τα έξοδα ξενοδοχείου και οι δε να καλύψουν μέρος των εξόδων τους, τελικά κατέληξε να μετεξελιχθεί σε μια πασίγνωστη πλατφόρμα παγκόσμιας εμβέλειας με τεράστια κέρδη για τους μεγάλους καπιταλιστές αλλά και μικρότερους ιδιοκτήτες κατοικιών. Κέρδη τα οποία προκύπτουν μέσα από ένα σύνολο επιχειρηματικών κινήσεων που τελικά θέτουν στο στόχαστρο της επίθεσης τη λαϊκή κατοικία. Κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής εμπορευματοποιείται σε μια διαδικασία όπου ακόμα και η έννοια της «φιλοξενίας» και του «βιώματος» της πόλης σαν να είσαι κάτοικος και όχι σαν τουρίστας με την συμβατική έννοια του όρου, γίνεται στην πραγματικότητα μια ακόμη «έξυπνη επιχειρηματική» ένα branding ή καλύτερα μια ιδέα-ευκαιρία, ιδιαίτερα επικερδής και άξια να εισάγει νέα πεδία επένδυσης στο τουριστικό κεφάλαιο ως εναλλακτική πηγή τουριστικής δραστηριότητας με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα λαϊκά στρώματα. Όπως διαβάζουμε και μέσα στην ίδια την πλατφόρμα της Airbnb «Στην Airbnb, πιστεύουμε ότι πρέπει να νιώθετε σαν στο σπίτι σας σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου και αν βρίσκεστε.» (Airbnb) Παρά τις περιπτώσεις διάθεσης μεμονωμένων κατοικιών προς ενοικίαση από μικρό-ιδιοκτήτες, η αξιοποίηση της πλατφόρμας όλο και περισσότερο από εταιρίες real estate και μεγαλοεπενδυτές επηρεάζει μάλλον με πιο άμεσο και ριζικό τρόπο την κίνηση της αγοράς ακινήτων. Το φαινόμενο της βραχυχρόνιας μίσθωσης αναπτύσσεται με ραγδαίους ρυθμούς, με αποτέλεσμα σήμερα να έχει αποκτήσει τεράστιες διαστάσεις τόσο παγκοσμίως όσο και σε επίπεδο Ελλάδας.


Στην ελληνική περίπτωση, μέσα στην περίοδο της κρίσης και των αστικών αναδιαρθρώσεων, προέκυψαν ιδιαίτερα χαμηλές τιμές κατοικίας καθώς μεγάλη μερίδα του πληθυσμού πλήττεται από την βαριά υπερφορολόγηση και προσπαθεί να αποποιηθεί τις μικρές ιδιοκτησίες του. Έτσι στην Αθήνα το 2016, οι τιμές κατοικίας διαμορφώνονται στα 1,470 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο (τ.μ.) τη στιγμή που σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες οι τιμές είναι ιδιαίτερα ψηλές (στη Μαδρίτη η τιμή ανέρχεται στα 4,127 ευρώ ανά τ.μ., στη Λισαβόνα στα 3,117 ευρώ ανά τ.μ.). Η μεγάλη αυτή πτώση στις τιμές των ακινήτων αποτελεί ευκαιρία που αρπάζουν ξένοι και Έλληνες καπιταλιστές ώστε επενδύσουν στις κτηματομεσιτικές αγορές και να αγοράσουν ακίνητα λόγω της αναμενόμενης κερδοφορίας όταν αυτά διατεθούν ως βραχυπρόθεσμες μισθώσεις λόγω του υπερτουρισμού στον οποίο ποντάρουν σημαντικά για ανάκαμψη της χώρας, όπως συστηματικά φροντίζουν να προπαγανδίζουν εδώ και χρόνια οι ελληνικές Κυβερνήσεις και να αναπαράγουν ευλαβικά τα καθεστωτικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Υπέρογκα ποσά ξένων real estate funds, με την Κίνα να πρωτοστατεί στο παιχνίδι (με επενδυτικό κεφάλαιο που την χρονική περίοδο 2015-2022 αγγίζει τα 288.000.000 ευρώ σύμφωνα με έρευνα της Τράπεζας της Ελλάδας) συρρέουν στις ελληνικές αγορές ακινήτων με κύρια στόχευση ακίνητα σε γειτονιές του κέντρου της Αθήνας αλλά και σε περιφερειακές πόλεις και νησιά με έντονο τουριστικό ενδιαφέρον. Έτσι λοιπόν, στην περίπτωση της Αθήνας, γειτονιές του κέντρου της που δεν ήταν αμιγώς τουριστικές, αλλά αποτελούσαν περιοχές κατοικίας, πλέον μπαίνουν στην αγορά ακινήτων με αυξημένες γαιοπροσόδους λόγω της δυνατότητας τουριστικής επένδυσης σε αυτές.


Η συνθήκη αυτή ωθεί νέους «παίκτες» να μπουν στο κυνήγι με αποτέλεσμα η ζήτηση για βραχυχρόνια μίσθωση να διογκώνεται με ισοπεδωτικούς ρυθμούς. Μελέτη της εταιρίας Grant Thornton, φανερώνει ότι το 2023, ο αριθμός των ακινήτων που έχουν διατεθεί για βραχυχρόνια μίσθωση στην ελληνική επικράτεια ανέρχεται πια στα 193.100, με την Αθήνα να φτάνει στα 13.274 καταχωρήσεις εκ των οποίων το 92.5 % (δηλαδή τα 12.277) να είναι ολόκληρες μονοκατοικίες ή διαμερίσματα. Ως εκ τούτου, πολλοί νέοι ιδιοκτήτες επιλέγουν είτε να προσφέρουν τα ακίνητά τους σε πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης είτε εναλλακτικά να αυξήσουν τα ενοίκια στην περίπτωση της μακροχρόνιας μίσθωσης. Η προσφορά κατοικιών είναι περιορισμένη ενώ η ζήτηση ψηλή, με αποτέλεσμα αυτή η δυναμική αυτή να γεννά πολλαπλασιαστική όξυνση του στεγαστικού προβλήματος της χώρας. Όπως φαίνεται και από τα ευρήματα της έρευνας της Grant Thornton, την τελευταία πενταετία (2019-2023) οι κλίνες της βραχυχρόνιας μίσθωσης αυξήθηκαν κατά 100% ενώ η μέση τιμή των βραχυχρόνιων μισθώσεων είναι από 200% μέχρι και 900 % (!) υψηλότερη σε σχέση με τις μακροχρόνιες μισθώσεις.


Έτσι, σήμερα, η Αθήνα, είναι η πέμπτη κατά σειρά πόλη στην Ευρώπη με τις περισσότερες καταχωρήσεις, σύμφωνα με έρευνα της εφημερίδας Neue Zurcher Zeitung, ενώ ταυτόχρονα η στέγη στην Αθήνα είναι η πέμπτη ακριβότερη στον πλανήτη για τους ντόπιους κατοίκους, σύμφωνα με ανάλυση σε έρευνα της συμβουλευτικής εταιρείας αγοράς ακινήτων Cerved Property Services σε πρόσφατη έρευνά της. Βάσει της ίδιας έρευνας προκύπτει επίσης ότι για να μπορέσει ένας εργαζόμενος, με μισθό Ελλάδας να βρει στέγη σε διαμέρισμα 60 τετραγωνικών μέτρων, παλαιότητας 20 έως 30 χρόνων στην Αθήνα, θα πρέπει να αποταμιεύσει μισθούς 11,5 χρόνων (!), τη στιγμή που το 2021 για την αγορά του ίδιου διαμερίσματος απαιτούνταν μισθοί 8,5 χρόνων. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα ανακηρύσσεται σε πανευρωπαϊκή πρωταθλήτρια με «αρνητικά ρεκόρ», καθώς το κόστος στέγασης ως ποσοστό διαθέσιμου εισοδήματος ξεπερνά το 34% έναντι του μέσου ευρωπαϊκού (18%). Επιπλέον, το φτωχότερο 20% του πληθυσμού, πρέπει να δαπανήσουν πάνω από 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση, ενώ περίπου 3 στους 10 ανθρώπους διαμένουν σε κατοικίες μη επαρκείς για το μέγεθος του νοικοκυριού. Η ταξική διάσταση του φαινομένου της βραχυχρόνιας μίσθωσης που έχει επιφέρει η τουριστικοποίηση επηρεάζει άνισα τις λαϊκές τάξεις. Διαφαίνεται καθαρά με τις περισσότερες μετακινήσεις που γίνονται σε μικρότερα ή φθηνότερα σπίτια, τις αναγκαστικές μετακομίσεις εκτός κέντρου ή την αναγκαστική επιστροφή στο οικογενειακό σπίτι, τις συγκατοικήσεις λόγω της οικονομικής αδυναμίας απέναντι στα υψηλό κόστος ζωής και στα αυξημένα ενοίκια, και λίστα δε σταματάει.


Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η ελληνική νομοθεσία που αφορά στην βραχυχρόνια μίσθωση είναι αν όχι αστεία, τουλάχιστον ανεπαρκής και επ’ ουδενί δεν στοχεύει στην ελάφρυνση και την ανακούφιση των λαϊκών νοικοκυριών. Τουναντίον, αποσκοπεί στη ρύθμιση του φαινομένου με όρους ώστε αφενός να διατηρήσουν τις ισορροπίες στο παιχνίδι ανταγωνισμού των τουριστικών κεφαλαίων (βραχυχρόνια μίσθωση vs ξενοδοχειακές μονάδες) αφετέρου να διαφυλάξουν άλλους σημαντικούς τομείς της οικονομίας (όπως πχ οι κατασκευές καθώς το φαινόμενο της βραχυχρόνιας μίσθωσης αφορά κυρίως στην αξιοποίηση του υφιστάμενου οικιστικού αποθέματος και όχι σε ανέγερση νέων κτισμάτων). Ο πρώτος ρυθμιστικός νόμος, γίνεται το 2016 και είναι ο ν.4446/2016. Στο νόμο αυτό ορίζονται τα χαρακτηριστικά ενός ακινήτου που μπορεί να μετατραπεί σε βραχυχρόνια μίσθωση (πρακτικά οποιοδήποτε οίκημα με εμβαδόν μεγαλύτερο ή ίσο από 9τ.μ.), δημιουργείται «Μητρώο Βραχυχρόνιας Μίσθωσης» προκειμένου η ελληνική κυβέρνηση να αποκτά συνολική εικόνα και έλεγχο των ακινήτων για τη σχετική φορολόγηση, ενώ ορίζεται ένα χρονικό όριο χρήσης του καταλύματος στις 90 ημέρες, ρύθμιση η οποία δεν εφαρμόστηκε ποτέ μέχρι και σήμερα. Ταυτόχρονα, το εισόδημα που αποκτάται από ακίνητη περιουσία αντιμετωπίζεται οριζόντια, γεγονός που πρακτικά σημαίνει ότι η φορολόγηση της βραχυχρόνιας μίσθωσης είναι ίδια με τη φορολόγηση για τη μακροχρόνια μίσθωση.


Επομένως, το πεδίο είναι ιδιαίτερα προνομιακό για τον οποιοδήποτε επιθυμήσει να στραφεί στη βραχυχρόνια μίσθωση ως επενδυτική κίνηση.

Σήμερα, έπειτα από τις εξαγγελίες του Μητσοτάκη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης 2024, αναμένεται να εφαρμοστεί νόμος που πρακτικά δεν ανταποκρίνεται ούτε στο minimum στη διαχείριση του στεγαστικού προβλήματος που αντιμετωπίζουν τα λαϊκά στρώματα στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα μιλάμε για ημίμετρα τα οποία πρακτικά από το 2025

1.θα παγώσουν τις βραχυχρόνιες μισθώσεις μόνο σε περιοχές 3 δημοτικών διαμερισμάτων της Αθήνας (1ο-2ο-3ο, περιοχές 2) για ένα έτος . Σε αυτές τις γειτονιές ναι μεν δε θα δίνονται άδειες τώρα αλλά οι υφιστάμενες θα συνεχίζουν ως έχουν. Μάλιστα το συγκεκριμένο μέτρο, λόγω του πρόωρου της ανακοίνωσης, οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη πίεση στις κόκκινες περιοχές. Συγκεκριμένα στο Κουκάκι, καταγράφηκε νέο ρεκόρ καταλυμάτων.

2. Θα απαλλαχθούν από τον φόρο ενοικίου οι ιδιοκτήτες που θα νοικιάσουν κλειστά ακίνητα ή θα μετατρέψουν μια βραχυχρόνια μίσθωση σε μακροχρόνια, αλλά η απαλλαγή αυτή θα είναι για 3 μόλις χρόνια.

3. δεν προβλέπει τίποτα για το ετήσιο όριο ημερών, ούτε καν την εφαρμογή του προηγούμενου νόμου, παρά ορίζει το μέγιστο όριο των 60 ημερών για μια βραχυχρόνια χρήση τη στιγμή που σε πόλεις στο εξωτερικό ορίζονται όρια 30 ημερών (Άμστερνταμ) ή απαγορεύεται πλήρως (Βαρκελώνη). Συνεπώς, ένα ακίνητο μπορεί να νοικιαστεί για όσες μέρες χρειαστεί αρκεί οι μέρες αυτές να μην είναι πάνω από 60 συνεχόμενες. Με άλλα λόγια ένα μέτρο χωρίς καμία απολύτως αποτελεσματικότητα.

Όπως θα παρουσιαστεί και στα επόμενα Κεφάλαια, παγκοσμίως στον υπόλοιπο κόσμο, φαίνεται να εξαπλώνεται ένα διάχυτο κίνημα κατά των βραχυχρόνιων μισθώσεων που προσπαθούν να πιέσουν για τη λήψη μέτρων ελέγχου του φαινομένου αυτού. Γίνεται ωστόσο αντιληπτό, ότι ο περιορισμός της βραχυχρόνιας μίσθωσης από μόνος του, ενδεχομένως να μπορεί να ανακουφίσει προσωρινά και εν μέρει, σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να αποτελέσει συνολική απάντηση στο πρόβλημα του στεγαστικού προβλήματος. Και ειδικά αν αυτό το μέτρο δεν συνδεθεί με μια συνολικότερη πολιτική υπεράσπισης της εργατικής κατοικίας που θα την θέτει ως θέσφατο δικαίωμα του καθενός.


2.4.2 Golden Visa

H Golden Visa, γνωστή στην Ελλάδα και ως «χρυσή άδεια διαμονής», αποτελεί ένα πρόγραμμα που εφαρμόζεται σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και απευθύνεται σε πολίτες τρίτων χωρών στους οποίους χορηγείται άδεια διαμονής με την προϋπόθεση την χορήγηση επενδυτικών κεφαλαίων στη χώρα. Με την Golden Visa, κατοχυρώνεται επίσης το δικαίωμα ελεύθερης μετακίνησης στη «Ζώνη του Σέγκεν», δηλαδή σε χώρες της Ευρώπης, ενώ ανοίγει ο δρόμος για απόκτηση άδειας διαμονής και για την οικογένεια του εκάστοτε επενδυτή, ενώ παράλληλα δρομολογείται και η διαδικασία άδειας ιθαγένειας. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες (Ολλανδία, Ισπανία, Μάλτα, Πορτογαλία) εξαρτούν την χορήγηση Golden Visa κυρίως από την αγορά ακίνητης περιουσίας ή και από επένδυση κεφαλαίων. Όπως αναφέρεται και στην επίσημη σελίδα του real estate γραφείου Remax


Στην Ελλάδα, η Golden Visa θεσμοθετείται επί κυβέρνησης Σαμαρά, το 2013, με το Νόμο 4146/2013, Διαμόρφωση Φιλικού Αναπτυξιακού Περιβάλλοντος για τις Στρατηγικές και Ιδιωτικές επενδύσεις και άλλες διατάξεις. Ο νόμος προβλέπει τη χορήγηση πενταετούς άδειας διαμονής σε υπηκόους τρίτων χωρών που είτε αγοράζουν και αποκτούν ακίνητη περιουσία, είτε προχωρούν σε επένδυση κεφαλαίων από 3 μέχρι 100 εκατομμύρια ευρώ σε έργα υποδομών ή σε ελληνικές επιχειρήσεις με τη δημιουργία 150 θέσεων εργασίας. Η βασική όμως νομοθετική λεπτομέρεια που εκτοξεύει την Golden Visa ως επενδυτική κίνηση στην αγορά κατοικίας από τα ξένα κεφάλαια, είναι η χορήγησή της κατόπιν αγοράς ακινήτου αξίας τουλάχιστον 250.000 Μάλιστα, το όριο αυτό δεν αφορά υποχρεωτικά στην αγορά ενός και μόνο ακινήτου αλλά μπορεί να είναι συνολική αξία αθροίσματος ακινήτων που αγοράστηκαν για την απόκτηση Golden Visa.


Η παραπάνω προδιαγραφή σε συνδυασμό με την αυξημένη προσφορά κατοικίας σε πολύ χαμηλές τιμές στην περίοδο της κρίσης αλλά και την έξαρση της βραχυχρόνιας μίσθωσης λόγω του υπερτουρισμού όπως ήδη αναλύθηκε, είχε ως αντίκτυπο την εκτίναξη του φαινομένου διασφάλισης του «ευρωπαϊκού διαβατηρίου» όπως την αποκαλούν. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, ενώ το 2013 δόθηκαν μόλις 10 άδειες διαμονής, μέσα στους πρώτους δέκα μήνες του 2017 οι άδειες προσέγγιζαν τις 1570 και προέρχονταν ως επί το πλείστων από Κινέζους επενδυτές. Ακολουθούσαν όμως και επενδυτές από Ρωσία, Τουρκία, Ισραήλ, Λίβανο και Αίγυπτο.

Η τεράστια απήχηση της Golden Visa στην ελληνική επικράτεια αποτυπώνεται στο ποσοστό της Ελλάδας ανάμεσα στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ ως προς τις αιτήσεις απόκτησης Golden Visa τα έτη 2014-2019, οι οποίες ανέρχονται το 20% των συνολικών αιτήσεων στην ΕΕ. Σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, τον Μάιο του 2024, οι συνολικές ισχύουσες άδειες διαμονής μέσω Golden Visa ανέρχονταν στις 45316, με την Κίνα να βρίσκεται σταθερά στην πρώτη θέση των εθνικοτήτων πολιτών Τρίτων Χωρών στις άδειες διαμονής μέσω Golden Visa με ποσοστό περίπου 50%, και στη δεύτερη θέση των εθνικοτήτων τρίτων χωρών με ισχύουσες άδειες διαμονής. Στην Αθήνα τα διαμερίσματα γίνονται ανάρπαστα από τους ξένους επενδυτές που αγοράζουν μέχρι και ολόκληρες πολυκατοικίες, τις οποίες ανακαινίζουν, ανακατασκευάζουν και τα διαθέτουν προς ενοικίαση μέσω των πλατφορμών βραχυχρόνιας μίσθωσης. Η διαδικασία αυτή λειτουργεί ως επιταχυντής στην εκτόξευση της ακινήτων που διατίθενται για βραχυχρόνια μίσθωση με αποτέλεσμα την συμπίεση της αξίας των κατοικιών προς τα πάνω όπως ήδη περιγράφηκε, στον βαθμό που πλέον είναι απρόσιτη για το μεγαλύτερο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας.


Στα πλαίσια περιορισμού της ακόρεστης επέλασης του Airbnb με σκοπό τον έλεγχο του υπερτουρισμού για λόγους που ήδη παρουσιάστηκαν στην υποενότητα των βραχυχρόνιων μισθώσεων, αλλά και των διεθνών ανταγωνισμών και συμμαχιών που προέκυψαν με το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία (Κίνας-Ρωσίας έναντι Ουκρανίας – ΗΠΑ - ΝΑΤΟ με την Ελλάδα σταθερό και πιστό σύμμαχο), η ελληνική κυβέρνηση αποφασίζει την ρύθμιση του νόμου για την Golden Visa χωρίς βέβαια να γίνεται λόγος για πιθανή κατάργησή της. Έτσι λοιπόν, τον Απρίλιο του 2024, ψηφίζεται ο νέος νόμος 5100/2024 σύμφωνα με τον οποίο προβλέπονται τα εξής:

1) Αλλαγή του κατώτατου χρηματικού ορίου αγοράς ακινήτου από 250.000 στις 800.000 για την Περιφέρεια Αττικής, την Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, τις Περιφερειακές Ενότητες Μυκόνου και Θήρας της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου και για τα νησιά με πληθυσμό, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, πάνω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους.

2)Θέσπιση νέου κατώτατου χρηματικού ορίου αγοράς στις 400.000 για τις υπόλοιπες περιοχές της χώρας.

3)Θέσπιση του κατώτατου χρηματικού ορίου των 250.000 για όλη τη χώρα μόνο όμως για ακίνητη περιουσία που είτε αλλάζει χρήση (μπορεί να είναι καταστήματα, βιομηχανίες, γραφεία κλπ)και μετατρέπεται σε κατοικία, είτε αποτελείται από προς αποκατάσταση ή ανακατασκευή διατηρητέο ή τμήμα διατηρητέου.

Επιπλέον, η επένδυση πραγματοποιείται σε ένα μόνο ακίνητο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αξιοποιηθεί για βραχυχρόνια μίσθωση ενώ στην περίπτωση του δομημένου ακινήτου προβλέπεται ελάχιστη επιφάνεια των 120 τμ. Ακόμη, δεν επιτρέπεται στα ακίνητα στα οποία έχει γίνει αλλαγή χρήσης και έχουν μετατραπεί σε κύρια κατοικία, να χρησιμοποιηθούν ως Έδρα ή Υποκατάστημα επιχείρησης. Ο νόμος που εφαρμόζεται από 1η Σεπτεμβρίου 2024 πρακτικά στρέφει το επενδυτικό ενδιαφέρον σε ακίνητα που δεν είναι κατοικίες και προωθεί την αλλαγή χρήσης τους σε κατοικία, ενώ στοχεύει στον περιορισμό των ακινήτων προς αξιοποίηση για βραχυχρόνια μίσθωση. Αυτό οφείλεται στην ανάγκη θέσπισης από πλευράς κυβέρνησης ενός ρυθμιστικού πλαισίου και ελέγχου του ακαταλόγιστου χειμάρρου της βραχυχρόνιας μίσθωσης που επελαύνει ανεξέλεγκτα και πλέον κινδυνεύει όπως αναφέρθηκε να προκαλέσει ανισορροπίες στα οικονομικά παιχνίδια των καπιταλιστών.


Σε κάθε περίπτωση ένα είναι σίγουρο. Οι όποιες ρυθμίσεις της Golden Visa, που δεν αφορούν στην πλήρη κατάργησή της (και χωρίς αυτό προφανώς να αρκεί) σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην επίλυση του στεγαστικού προβλήματος από εργατική σκοπιά για τα λαϊκά στρώματα, καθώς θέτουν ως κυρίαρχη προτεραιότητα την εύρεση νέων λύσεων που θα διασφαλίζουν οικονομική σταθερότητα και ροή ρευστού για το κεφάλαιο και τις αγορές. Υπ’ αυτό το πρίσμα το δικαίωμα των λαϊκών στρωμάτων για πρόσβαση σε κατοικία μένει ακόμα μετέωρο. Η απάντηση θα έρθει από το ίδιο το κίνημα που θέτει το ζήτημα κατάργησης της Golden Visa ως επιτακτικό αίτημα στα πλαίσια υπεράσπισης της λαϊκής εργατικής κατοικίας και της πρόσβασης σε αυτή.


3. Αστικές πολιτικές αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης

ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ υπηρέτησαν και υπηρετούν τους βασικούς άξονες της πολιτικής που δημιουργούν και οξύνουν το πρόβλημα της στέγης για τα λαϊκά στρώματα και τη νεολαία. Τις πολιτικές της φτώχειας, της ακρίβειας, της υποταγής στις εντολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της προστασίας του τραπεζικού συστήματος και της ενίσχυσης της κερδοφορίας του σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων.

Οι πολιτικές ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ για τους πλειστηριασμούς -παρά τις επιμέρους διαφορές τους- διατηρούν και ενισχύουν όλο το πλαίσιο που βάζει σε κίνδυνο τη λαϊκή περιουσία. Συναινούν στο πλαίσιο λειτουργίας του συστήματος των πλειστηριασμών, μέσω της συνεργασίας τραπεζών – funds - servicers και της θωράκισής του από το λαϊκό παράγοντα με τη διατήρηση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών. Οι ρυθμίσεις που έχει προωθήσει η ΝΔ και οι προεκλογικές προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα αλλά συμβάλλουν στην όξυνσή του, καθώς αποτελούν προσαρμογές στο νέο οικονομικό περιβάλλον και την ήδη θεσμοθετημένη λειτουργία των πλειστηριασμών. Ο βασικός στόχος τους και η αγωνία τους είναι να μείνει σε ελεγχόμενα πλαίσια το πρόβλημα των «κόκκινων δανείων» ώστε να μην κινδυνεύσουν οι τράπεζες εξαιτίας της αδυναμίας αποπληρωμής των δανείων.


Η πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ

Η κυβέρνηση, όπως επιβεβαιώθηκε και από την ομιλία και τη συνέντευξη στη ΔΕΘ 2024 του Μητσοτάκη, διαχειρίζεται με αντεργατικό και αντιλαϊκό τρόπο την ήδη δύσκολη κατάσταση της οικονομίας και της κοινωνίας, παίρνοντας μέρος στην πολεμική προετοιμασία της ΕΕ και πετώντας δισεκατομμύρια ευρώ σε εξοπλισμούς την ίδια ώρα που προχωρά σε περικοπή δαπανών σε υγεία - παιδεία ενώ οι μισθοί είναι καθηλωμένοι στα χαμηλότερα επίπεδα σε όλη την ΕΕ. Αξιοποιεί το κενό αντιπολίτευσης που αφήνουν ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ και υπόσχεται στο κεφάλαιο, με λόγια και πράξεις, πως είναι η ΝΔ το κόμμα που με σταθερότητα θα βγάλει τη χώρα στο “ξέφωτο” του 2027, το κόμμα που μπορεί να εγγυηθεί τα συμφέροντά τους. 

Η πολιτική της στο στεγαστικό πρόβλημα απορρέει από τις κεντρικές επιλογές και εφαρμογές τους. Η όξυνση του προβλήματος την αναγκάζει να εφαρμόζει κάποια μέτρα που στο επίκεντρό τους έχουν, κυρίως, την παροχή κινήτρων προς την ιδιωτική ιδιοκτησία προκειμένου να διαθέσει ακίνητα κατοικίας για μίσθωση. Πιο συγκεκριμένα:


«Ανακαινίζω-Νοικιάζω» (Απρίλιος 2024)

Με το πρόγραμμα αυτό επιδοτείται η επισκευή - ανακαίνιση κατοικιών με σκοπό τη διάθεσή τους για εκμίσθωση, έχει συνολικό προϋπολογισμό 50.000.000 ευρώ και αφορά σχεδόν 12.500 κατοικίες μέχρι 100 τμ. Το ανώτερο ποσό της επιδότησης θα ανέρχεται σε 4.000 ευρώ με ανώτερο προϋπολογισμό εργασιών τα 10.000 ευρώ και δυνατότητα προκαταβολής του 50%. Μετά την ολοκλήρωση της ανακαίνισης το ακίνητο υποχρεωτικά πρέπει να εκμισθωθεί για τρία τουλάχιστον χρόνια σε ιδιώτη. Η κυβέρνηση τον Ιούλιο του 2024 προχώρησε σε κάποιες παρεμβάσεις προκειμένου να ξεκολλήσει το πρόγραμμα από τα χαμηλά προσέλκυσης δικαιούχων. Αύξησε το ποσοστό της επιδότησης στο 60% και το ανώτατο όριο δαπανών σε 15.000 ευρώ. Παρόλα αυτά, το ανώτερο ποσό προϋπολογισμού είναι πολύ μικρό και επόμενα η επιδότηση. Τα σπίτια που δεν διατίθενται από μικρούς και μεσαίους, βασικά, ιδιοκτήτες για ενοικίαση είναι μεγάλης ηλικίας (πριν το 1975) απαιτώντας σημαντικές παρεμβάσεις επισκευής -ανακαίνισης. Η ανεπάρκεια της χρηματοδότησης γίνεται ακόμα πιο φανερή αν παρθεί υπόψη η συνεχής αύξηση των οικοδομικών υλικών.


Τέλος, το πιο σοβαρό στοιχείο για την ανεπάρκεια του προγράμματος όσον αφορά την αντιμετώπιση των υψηλών ενοικίων και της συνεχούς αύξησής τους είναι το ότι δεν καθορίζεται ούτε καν εάν εύρος ενοικίασης έστω με τις σημερινές τιμές πόσο μάλλον χαμηλότερο. Τα ανακαινισμένα σπίτια είναι σίγουρο ότι θα διατεθούν για ενοικίαση με τις υψηλές τιμές της στιγμής διάθεσής τους χωρίς να συνυπολογίζεται το “μαύρο χρήμα” που πιθανόν θα ζητηθεί έναντι της 3ετους μίσθωσης.


Πρόγραμμα «Κάλυψη» (2023-2024)

Η πρόσκληση του προγράμματος απευθύνεται σε όλους τους ιδιοκτήτες των οποίων τα ακίνητα είχαν ήδη ενταχθεί στο «ESTIA II» και στο πρόγραμμα «ESTIA 2021”, συνολικού προϋπολογισμού ύψους 21,5 εκ. Ευρώ. Τα ακίνητα θα διατίθενται για 3 χρόνια σε δικαιούχους ηλικίας 25 έως 39 ετών που λαμβάνουν το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα από τον ΟΠΕΚΑ και δεν έχουν ιδιόκτητη κατοικία. Υλοποιείται σε 44 Δήμους της χώρας μέσω προγραμματικής σύμβασης με τον ΟΠΕΚΑ που είναι ο φορέας διαχείρισης είναι ο ΟΠΕΚΑ. Το πρόγραμμα, θα μπορούσε κάλλιστα να ενταχθεί στο πλαίσιο του “πολέμου ανάμεσα στους φτωχούς” που προωθεί το σύστημα και η κυβέρνηση. Το πρόγραμμα στέγασης ESTIA Ι (από το 2015) & έπειτα ESTIA ΙΙ (από το 2020) ήταν ένα στεγαστικό πρόγραμμα στο πλαίσιο του οποίου είχαν διατεθεί αρχικά 27.000 θέσεις φιλοξενίας (κατοικίες) για αιτούντες/αιτούσες άσυλο, στη συνέχεια 10.000 θέσεις για να κλείσει οριστικά στο τέλος του 2022. Τα εν λόγω προγράμματα παρά τις τραγικές ελλείψεις αποτέλεσαν απέλπιδα λύση για ευάλωτες ομάδες, δίνοντας διέξοδο σε κάποιες οικογένειες προσφύγων για στέγαση εντός των πόλεων και όχι στις απάνθρωπες συνθήκες των camps. Ωστόσο, η πλήρης απουσία κοινωνικής πρόνοιας και οι συνεχείς περικοπές των ωφελούμενων οδήγησαν χιλιάδες νοικοκυριά προσφύγων από το κέντρο της πρωτεύουσας σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην περιφέρεια.[8]


Πρόγραμμα “Σπίτι μου” και “Σπίτι μου 2”:

 Το πρόγραμμα δανείων «Σπίτι μου» ξεκίνησε τον Μάρτιο 2023. Μέχρι τον Μάιο του 2024 είχαν υπαχθεί στο πρόγραμμα με υπογραφή σύμβασης 6.254 δικαιούχοι (νέοι και νέα ζευγάρια ηλικίας μέχρι 39 ετών και εισόδημα από 10.000 έως 24.000 ευρώ και 27.000 για μονογονεϊκές οικογένειες) ενώ εκκρεμούν 2.895 εγκεκριμένες αιτήσεις. Με το Πρόγραμμα «Σπίτι μου» δόθηκαν χαμηλότοκα ή άτοκα στεγαστικά δάνεια προς νέους και νέα ζευγάρια για την απόκτηση πρώτης κατοικίας μέσω Πιστωτικών Ιδρυμάτων που συμμετείχαν σε αυτό. Ο προϋπολογισμός του προγράμματος ήταν αρχικά 500 εκατ. ευρώ και αυξήθηκε σε 1 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 750 εκατ. ευρώ (75%) προέρχονται από πόρους της ΔΥΠΑ (αποθεματικά του πρώην ΟΕΚ) και τα υπόλοιπα από τις συμμετέχουσες τράπεζες. Το ακίνητο που θα έβρισκαν οι δικαιούχοι θα έπρεπε να κοστίζει μέχρι 200.000 ευρώ, να έχει επιφάνεια έως 150 τ.μ. και παλαιότητα 15 έτη, τουλάχιστον. Με βάση τα στοιχεία μέχρι τον Μάιο του 2024, ο μέσος όρος επιφάνειας της κατοικίας είναι 91 τμ και ο μέσος όρος κατασκευής το 1984 ενώ το μέσο ποσό των αιτήσεων δανεισμού διαμορφωνόταν πολύ κοντά στο ανώτατο όριο της δράσης, στη ζώνη των 125.000 ευρώ σύμφωνα με την Γενική Διευθύντρια Λιανικής Τραπεζικής της Εθνικής Τράπεζας.

Λίγες μέρες πριν τις Ευρωεκλογές 2024, ο Μητσοτάκης ανακοίνωσε την πρόθεση της κυβέρνησης να υλοποιήσει νέο πρόγραμμα «Σπίτι Μου» αφού πρώτα διαπραγματευθεί με την Κομισιόν. Στη ΔΕΘ 2024 εξήγγειλε ότι “Ξεκινά το Πρόγραμμα «Σπίτι Μου» ΙΙ, ύψους 2 δισ. με πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης, για να αποκτήσουν πρώτη κατοικία πάνω από 15.000 νέοι ή νέα ζευγάρια ηλικίας έως και 50 ετών, με επιτόκιο μισό από το εμπορικό”. Το πρόγραμμα ξεκίνησε στις αρχές 2025. Σε αυτό το πρόγραμμα, οι δικαιούχοι θα λαμβάνουν κατά 50% άτοκο δάνειο με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης έναντι 75% του πρώτου προγράμματος και κατά 50% έντοκο δάνειο από τράπεζα αντί για 25%, ενώ το επιτόκιο θα είναι μεσοσταθμικά, σύμφωνα και με τις εκτιμήσεις των αρμοδίων, κάτω του 2%. Το νέο πρόγραμμα θα χρηματοδοτήσει την αγορά κατοικιών μέγιστης αξίας συμβολαίου 250.000 ευρώ, με το ανώτατο ποσό του δανείου να διαμορφώνεται σε 190.000 ευρώ, από τις 150.000 ευρώ που ήταν στον πρώτο κύκλο του προγράμματος, ενώ θα χρηματοδοτείται έως το 90% του συμβολαίου. Η διάρκεια του κάθε δανείου θα φθάνει έως και τα 30 έτη, για την αγορά πρώτης κατοικίας με έτος κατασκευής έως το 2007 και όχι μεταγενέστερες, και εμβαδού έως 150 τ.μ. Συνεπώς για μια κατοικία 200.000 ευρώ, ο δανειολήπτης θα δανειστεί 180.000 ευρώ (καλύπτεται το 90% της αξίας) με τον εξής επιμερισμό: Οι 90.000 ευρώ θα προέρχονται από κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και οι 90.000 ευρώ θα αποτελούν τραπεζικό δανεισμό, ενώ ο δικαιούχος θα πρέπει να καταβάλλει ο ίδιος, επιπλέον 20.000 ευρώ (Michanikos Online, 25/9/2024).


Η κριτική στο πρόγραμμα “Σπίτι μου” καθώς και οι προβληματισμοί για το πρόγραμμα “Σπίτι μου 2” επιβεβαιώνονται ακόμα και από εκπροσώπους της κτηματαγοράς, καθώς με βάση τα στοιχεία του δικτύου e-real estates, τον Σεπτέμβριο του 2022 όταν εξαγγέλθηκε από τον πρωθυπουργό στη ΔΕΘ το πρόγραμμα «Σπίτι Μου», η διαθεσιμότητα ακινήτων που πληρούσαν τις προδιαγραφές του προγράμματος, καταγραφόταν κυρίως στις περιοχές του κέντρου της Αθήνας, των Δυτικών προαστίων και του Πειραιά. Η έρευνα προέβλεπε πως όταν «ανοίξει» το πρόγραμμα και σε συνάρτηση με τη συμμετοχή, η ζήτηση θα επικεντρωθεί στις περιοχές που διαθέτουν τέτοιου είδους ακίνητα, με σοβαρό κίνδυνο να καταγραφούν αυξήσεις των ζητούμενων τιμών πώλησης. Σχεδόν ένα χρόνο μετά, τον Ιούλιο του 2023 (3 μήνες από την έναρξη του προγράμματος), οι επιφυλάξεις επιβεβαιώθηκαν με το παραπάνω. Η διαθεσιμότητα «οικονομικών» ακινήτων κατέγραψε ραγδαία μείωση. Στο πρόγραμμα “Σπίτι μου ΙΙ”, λίγους μήνες μετά την εναρξη του, οι αιτήσεις προσεγγίζουν τις 110.000, με τις τράπεζες να έχουν εγκρίνει τα πρώτα στεγαστικά δάνεια με ευνοϊκούς όρους. Σύμφωνα με πληροφορίες από την αγορά, οι ελλείψεις ακινήτων είναι εμφανείς κυρίως σε μεγάλες πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, το Ναύπλιο, τα Χανιά και το Ηράκλειο. Μόλις το 10%-20% των διαθέσιμων ακινήτων πληρούν τα κριτήρια του προγράμματος. Από τις πρώτες 10.000 αιτήσεις που υποβλήθηκαν, μόλις 1.000 ενδιαφερόμενοι κατάφεραν να βρουν το ακίνητο που επιθυμούν. Παρά το αυξημένο ενδιαφέρον, η προσφορά κατοικιών με τιμή έως 200.000 ευρώ παραμένει περιορισμένη, ακόμη και στην Αττική, δημιουργώντας σημαντικά εμπόδια στους υποψήφιους δανειολήπτες.


Πρόγραμμα «Κοινωνικής Στέγασης για τις πλέον ευάλωτες ομάδες στον Δήμο Αθηναίων», προϋπολογισμού 1.032.114,00€, θα χρηματοδοτηθεί με πόρους του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας από το Ταμείο Ανάκαμψης, με εταίρο τον Δήμο Αθηναίων. Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου προγράμματος θα ανακαινιστούν 70 διαμερίσματα και θα διατεθούν, με σκοπό την αντιμετώπιση του στεγαστικού αποκλεισμού των ευάλωτων ομάδων που απειλούνται ή βρίσκονται σε καθεστώς αστεγίας.


Επίδομα στέγασης:

Το επίδομα αυτό είναι μηναίο και οι δικαιούχοι λαμβάνουν από 70 έως και 210 ευρώ. Για την ένταξη στο πρόγραμμα, το συνολικό ετήσιο εισόδημα του νοικοκυριού δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 7.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, προσαυξανόμενο κατά 3.500 ευρώ για κάθε μέλος του νοικοκυριού. Το συνολικό εισόδημα δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 21.000 ευρώ ετησίως, ανεξαρτήτως της σύνθεσης του νοικοκυριού.


Προγράμματα/ επενδύσεις «Κοινωνικής αντιπαροχής»

Παράλληλα προωθούνται προγράμματα δήθεν «Κοινωνικής αντιπαροχής» μέσα από διαγωνισμούς με τη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε δημοσίευμα της “Καθημερινής” στις 20/7/2024 (Νίκος Ρουσάνογλου) σε οικοπεδικές εκτάσεις ιδιοκτησίας του Δημοσίου, επιφανείας άνω των 200 στρεμμάτων στην Αττική και άλλων 400 στρεμμάτων σε διάφορες περιοχές της χώρας, θα προωθηθούν την επόμενη διετία διαγωνισμοί για την ανάπτυξη κοινωνικών κατοικιών, με τη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων. Στόχος είναι η παροχή προσιτών κατοικιών σε δικαιούχους χαμηλών εισοδημάτων, είτε μέσω ενοικίασης είτε μέσω αγοράς με χαμηλότοκα δάνεια … η λίστα (1600 ακίνητα) τελεί υπό επεξεργασία και ανάλυση, ώστε να αξιολογηθεί σε πρώτη φάση η καταλληλότητα των ακινήτων και το κατά πόσο μπορούν να δημιουργήσουν εμπορικό ενδιαφέρον, με βάση την τοποθεσία και την εμπορικότητά τους. Ήδη, περίπου 100 οικόπεδα εντός σχεδίου και συνολικής επιφανείας 627 στρεμμάτων αναμένεται να αποτελέσουν την πρώτη μαγιά... Σε αυτά περιλαμβάνονται οικόπεδα σε Μαρούσι, Κηφισιά και Παιανία. Επίσης, σε Λάρισα, Βόλο, Πάτρα, Χαλκιδική, Σέρρες, Αγρίνιο και Ξάνθη.


Στόχος των έργων αυτών θα είναι η ανάπτυξη 2.500 κατοικιών για 5.000 ωφελούμενους νέους έως 39 ετών με ετήσιο εισόδημα από 10.000 ευρώ έως 16.000 ευρώ για άγαμο και έως 24.000 ευρώ για έγγαμο. Αυτό θα γίνει με ιδιωτικά κεφάλαια, μέσω συμβάσεων παραχώρησης εκμετάλλευσης. Δηλαδή, ο ιδιώτης θα αναλαμβάνει να κατασκευάσει τα νέα οικιστικά συγκροτήματα και θα αποδίδει ένα ποσοστό αυτών στο Δημόσιο, ώστε να γίνεται η διάθεσή τους σε δικαιούχους είτε για ενοικίαση είτε για αγορά… Οι ιδιώτες θα κρατούν ένα ποσοστό που θα κυμαίνεται από 40% έως 70%, ανάλογα με την περίπτωση και τον διαγωνισμό, τα οποία θα εκμεταλλεύονται για συγκεκριμένη περίοδο (άνω των 25 ετών), ώστε να έχουν και τη σχετική απόδοση επί της επένδυσής τους.” Η έκδοση της σχετικής ΚΥΑ που θα εξειδικεύει τους όρους του προγράμματος κοινωνικής αντιπαροχής καθυστερεί σχεδόν 2 χρόνια. Παράλληλα, παρά την απουσία ΚΥΑ, ο Μητσοτάκης στη συνέντευξη στη ΔΕΘ ανακοίνωσε το “Project ΧΡΩ ΠΕΙ”. Όπως είπε «ήταν να γίνει στη ΧΡΩΠΕΙ ένα τεχνολογικό πάρκο. Διαπιστώσαμε ότι από την αγορά δεν υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για να γίνει κάτι τέτοιο. Θα μετατρέψουμε λοιπόν το project της ΧΡΩΠΕΙ σε ένα μεγάλο project κοινωνικής κατοικίας… θα πρόκειται για ένα σχέδιο «απλής αντιπαροχής» “.


4. Διεθνή κινήματα για τη στέγαση και η εμπειρία των μέχρι τώρα δράσεων στην Ελλάδα 


Για το ζήτημα της Κατοικίας με αιχμή κυρίως τα ενοίκια, σε πολλές δυτικές ευρωπαϊκές χώρες έχει αναπτυχθεί αξιόλογο κίνημα σε μαζικότητα και διάρκεια. Στις περισσότερες Ευρωπαϊκές πόλεις παρατηρούνται τις τελευταίες δεκαετίες τα ίδια φαινόμενα: απελευθέρωση τραπεζικού τομέα και έκρηξη ιδιωτικού δανεισμού, ιδιωτικοποιήσεις δημόσιας περιουσίας, σχηματισμός επενδυτικών συμπράξεων στο χρηματοπιστωτικό τομέα και στο real estate κλπ.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα πόλεων όπου αναπτύχθηκαν μαζικά κινήματα σε σχέση με τη στέγαση τα τελευταία χρόνια είναι η Βαρκελώνη και το Βερολίνο.


Πιο συγκεκριμένα, στη Βαρκελώνη είχε συγκροτηθεί ήδη από το 2003 η Πλατφόρμα για την Αξιοπρεπή Κατοικία, στην οποία συμμετέχουν συλλογικότητες πολιτών και γειτονιών και η οποία κάλεσε σε ιδιαίτερα μαζική συγκέντρωση γύρω από το ζήτημα για πρώτη φορά το 2005. Ένα χρόνο αργότερα το ζήτημα της στέγης έρχεται με πιο μαζικούς όρους στο προσκήνιο μέσα από κάλεσμα που έγινε ανώνυμα στο διαδίκτυο και δημοσιοποιήθηκε μέσω sms που συσπείρωσαν κυρίως τη νεολαία, η οποία λόγω της επισφάλειας είχε εγκλωβιστεί στην οικογενειακή εστία.

Το 2009 συγκροτείται στη Βαρκελώνη το PAH (Plataforma de Afectados por la Hipoteca, Πλατφόρμα Επηρεαζόμενων από Υποθήκες). Ενώ το 2011, το ζήτημα της κατοικίας τίθεται με πιο μαζικούς όρους μέσα από τις συνελεύσεις του “κινήματος των αγανακτισμένων”. Η βασική καμπάνια του, Stop Evictions (Σταματήστε τις Εξώσεις), αποτέλεσε μια οργανωμένη προσπάθεια υπεράσπισης της πρώτης κατοικίας από κατασχέσεις λόγω χρέους. Στο διάστημα 2010-13 το PAH θα σταματήσει πάνω από 1000 κατασχέσεις σε όλο το ισπανικό κράτος. Εν συνεχεία έγινε προσπάθεια για τη δημιουργία νομοθετικής πρότασης που ουσιαστικά περιλάμβανε μίνιμουμ αιτήματα για την προστασία της κατοικίας και μετά από μαζική καμπάνια που ονομάστηκε Iniciativa Legislativa Popular (Λαϊκή Νομοθετική Πρωτοβουλία) μαζεύτηκαν οι 1.500.000 υπογραφές που ήταν απαραίτητες για κατατεθεί στη βουλή. Παρόλα αυτά η προσπάθεια δεν τελεσφόρησε και στη συνέχεια το PAH έβγαλε μια ανακοίνωση όπου διαπιστώθηκε η εξάντληση κάθε νομικής και νομοθετικής δυνατότητας για την υπεράσπιση βασικών ελευθεριών, καθώς και η ανυπαρξία βούλησης από την πλευρά του κράτους και της κυβέρνησης να υπερασπιστούν θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτό της στέγασης. [9]


Στη βάση αυτής της διαπίστωσης, το PAH ανακοινώνει μια νέα καμπάνια με το όνομα Obra Social (Κοινωνικό Έργο) που σηματοδοτεί μια στροφή όσον αφορά τις πρακτικές του και τις πολιτικές απολήξεις και αφετηρίες που αυτές συμπυκνώνουν[8]. Έτσι το PAH αρχίζει πλέον να ανακαταλαμβάνει κτίρια και διαμερίσματα που βρέθηκαν στα χέρια τραπεζών ύστερα από κατασχέσεις. Πάνω από 20 κτίρια έχουν καταληφθεί μέχρι σήμερα με πρωτοβουλία του PAH, δίνοντας στέγη σε πάνω από 1000 άτομα. Με αυτόν τον τρόπο, μέσω της καμπάνιας Obra Social τα κτίρια και τα διαμερίσματα που έχουν κατασχέσει οι τράπεζες κοινωνικοποιούνται, προωθώντας μια έμπρακτη αμφισβήτηση της χρηματιστικοποίησης της κατοικίας και της δυνατότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να μονοπωλούν την πρόσβαση στη στέγη (πράγμα που συμβαίνει στην Ισπανία σε μεγάλο βαθμό).


Το τοπίο της κατοικίας στο Βερολίνο μεταβλήθηκε σημαντικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Τα χρόνια που προηγήθηκαν της ενοποίησης της πόλης, η πρόσβαση στην κατοικία υποστηριζόταν σε σημαντικό βαθμό από το κράτος, τόσο στο Ανατολικό όσο και στο Δυτικό Βερολίνο, μέσα από τη λειτουργία κρατικών εταιριών κατοικίας και κρατικές επιδοτήσεις. Η τάση αυτή ήταν ισχυρή και μετά την ενοποίηση, καθώς το 1991 ήταν ενεργές 19 κρατικές εταιρίες κατοικίας οι οποίες διαχειρίζονταν 480.000 οικιστικές μονάδες, αριθμός που αντιστοιχούσε στο 28% του οικιστικού αποθέματος της πόλης. Ωστόσο, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η τοπική κυβέρνηση προώθησε την ιδιωτικοποίηση του 15% των οικιστικών μονάδων που διαχειρίζονταν αυτές οι εταιρείες. Από το 1991 έως το 2016, το Βερολίνο ιδιωτικοποίησε περισσότερες από 200.000 οικιστικές μονάδες, 105.000 εκ των οποίων ήταν μέρος του χαρτοφυλακίου δύο κρατικών εταιριών που ιδιωτικοποιήθηκαν εξ’ ολοκλήρου. Ταυτόχρονα, δημιουργήθηκαν ευνοϊκές προϋποθέσεις για Γερμανικά και διεθνή funds στα οποία παρουσιάστηκε η ευκαιρία να επενδύσουν σε μία αναπτυσσόμενη αγορά με μεγάλα περιθώρια κερδοσκοπίας (καθώς οι τιμές των ενοικίων, λόγω των εναλλακτικών εκτός της «παραδοσιακής» αγοράς παρέμεναν χαμηλές) ενώ, αφετέρου, υπήρξε ο έμμεσος αποκλεισμός μικρών ιδιωτών και σχημάτων συνεταιριστικής κατοικίας.[10]


To 2015 ξεκίνησε μία πρωτοβουλία για τη διενέργεια δημοψηφίσματος για την μεταρρύθμιση του νόμου σχετικά με τη κοινωνική κατοικία, η οποία δεν τελεσφόρησε διότι το προσχέδιο νόμου της κρίθηκε αντισυνταγματικό. Παρόλα αυτά, τμήματά του υιοθετήθηκαν από την κυβέρνηση. Σημαντικές νίκες, όπως η ματαίωση των σχεδίων της Google για ένα ‘Google Campus’ στο Kreuzberg το 2018, δυνάμωσαν της αυτοπεποίθηση του κινήματος. Στη συνέχεια δημιουργήθηκε η καμπάνια Deutsche Wohnen & Co enteignen (απαλλοτριώστε την Deutsche Wohnen κ.ά.) τον Απρίλιο του 2018, με βασικό αίτημα την απαλλοτριώση και κοινωνικοποίηση των διαμερισμάτων που ανήκουν σε ιδιωτικές κερδοσκοπικές εταιρείες με συνολικά πάνω από 3.000 διαμερίσματα και η διαχείριση τους από ένα ίδρυμα δημοσίου δικαίου που θα ελέγχεται δημοκρατικά από όλους τους πολίτες. Σημείο καμπής αποτέλεσε η απόφαση του συνταγματικού δικαστηρίου που έκρινε παράνομο το Mietendeckel, το ανώτατο όριο ενοικίου, το οποίο είχε εφαρμοστεί ένα χρόνο πριν σαν λύση έκτακτης ανάγκης. Η απόφαση αυτή ερμηνεύτηκε ως ένδειξη ότι οι μετριοπαθείς απόπειρες ρύθμισης της αγοράς δεν αποδίδουν και έδωσε μεγάλη ώθηση στην καμπάνια. Έτσι, αντί για τις απαιτούμενες 177.000 υπογραφές συγκεντρώθηκαν 350.000. Στις 26/9/2021, παράλληλα με τις εθνικές και τοπικές εκλογές, οι κάτοικοι του Βερολίνου συμμετείχαν σε δημοψήφισμα με αίτημα την απαλλοτρίωση και κοινωνικοποίηση 240.000 διαμερισμάτων, τα οποία ανήκουν σε μεγάλες ιδιωτικές εταιρίες, η κάθε μία από τις οποίες έχει στην ιδιοκτησία της περισσότερες από 3.000 κατοικίες. Το δημοψήφισμα αυτό η πρόταση υπέρ της απαλλοτρίωσης συγκέντρωσε το 59,1% των έγκυρων ψήφων[11].


Αντίστοιχες κινήσεις γίνονται το τελευταίο διάστημα και στην Πορτογαλία, όπου η πλατφόρμα «Σπίτι για να Ζήσουμε» έχει διοργανώσει κινητοποιήσεις ενάντια στην επαναφορά της καταργημένης Golden Visa, σε ρυθμίσεις σε σχέση με το Airbnb και άλλες μορφές βραχυχρόνιας μίσθωσης. Και σε αυτήν την περίπτωση τα αιτήματα αφορούν στη μείωση των ενοικίων ώστε να είναι συμβατά με τους μισθούς, στο τέλος των εξώσεων, τον έλεγχο των αδειών κατοικιών και της κερδοσκοπίας κατά των τουριστών, την κατάργηση των φορολογικών προνομίων στους μη κάτοικους, την αντιμετώπιση των ψηφιακών νομάδων στέγης κλπ


Στην περίπτωση της Ελλάδας, δεν αναπτύχθηκε κίνημα με τους όρους που έχει αναδειχθεί σε άλλες δυτικές ευρωπαϊκές χώρες. Οι λόγοι εντοπίζονται στο διαφορετικό πλαίσιο που ίσχυσε μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο για την πρόσβαση του εργαζόμενου πληθυσμού σε κατοικία, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω (ιδιοκατοίκηση, απουσία προγραμμάτων κοινωνικής στέγης, κλπ).

Η εδραιωμένη αντίληψη στην ελληνική κοινωνία ότι η πρόσβαση στη στέγη είναι ατομικό ζήτημα, το οποίο επιλύεται στο πλαίσιο της οικογένειας, και όχι δικαίωμα σίγουρα συντέλεσε στην απουσία διεκδικήσεων και πιέσεων για την ανάπτυξη μιας καθολικής πολιτικής κοινωνικής κατοικίας. Οι αντιδράσεις των «λαϊκών στρωμάτων» ωθούνται από αντιφατικές τάσεις στα ζητήματα της κατοικίας και από την πρόθεση να υποστηρίξουν τα «βραχυπρόθεσμα» συμφέροντά τους, ως συμμέτοχων στη σφαίρα της παραγωγής κατοικίας ή ως μικροϊδιοκτητών[12].


Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες, είχαμε την εμπειρία από τις κινητοποιήσεις ενάντια στους πλειστηριασμούς. Πιο συγκεκριμένα, την πρώτη περίοδο των πλειστηριασμών και μέχρι να εφαρμοστούν οι ηλεκτρονικοί από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ είχε αναπτυχθεί σημαντικό κίνημα ενάντια στους πλειστηριασμούς λαϊκής κατοικίας και περιουσίας με μαζικά και μαχητικά χαρακτηριστικά και με πρωτοβουλίες και ιδιαίτερο βάρος συμμέτοχης της οργάνωσης. [13]


Από το 2023 μέχρι και σήμερα καταγράφεται επανεμφάνιση του κινήματος ενάντια στους πλειστηριασμούς και τις εξώσεις λόγω της απεύθυνσης εργαζομένων σε σωματεία και συλλογικότητες. Οι κινητοποιήσεις είχαν σχεδόν όλες θετική έκβαση αν και κάποια νοικοκυριά ξεσπιτώθηκαν κατά τη δεύτερη απροειδοποίητη και βίαιη επέμβαση μέχρι και δυνάμεων της ΟΠΚΕ. Οι δυνάμεις που παίρνουν πρωτοβουλία κυρίως και συμμετέχουν είναι το ΚΚΕ μέσω του ΠΑΜΕ, το οποίο διαφοροποίησε την τακτική του, της αποχής από τις κινητοποιήσεις ενάντια στους πλειστηριασμούς στα εφετεία και σε κεντρικές διαδηλώσεις που οργανωθήκαν. Η απόφαση, επίσης, να ασχοληθούν άμεσα με το ζήτημα τα σωματεία του ΠΑΜΕ και όχι οι λαϊκές επιτροπές στις γειτονίες που προσπάθησε να οργανώσει αλλά χωρίς αποτέλεσμα, συνέβαλαν σημαντικά στη μαζικοποίηση των δράσεων και στο να έχει αυτή τη στιγμή την οποία πρωτοβουλία. Στις κινητοποιήσεις συμμετέχουν δυνάμεις της Αναμέτρησης καθώς και της ΛΑΕ μέσω της Ενωτικής Πρωτοβουλίας κατά των πλειστηριασμών.

Το ΝΑΡ και η νΚΑ τα προηγούμενα χρόνια, η Κομμουνιστική Απελευθέρωση σήμερα, έδειξαν και δείχνουν αντανακλαστικά και συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις. Η υποχώρηση της δουλειάς στις γειτονίες μέσω των συλλογικοτήτων που παρεμβαίνουμε για το ζήτημα αυτό, έχει σαν αποτέλεσμα να μην τους απευθύνονται νοικοκυριά που πλήττονται και επόμενα να μην έχουν την πρωτοβουλία κινήσεων.

Σήμερα, το ζήτημα της πρόσβασης σε προσιτή οικονομικά και ασφαλή κατοικία με αιχμή τις εξωφρενικές τιμές ενοικίων έχει αναδειχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα διαβίωσης των εργαζομένων νοικοκυριών.


Εγείρεται ως εκ τούτου επιτακτική ανάγκη για να υπάρξει πραγματικό μαζικό και μακρόπνοο κίνημα για το δικαίωμα στην Κατοικία που να βάζει με συνολικό τρόπο τις πολλαπλές διαστάσεις της στεγαστικής κρίσης. Πιο συγκεκριμένα να:

α) προβάλλει το δικαίωμα σε ποιοτική στέγη σαν καθολικό και όχι προσωπικό η/και ομάδων με δημόσια κοινωνική σχεδίαση και υλοποίηση,

β) απευθύνεται, κυρίως, στη νέα γενιά που πλήττεται ιδιαίτερα, λόγω της εργασιακής επισφάλειας καθώς και του μεγάλου περιορισμού της δυνατότητας ιδιοκατοίκησης.


Η απουσία οργανωμένης παρέμβασης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και του ευρύτερου χώρου της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς από το μέτωπο της κατοικίας, όχι σε ότι αφορά στο μέτωπο των κατασχέσεων – πλειστηριασμών αλλά σε ότι αφορά στο μέτωπο των ενοικίων και εν γένει της πρόσβασης των νέων (και όχι μόνο) στην κατοικία, έδωσε στην πρώτη φάση τη δυνατότητα σε συλλογικότητες όπως η Συνέλευση «Μαχαλάς Μεταξουργείου» και οι «Γειτονιές για το Δικαίωμα στη Στέγη» να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο και να διοργανώσουν τις μοναδικές σχετικά μαζικές κινητοποιήσεις για το θέμα. Οι προσπάθειες που έγιναν πριν τις βουλευτικές εκλογές, οι οποίες κατά τα άλλα κατάφεραν να έχουν έναν πραγματικά από τα κάτω χαρακτήρα, με το σύνθημα “το Σπίτι μου Μέσα” σαν εξέλιξη μιας ακτιβίστικης δράσης για την τουριστικοποίηση του Μεταξουργείου και κορυφώθηκαν σε μια συγκέντρωση 250 ατόμων περίπου στο Θησείο. Σήμερα οι πρωτοβουλίες αυτές προσπαθούν να ανασυγκροτηθούν με διακριτό ρόλο από τον Συντονισμό Σωματείων και Συλλογικοτήτων για τη Στέγαση.


Με πιο συγκροτημένο τρόπο εμφανίζονται προσπάθειες δημιουργίας Σωματείων Ενοικιαστών. Στη Θεσσαλονίκη έχει συγκροτηθεί η Ένωση Ενοικιαστών/στριων. Σύμφωνα με παρουσίαση στο fb “Στην Ένωση οργανωνόμαστε, στηρίζουμε ο ένας την άλλη, και διεκδικούμε συλλογικά: - Αξιοπρεπή και ασφαλή κατοικία για όλους και όλες,- Έλεγχο των ενοικίων και προστασία από αυθαιρεσίες ,- Δικαίωμα στη στέγη, όχι στη βία της αγοράς. Στην Αθήνα δημοσιεύτηκε η “ Ιδρυτική Διακήρυξη του Σωματείου Βάσης Ενοικιαστών Αθήνας” όπου την πρωτοβουλία έχουν ομάδες της αναρχίας και της αυτονομίας με στόχους ενάντια στην κερδοσκοπία, για την ελεύθερη πρόσβαση στη στέγαση, την Στέγαση ως κοινό αγαθό, όχι Εμπόρευμα, την αυτοοργάνωση, μαχητικότητα και αλληλεγγύη ενώ ως αρχές συγκρότησης έχουν την αντιιεραρχικότητα, την αυτονομία και την μαχητικότητα. Δεν είναι αρνητικοί, στα λόγια προς το παρόν, για συνεργασία με τον Συντονισμό Σωματείων και Συλλογικοτήτων για την Στέγαση που συγκροτήθηκε πρόσφατα με απόφαση του ΣΑΔΑΣ Τμήμα Αττικής.


Στις 22/11/2024, με απόφαση του ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων – ΣΑΔΑΣ Τμ. Αττικής πήρε την πρωτοβουλία να καλέσει σε ανοιχτή σύσκεψη για το ζήτημα της Κατοικίας εργατικά σωματεία, μαζικούς φορείς και κινήσεις πολιτών στο οποίο ανταποκρίθηκαν μια σειρά σωματεία και συλλογικότητες. Πρόκειται για πρωτοβουλία την οποία στηρίζει η Κομμουνιστική Απελευθέρωση και η οποία υιοθετεί προωθημένα αιτήματα για ένα πιο συνολικό διεκδικητικό πλαίσιο για τη στέγαση. Περίπου 10 συλλογικότητες και σωματεία συμμετέχουν με απόφαση (εργατικές λέσχες, σύλλογοι εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας) ενώ άλλες τόσες παρακολουθούν. Το εγχείρημα βρίσκεται στα πρώτα του βήματα με προσπάθεια να προχωρήσει και σε κινηματικές δράσεις όχι μόνο επετειακού χαρακτήρα, όπως οι Παγκόσμιες Μέρες Κατοικίας, αλλά στοχεύοντας κρατικούς οργανισμούς που εμπλέκονται όπως ο ΕΦΚΑ.

 

5. Οι θέσεις των άλλων πολιτικών δυνάμεων

Η στεγαστική κρίση όπως εκδηλώνεται σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης κυρίως με τη ραγδαία αύξηση των ενοικίων να έχει σοβαρές επιπτώσεις σε όλο και μεγαλύτερο αριθμό νοικοκυριών, αναγκάζει τo Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ( η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει άμεση αρμοδιότητα σύμφωνα με τους κανόνες που την διέπουν όπως γράφεται), τις κυβερνήσεις μέχρι και όλα τα αστικά κόμματα να παίρνουν θέση στο πρόβλημα.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε ψήφισμα από το 2021, σημειώνοντας ότι “Η κατάσταση έχει επιδεινωθεί ιδιαίτερα για τους ιδιοκτήτες χαμηλού εισοδήματος και τους ιδιώτες ενοικιαστές, αλλά και τα άτομα μεσαίου εισοδήματος που επιβαρύνονται με το κόστος στέγασης και συντήρησης “καλεί“ τα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν την κατάλληλη στέγαση ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα που μπορεί να επιβληθεί δια νόμου “. Μέχρι εκεί και τίποτα άλλο από γενικές παροτρύνσεις, αλήθεια, σε ποιες κυβερνήσεις;


Οι επιπτώσεις που θα έχει η στεγαστική κρίση σε πολιτικό επίπεδο είναι κάτι που φαίνεται να ανησυχεί ιδιαίτερα τα κύρια αστικά κόμματα που βρίσκονται στην διακυβέρνηση των κρατών. Αναλυτές σημειώνουν ότι “τα ακροδεξιά και λαϊκίστικα κόμματα αρχίζουν να εργαλειοποιούν την αυξανόμενη οργή των πολιτών, η οποία εντείνεται λόγω των αυξανόμενων ενοικίων και των πολύ υψηλών τιμών πώλησης των ακινήτων “. Πολιτικοί όπως ο Τραμπ και ο Γκέερτ Βίλντερς στην Ολλανδία, το προχωρούν περισσότερο, υποσχόμενοι ότι θα λύσουν το στεγαστικό πρόβλημα υψώνοντας φράχτες στους μετανάστες και συνδέοντας την έλλειψη στέγης με την «πολιτική των ανοιχτών συνόρων» που δήθεν εφαρμόζεται τώρα στις ΗΠΑ και την ΕΕ.


Η όξυνση της στεγαστικής κρίσης εν μέσω της έμπρακτης στροφής στην πολεμική οικονομία από την ΕΕ, αναγκάζει την τελευταία, προκειμένου να προσφέρει και λίγο “βούτυρο”, να ανακοινώνει προτάσεις της για την αναθεώρηση των πολιτικών κοινωνικής συνοχής – στις οποίες περιλαμβάνονται και τα προγράμματα ΕΣΠΑ. Στο επίκεντρο των προτάσεων της Κομισιόν, είναι η δυνατότητα άντλησης ιδιωτικής και δημόσιας χρηματοδότησης μέσω ενός νέου χρηματοδοτικού μέσου, με κομβική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ). Ο νέος θεσμός θα συνδυάζει τα κονδύλια κοινωνικής συνοχής της ΕΕ με πόρους (βλέπε δάνεια) από την ΕΤΕπ, διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και από ιδιωτικές τράπεζες. Η Κομισιόν εξετάζει μοντέλα χρηματοδότησης που θα επιδοτούν απευθείας οργανισμούς και ιδιώτες επενδυτές (μοντέλο ΣΔΙΤ), για την κατασκευή «οικονομικά προσιτών κατοικιών για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα». Τι θα σημαίνει “οικονομικά προσιτών” όταν αυτό θα το καθορίζει ο ιδιώτης - επενδυτής που προσδοκά σημαντικά κέρδη, είναι αυτονόητο. Στην Ελλάδα, οι θέσεις της ΝΔ αποτυπώνονται στην κυβερνητική πολιτική που εφαρμόζει και παρουσιάστηκαν στα πιο πάνω.


Στον ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ και στο ΠΑΣΟΚ δεν γίνεται ιδιαιτέρως αναλυτική αναφορά. Οι θέσεις τους, όσο κι αν προσπάθησαν να αρθρώσουν λόγο, κυρίως, πριν τις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2023 ως εν δυνάμει κυβερνητικές δυνάμεις, δεν μπορούν να διαφοροποιηθούν από τις βαθιά αντιλαϊκές πολιτικές που εφάρμοσαν κατά την περίοδο των μνημονιακών διακυβερνήσεων τους. Πρόκειται για διαχειριστικές εξαγγελίες κάποιας ελάφρυνσης των ευάλωτων οφειλετών που, βέβαια, δεν αναγνωρίζουν τον εξαναγκασμό στη δημιουργία χρεών από τα λαϊκά νοικοκυριά κατ’ επιταγή ΕΕ – ΕΚΤ – ΔΝΤ ούτε την ανάγκη διαγραφής τους. Επίσης, σε κανένα σημείο δεν γίνεται λόγος για το ποια πολιτική θα ακολουθήσουν για να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα, δηλαδή και μέτρα υπέρ του λαού και ταυτόχρονη τήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας, της μείωσης των δημοσίων δαπανών για 4 χρόνια μέχρι τον προϋπολογισμό του 2027 όπως επιτάσσει η ΕΕ και του “ιερού και οσίου” της προστασίας του τραπεζικού συστήματος.

Το ΠΑΣΟΚ πρόσφατα παρουσίασε σε εκδήλωση 6 προτάσεις στο πλαίσιο ενός προγράμματος με τον τίτλο «GenRent» που αναφέρονται: - Θέσπιση Διεύθυνσης Κατοικίας η οποία θα θεσπίζει ζώνες πίεσης στις περιοχές με μεγάλη στεγαστική επιβάρυνση. Στις ζώνες πίεσης μπορεί να εισηγείται (ακόμη ένας μηχανισμός εισηγήσεων) σε κάθε αρμόδια αρχή μέτρα όπως ο περιορισμός των Airbnb, η κατάργηση της golden visa, το ταβάνι στο ποσοστό αύξησης ενοικίων ή η ανώτατη τιμή μισθώματος σε ακίνητα τα οποία δεν πληρούν βασικές προδιαγραφές ποιότητας στέγης π.χ. ενεργειακή κλάση (ταβάνι μόνο για ακίνητα που θα εγκλωβίζουν τους κάτοικους στην ενεργειακή φτώχεια), -Ίδρυση Δημόσιας Εταιρίας Διαχείρισης ακινήτων στην οποία δημόσιο και ΟΤΑ θα μπορούν να παραχωρούν την χρήση των ακινήτων τους, να τα ανακαινίζει και να τα διαθέτει προς ενοικίαση σε χαμηλά μισθώματα (θα μπορούν και όχι υποχρεωτικά θα περάσουν τα χιλιάδες ακίνητα του δημοσίου όπως του ΕΦΚΑ), - Κατάργηση της golden visa σε μικρά νησιά, αστικά κέντρα και Θράκη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ προωθεί ως λύση την αύξηση των επιδομάτων ενοικίου και έταζε προεκλογικά αυξήσεις. Βέβαια και τα επιδόματα αυτά καλύπτουν μόνο ένα μέρος των αυξήσεων ενοικίων που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια. Όμως το βασικό ερώτημα είναι από πού θα βρεθούν τα χρήματα της κρατικής επιδότησης; Από γενναία φορολογία του κεφαλαίου ή μήπως από μια επιπλέον φορολογία των εργαζομένων για να συμπληρωθεί το ενοίκιο των πιο αδύναμων; Στην πραγματικότητα, αντί να προωθηθεί η πολιτική μείωσης των τιμών των ενοικίων και αύξησης των μισθών των εργαζομένων, επιλέγεται η πολιτική να πληρώνει το κράτος με τη μορφή επιδόματος το κομμάτι της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης που έπρεπε να καταβάλει το κεφάλαιο.

Η Νέα Αριστερά σε προεκλογική εκδήλωση έκανε ιδιαίτερη προβολή στον επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Αριστεράς Βάλτερ Μπάιερ που παρουσίασε βιντεοσκοπημένα τις θέσεις της για το ζήτημα. Κύριοι άξονες, “η δημιουργία ρυθμιστικού πλαισίου για τον περιορισμό της ασυδοσίας των πλατφορμών, μια ευρωπαϊκή οδηγία που να θέτει πλαφόν στα ενοίκια και να προστατεύει από τις εξώσεις κύριας κατοικίας καθώς και η υποχρέωση του κράτους να παρέχει στέγη σε φοιτητές και ευάλωτες ομάδες”.

Το ΜέΡΑ25 αντί του προγράμματος «ΗΡΑΚΛΗΣ», που εφαρμόζεται σήμερα για την αντιμετώπιση των πλειστηριασμών, προτείνει το πρόγραμμα «ΟΔΥΣΣΕΑΣ». Στην πράξη το πρόγραμμα θα συνίσταται σε μια κρατική «καλή τράπεζα», που θα χρηματοδοτείται απ’ το κράτος, δηλαδή από τη φορολογία των εργαζομένων και συνταξιούχων, για να διασφαλίσει τη «διατήρηση του ποσοστού ιδιοκτησίας των δανειοληπτών έως την έναρξη της κανονικής αποπληρωμής των δανείων», που για να την πάρουν θα πρέπει να ρευστοποιήσουν τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία τους.

Οι θέσεις του ΚΚΕ παρουσιάζονται αναλυτικά σε podcast της ΚΝΕ για τις ευρωεκλογές[14], και περιλαμβάνουν αιτήματα, όπως ο ολοκληρωμένος στεγαστικός σχεδιασμός, με στόχο την κάλυψη των εργατικών - λαϊκών αναγκών, αξιοποίηση των αποθεματικών του πρώην ΟΕΚ και της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του για τις ανάγκες των εργαζομένων και της νεολαίας, 300 ευρώ μηνιαία επιδότηση για όλους τους φοιτητές που νοικιάζουν, πλαφόν στις τιμές των ενοικίων, κατάργηση όλων των άδικων άμεσων και έμμεσων φόρων για τον λαό, του ΕΝΦΙΑ, του ειδικού τέλους κατανάλωσης, του ΦΠΑ σε πετρέλαιο, βενζίνη, φυσικό αέριο, του τέλος επιτηδεύματος για τους επαγγελματίες. Καθιέρωση αφορολόγητου που να καλύπτει τις ανάγκες της λαϊκής οικογένειας, Καμία διακοπή ρεύματος στις λαϊκές οικογένειες, κατάργηση των πλειστηριασμών των λαϊκών κατοικιών κ.α.

Ο στρατηγικός στόχος είναι “ Μαζί με τις απαραίτητες διεκδικήσεις για άμεσα μέτρα ανακούφισης, η οριστική λύση στο πρόβλημα πρέπει να αναζητηθεί «εκτός του πλαισίου» του σημερινού συστήματος … αντί για ενοικιαστές να γίνουμε ιδιοκτήτες του πλούτου που παράγουμε και της ίδιας της ζωής μας”.

Το ΚΚΕ ενώ συμμετέχει σε κινητοποιήσεις (δικές του) ενάντια στους πλειστηριασμούς, δεν σηκώνει καθόλου το ζήτημα των ακριβών ενοικίων, των υψηλών τιμών της κατοικίας και των μεταλλαγών που επιφέρουν στην πόλη η τουριστικοποίηση και ο εξευγενισμός, πιθανότατα για να μην θίξει τα συμφέροντα των μικροϊδιοκτητών και των εμπλεκόμενων στον κλάδο της κατασκευής, τα οποία ωφελεί η υπάρχουσα κατάσταση.

Η πρόταση του ΜέΡΑ25 (σχέδιο Οδυσσέας) κινείται στα πλαίσια των υπόλοιπων προτάσεών του. Μια τεχνοκρατική πρόταση, χωρίς σύγκρουση και ανατροπή όλων των αιτιών που οδηγούν στο χρέος των λαϊκών νοικοκυριών αλλά και του πλαισίου που θέτει σε κίνδυνο τη λαϊκή περιουσία. Άλλη μια «λύση win-win» που με μαγικό τρόπο δήθεν θα πετύχει και οι τράπεζες να απαλλαγούν από τα «κόκκινα δάνεια» τα οποία θα εξαγοράσει μια νέα κρατική εταιρεία και οι δανειολήπτες να έχουν μια δίκαιη διευθέτηση των χρεών τους. Το ΚΚΕ αρνείται να συνδέσει το ζήτημα της πάλης για την προστασία της λαϊκής κατοικίας και περιουσίας με τους κρίσιμους στόχους πάλης για να διασφαλιστεί αυτό (εθνικοποίηση τραπεζών χωρίς αποζημίωση και με εργατικό έλεγχο, ρήξη αποδέσμευση από την ΕΕ) και προβάλλει «την ανάγκη να κατοχυρωθεί το δικαίωμα στη λαϊκή στέγη ως κοινωνικό δικαίωμα σε μια κοινωνία και οικονομία με άλλη οργάνωση και προτεραιότητα τις ανάγκες των εργαζομένων και του λαού». Όμως έτσι εγκλωβίζει τις κινηματικές προσπάθειες σε μια λογική απλά καταγγελίας των ενόχων (με ταυτόχρονη κατάληξη την ενίσχυση του ΚΚΕ) και σε ρόλο τερματοφύλακα στις επιθέσεις των servicers και των funds απέναντι στην λαϊκή περιουσία.


6.  Συμπεράσματα – Στόχοι

Ζούμε σε μία ιστορική περίοδο όπου για πρώτη φορά τίθεται με τέτοια οξύτητα το ζήτημα της κατοικίας στην Ελλάδα. Η διαχρονική προνομιακή αντιμετώπιση της μικρής ιδιοκτησίας από το ελληνικό κράτος, η μετεμφυλιακή ανοικοδόμηση μέσω του καθεστώτος της αυθαίρετης δόμησης και της αντιπαροχής και γενικότερα η επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης να επιτρέψει την ευρεία κοινωνική διάχυση της προσόδου που προκύπτει από την γη και τα ακίνητα, ως αντιστάθμισμα ενός ελλειμματικού κράτους πρόνοιας, προσέφεραν κάποια επίλυση του ζητήματος, σε βάρος πάντα του δημόσιου χώρου της πόλης και των αστικών υποδομών. Αυτό που έχει συμβεί σήμερα είναι η αύξηση της πίεσης στις τιμές των ακινήτων, τόσο από την πλευρά της ζήτησης όσο και από την πλευρά της προσφοράς, στο φόντο μιας ευρύτερης αλλαγής αναπτυξιακού υποδείγματος: η έμφαση πλέον βρίσκεται στην προώθηση «στρατηγικών» επενδύσεων σε μεγάλες ενιαίες ιδιοκτησίες και η συγκέντρωση της γαιοπροσόδου στα χέρια λίγων.

Η όξυνση του προβλήματος της πρόσβασης στην κατοικία με αξιοπρεπείς όρους διαβίωσης, το οποίο εκτός από αυτήν καθαυτήν την κατοικία περιλαμβάνει και τα πάγια έξοδα ύδρευσης, ηλεκτροδότησης, θέρμανσης, κλπ. που την συνοδεύουν, έχει πιάσει την ελληνική κοινωνία απροετοίμαστη. Η ιστορικά διαμορφωμένη επίλυση του ζητήματος στην Ελλάδα μέσω της αγοράς και της κυριαρχίας της μικρής ιδιοκτησίας έχει οδηγήσει στην διαμόρφωση ενός υφιστάμενου πλαισίου πολύ φιλελεύθερα ρυθμισμένης κτηματαγοράς, με ασθενή δικαιώματα στους ενοικιαστές και χαλαρό έλεγχο χρήσεων γης. Την ίδια στιγμή και για τους ίδιους ιστορικούς λόγους, τα κινήματα πόλης στον ελληνικό χώρο έχουν παράδοση αγώνων προστασίας ελεύθερων χώρων και χώρων πράσινου και όχι του δικαιώματος στην κατοικία.

Η επιστροφή στην περίοδο της αντιπαροχής και της κυριαρχίας της μικρής ιδιοκτησίας μοιάζει αδύνατη στην σημερινή ιστορική φάση. Η παροχή κατοικίας από το κράτος σε όσους και όσες την έχουν ανάγκη και σε τιμές που δεν καθορίζονται από τις διακυμάνσεις της προσφοράς και της ζήτησης στην κτηματαγορά, είναι ο πιο ουσιαστικός τρόπος κατοχύρωσης του δικαιώματος στην κατοικία. Σήμερα μάλιστα, με το πλεονέκτημα της ιστορικής εμπειρίας, μπορούμε να ξανασκεφτούμε την έννοια της κοινωνικής κατοικίας και να ξανασχεδιάσουμε την χωροθέτησή της και τη συμμετοχή των κατοίκων στον σχεδιασμό της, ώστε να αποφύγουμε τα προβλήματα της γκετοποίησης και της αλλοτρίωσης του παρελθόντος. Στην κατεύθυνση της πρόσβασης στην κατοικία έξω από τους νόμους της αγοράς, θα μπορούσαν να διερευνηθούν και οι ιδέες της συνεταιριστικής κατοικίας και κινηματικά οι καταλήψεις στέγης, οι οποίες είναι πολύ πιο διαδεδομένες σε χώρες με ιστορικά πιο έντονο το ζήτημα της κατοικίας.

Συνεπώς το βασικό πρόταγμα θα μπορούσε να είναι ότι η κατοικία δεν (πρέπει να) είναι εμπόρευμα και η πρόσβαση σε αυτήν είναι δικαίωμα. Την έννοια μάλιστα της κατοικίας ως δικαίωμα μπορούμε να την αντιλαμβανόμαστε διευρυμένα, συμπεριλαμβάνοντας την αξιοπρεπή κατοίκηση αλλά και τη σχέση του ιδιωτικού χώρου της κατοικίας με έναν ποιοτικό δημόσιο χώρο που θα την περιβάλλει. Η μείωση των λογαριασμών ηλεκτροδότησης και θέρμανσης, η ακρίβεια των οποίων είναι αποτέλεσμα των ιδιωτικοποιήσεων και των μνημονιακών φορολογικών πολιτικών, αποτελεί σήμερα προαπαιτούμενο της μείωσης του υψηλού κόστους της κατοίκησης.

Θέτουμε στο εργατικό μαζικό κίνημα, στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές ένα συνολικό πλαίσιο στόχων πάλης που αναδεικνύει το προσωρινό των ατομικών λύσεων, αφαιρεί το προσωπείο των διαχειριστικών προτάσεων χωρίς ρήξη με την αστική πολιτική και την Ε.Ε. και ισχυροποιεί την αυτοπεποίθηση για νίκες υπέρ των λαϊκών συμφερόντων.

Όπως σημειώναμε και στο ιδρυτικό μας συνέδριο “Η στέγαση του πληθυσμού θεωρείται κοινωνικό αγαθό και δικαίωμα το οποίο ικανοποιείται με ένα δημόσιο πρόγραμμα κατασκευής κοινωνικών κατοικιών, αξιοποίησης των άδειων σπιτιών και απαλλοτρίωσης των πολυτελών κατοικιών. Κατάργηση των πλειστηριασμών και επιστροφή στους κατόχους τους όσων πρώτων λαϊκών κατοικιών δεσμεύτηκαν από τις τράπεζες και τα funds. Προστασία και ανάπτυξη των ελεύθερων δημόσιων χώρων πρασίνου στις πόλεις. Αναπτύσσονται οι δημόσιες συγκοινωνίες όλων των τύπων, τόσο στις πόλεις, αλλά και με ειδική μέριμνα για τις απομακρυσμένες περιοχές και τα νησιά. Στα πλαίσια της προσέγγισης μιας άλλης αξιοβίωτης σχέσης πόλης/υπαίθρου – γειτονιάς/πόλης, θα ακολουθηθεί μια πολιτική σταδιακής μείωσης του μεγέθους των μεγαλουπόλεων, με ενίσχυση των κωμοπόλεων της υπαίθρου και των χωριών της.”


● Η στέγαση είναι δικαίωμα όλων, ντόπιων και μεταναστών-προσφύγων.

● Θεσμοθέτηση νομοθετικού πλαισίου για την πραγματική προστασία της λαϊκής κατοικίας και περιουσίας, με την κατοχύρωση του ακατάσχετου της λαϊκής κατοικίας-περιουσίας.

Κατάργηση πλειστηριασμών λαϊκής κατοικίας και περιουσίας και των εξώσεων ντόπιων και προσφύγων.

Κατάργηση του νομοθετικού πλαισίου που αφορά τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, την ποινικοποίηση παρεμπόδισής τους και τις κατασχέσεις.

● Διαγραφή χρεών των λαϊκών στρωμάτων προς τράπεζες, κράτος, δήμους και ταμεία. Κανένα σπίτι, χωράφι στα χέρια τραπεζίτη, fund, κράτους.

Κατάργηση του ΕΝΦΙΑ. Μεγάλη αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου. Να πληρώσει το κεφάλαιο για την περιουσία και τα κέρδη του.

● Γενναίο δημόσιο πρόγραμμα κοινωνικής και εργατικής κατοικίας με δεσμεύσεις διαθέσιμων ακινήτων και ανέγερση νέων, με αξιοποίηση όλων των ακινήτων υπουργείων, τραπεζών, εκκλησίας. Κίνητρα και διευκολύνσεις για τη συντήρηση και ανανέωση του κτιριακού δυναμικού. 

●Ο τομέας της εργατικής – κοινωνικής κατοικίας θα πρέπει να αυξηθεί σε μέγεθος όσο απαιτείται ώστε να καλύπτει τις πραγματικές ανάγκες και να σπρώχνει τις τιμές της κτηματαγοράς προς τα κάτω. Η νέα κοινωνική – εργατική κατοικία θα πρέπει να χωροθετείται γενικά εντός του υφιστάμενου αστικού ιστού και οι μελλοντικοί κάτοικοι να συμμετέχουν στο σχεδιασμό της ώστε να αποφευχθούν τα φαινόμενα αποξένωσης και συχνά και γκετοποίησης στα συγκροτήματα εργατικών κατοικιών που κατασκευάστηκαν σε προηγούμενες περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης, τόσο στη Δύση όσο και στις χώρες του ανατολικού μπλοκ.

● Ανασύσταση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας που είχε καταργηθεί με το πρώτο μνημόνιο. Όχι στην χρήση του αποθεματικού του, το οποίο έχει προκύψει από τις εισφορές των εργαζομένων, για έντοκα δάνεια με τη μεσολάβηση του ιδιωτικού τραπεζικού κεφαλαίου αλλά αξιοποίησή του για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών.

● Άμεση αξιοποίηση των κενών κατοικιών στην κατεύθυνση της παροχής κοινωνικής κατοικίας (της ακίνητης περιουσίας του κράτους, των Δήμων, των ασφαλιστικών ταμείων, των τραπεζών, της εκκλησίας, κ.λπ.) Στήριξη των καταλήψεων στέγης για τους εργαζόμενους και τη νεολαία.

●  Κάλυψη των αναγκών για φοιτητική στέγη. Δημιουργία νέων φοιτητικών εστιών που να είναι αποκλειστικά δημόσιες, χωρίς ΣΔΙΤ. Επισκευή και ανακαίνιση όλων των παλιών εστιών με κρατική δαπάνη. Αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας των πανεπιστημίων και ευρύτερα της δημόσιας περιουσίας σε αυτή την κατεύθυνση.

● Μέτρα για την άμεση μείωση των ενοικίων κατοικίας των λαϊκών στρωμάτων, που εκτόξευσε πλατφόρμες τύπου airbnb και η τουριστικοποίηση πολλών περιοχών. Όχι στις πολιτικές της “χρηματιστικοποίησης” της στέγης. Όχι στην εκδίωξη των κατοίκων για τα Airbnb. Διατίμηση και έλεγχος στις αυξήσεις των ενοικίων

Ισχυρή κρατική ρύθμιση της κτηματαγοράς, με αποτροπή των κερδοσκοπικών πρακτικών και γενικότερα της αντιμετώπισης της κατοικίας ως αμιγώς επενδυτικό προϊόν. Αποθάρρυνση της ζήτησης από υψηλότερα εισοδήματα από το εξωτερικό, κατάργηση του προγράμματος «χρυσή βίζα», αντιμετώπιση της βραχυπρόθεσμης ενοικίασης μέσω πλατφορμών τύπου airbnb ως τουριστική χρήση και όχι ως χρήση κατοικίας. Οριοθέτηση και αυστηρός περιορισμός των τουριστικών χρήσεων, μέσω του αντίστοιχου πολεοδομικού σχεδιασμού, ώστε να μην εκτοπίζεται η μόνιμη ,. Φορολόγηση των υπερκερδών των μεγάλων επιχειρήσεων του τουριστικού κλάδου για τη χρηματοδότηση μέτρων υπεράσπισης του δικαιώματος στην κατοικία.

Περιορισμοί στις ανεξέλεγκτες αυξήσεις ενοικίων με τα κατάλληλα μέτρα συμπεριλαμβανομένου και της επιβολής ανώτατων τιμών (πλαφόν) ανάλογα με τη θέση, τον όροφο, τα τετραγωνικά, την παλαιότητα κ.ά. της κατοικίας και εν γένει ενίσχυση των νόμιμων δικαιωμάτων των ενοικιαστών. Μέτρα οικονομικής στήριξης όπως γενναίες επιδοτήσεις των ενοικιαστών και άτοκα δάνεια στους υποψήφιους αγοραστές κατοικίας των χαμηλών οικονομικών στρωμάτων από το κράτος.

● Προστασία της μικρής ιδιοκτησίας από την υπερφορολόγηση, τις κατασχέσεις και τους πλειστηριασμούς. Κατοχύρωση του ακατάσχετου της πρώτης κατοικίας, διαγραφή χρεών για τα χαμηλά οικονομικά στρώματα.

● Να ληφθούν όλα εκείνα τα μέτρα που θα μειώσουν το κόστος της κατοίκησης (ύδρευση, θέρμανση, ηλεκτροδότηση, κ.α.) με κατάργηση του χρηματιστηρίου ενέργειας, όχι στις διακοπές ρεύματος στα νοικοκυριά που δεν μπορούν να καλύψουν τα αυξημένα κόστη, κατάργηση της υπερφορολόγησης του πετρελαίου θέρμανσης και φορολόγηση των υπερκερδών των διυλιστηρίων, καμία σκέψη για ιδιωτικοποίηση του νερού, δημόσιες επενδύσεις και ενισχύσεις στην κατεύθυνση της ενεργειακής εξοικονόμησης στα κτίρια, ειδικά στις κατοικίες των χαμηλότερων οικονομικών στρωμάτων.

● Να αναλάβει το κράτος πρωτοβουλίες στην κατεύθυνση της διάθεσης του αδιάθετου οικιστικού αποθέματος των μικροϊδιοκτητών σε μακροπρόθεσμη ενοικίαση σε προσιτές τιμές για τους ενοικιαστές.

● Προστασία του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος από τους κινδύνους σεισμού, πλημμύρας, πυρκαγιάς και όπου είναι δυνατό ανανέωσή του με βάση σύγχρονα πρότυπα κατοικίας και κατοίκησης, με γενναία δημόσια χρηματοδότηση και χωροταξικό – πολεοδομικό σχεδιασμό με βάση τις κοινωνικές ανάγκες.

●  Εθνικοποίηση των τραπεζών χωρίς αποζημίωση και με εργατικό έλεγχο

● Ριζική βελτίωση της θέσης των εργαζομένων σε βάρος του κεφαλαίου. Πραγματικές αυξήσεις και ΣΣΕ παντού. Κανένας μισθός-σύνταξη κάτω από 1.000 ευρώ καθαρά, αύξηση 30% στον εργατικό μισθό. Κάλυψη όλων των απωλειών των μνημονίων, του πληθωρισμού και της ακρίβειας-τιμάριθμου. Ζωή με αξιοπρέπεια. Επιστροφή 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο, 13ης και 14ης σύνταξης

●Συνολική αντιπαράθεση με τις πολιτικές της ΕΕ που πλήττουν το δικαίωμα στην κατοικία. Αντικαπιταλιστική ρήξη/έξοδος από την ΕΕ.


Κομμουνιστική Απελευθέρωση

Ιανουάριος 2026


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:


[1] Μάτζαρη, Μ. (2015) Τι είναι αυτό του οποίου το όνομα είναι «κατοικία»; Διπλωματική εργασία – ΔΠΜΣ Κατεύθυνση Α’ - Σχεδιασμός Χώρος Πολιτισμός Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, URL: https://encr.pw/LGop7

[3] Είναι χαρακτηριστική η φράση του πρώτου Υπουργού Κατοικίας του Φράνκο το 1957 πως ««Δεν θέλουμε μια χώρα προλετάριων, θέλουμε μια χώρα που να αποτελείται από ιδιοκτήτες σπιτιών». Ως εκ τούτου προωθήθηκε η απόκτηση “κοινωνικής κατοικίας”, όπως την όριζε μέσω αγοράς με παροχή διευκολύνσεων δανεισμού, πολιτική που εφάρμοσαν και οι μεταδικτατορικές κυβερνήσεις με αποτέλεσμα να υπάρχει στην Ισπανία ένα υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης, ανάλογο του ελληνικού.

[4] Σαρηγιάννης, Μ. Γ. (2020) Κατοικία και κοινωνικό σύστημα, URL: https://www.archetype.gr/blog/arthro/katikia-kai-kinoniko-sistima

[5] Ένγκελς, Φ. (1840) Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία

[6] Ενδεικτικά αναφέρονται πηχιαίοι τίτλοι, όπως “Η μεγάλη στεγαστική κρίσης της Ευρώπης μόλις άρχισε” στη Huffington Post ή “Η νέα βόμβα βρίσκεται στα σπίτια της Ευρώπης” με στοιχεία από το Bloomberg.

[7] Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, αναμένεται να υποβάλουν δεσμευτικές προσφορές τα funds Fortress, Bain, Christofferson (CRC) και Kaican σε σύμπραξη με τη Beaumont.

Με βάση τελευταία στοιχεία, μόλις 181 ευάλωτα νοικοκυριά έχουν καταθέσει αίτηση που εγκρίθηκε, 94 βρίσκονται στο στάδιο αξιολόγησης και 530 αιτήσεις σε αρχικό στάδιο.

[8] Όπως είχε επισημάνει το Δίκτυο Δράσης Κοινωνικών Λειτουργών για το αρχικό πρόγραμμα ESTIA “ παρ’ όλες τις φανερές ελλείψεις, το πρόγραμμα αυτό αποτελούσε μία βασική και απαραίτητη λειτουργία για μια πλευρά της κοινωνικής προστασίας των προσφύγων, όπως το δικαίωμα στη στέγαση εντός του αστικού ιστού. Η στέγαση εντός των πόλεων, και όχι σε απομακρυσμένα και αποκομμένα από τον αστικό ιστό camps -ανοιχτά ή κλειστά, είναι απαραίτητη συνθήκη για τον κάθε άνθρωπο, προκειμένου να μπορέσει να ξαναχτίσει την ζωή και την καθημερινότητά του με αξιοπρέπεια. «Εστία», εκτοπίζοντας χιλιάδες νοικοκυριά προσφύγων από το κέντρο της πρωτεύουσας σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην περιφέρεια”.

 

[10] Θώδος, Γ., Πέττας, Δ. (2022) , Συλλογικές διεκδικήσεις για την κατοικία: Το κίνημα Deutsche Wohnen & Co Enteignen στο Βερολίνο., Σύγχρονα Θέματα 155/156, σελ. 138-142

[11] Θώδος, Γ., Πέττας, Δ. (2022) , Συλλογικές διεκδικήσεις για την κατοικία: Το κίνημα Deutsche Wohnen & Co Enteignen στο Βερολίνο., Σύγχρονα Θέματα 155/156, σελ. 138-142

[12] Τριχιάς, Κ. (2016)“Το ζήτημα της κατοικίας στην Ελλάδα”, Τετράδια Μαρξισμού, 2ο Τεύχος, φθινόπωρο του 2016, URL: https://tetradia-marxismou.gr

[13] Για την εξέλιξη αυτού του κινήματος και τη στάση των άλλων δυνάμεων γίνονται εκτιμήσεις στα σημειώματα ειδικά για το ζήτημα των πλειστηριασμών (3/2/2023 το τελευταίο).

[14] Μπορεί να βρεθεί στον παρακάτω σύνδεσμο: https://ekloges.kne.gr/ti-leei-to-kke/gia-ti-stegasi/index.html?

Comments


Asset 8.png

© 2025 Kommounistiki Apeleftherosi.

bottom of page