top of page

Επιχειρηματικό Κράτος και Εργατική – Λαϊκή εξουσία

4 hours ago
13 min read

Συμβολή στην 1η Εργατική Συνδιάσκεψη της Κ.Α.

του Γιώργου Παπαδάκη

 

Εισαγωγή

Η κατανόηση των μετασχηματισμών του σύγχρονου καπιταλισμού δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στις αλλαγές που συντελούνται μέσα στην παραγωγή, στις μορφές απόσπασης υπεραξίας ή στις μορφές με τις οποίες οργανώνεται η κυκλοφορία των προϊόντων. Ταυτόχρονα μεταβάλλεται και ο τρόπος με τον οποίο το αστικό κράτος οργανώνει τη σχέση του με την οικονομία, την εργασία και την κοινωνική αναπαραγωγή.


Το κράτος δεν έχει μια ουδέτερη σχέση με την καπιταλιστική οικονομία ως ένας εξωτερικός πολιτικός μηχανισμός που ρυθμίζει μια αυτόνομη οικονομική σφαίρα. Όλο και περισσότερο, οι ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής εισέρχονται στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών, ενώ αντίστοιχα κρατικές λειτουργίες οργανώνονται με κριτήρια, μεθόδους και μορφές που προέρχονται από τις μορφές οργάνωσης και λειτουργίας των επιχειρήσεων και της αγοράς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το κράτος μετατρέπεται σε επιχείρηση ούτε ότι παύει να αποτελεί ιδιαίτερο πολιτικό μηχανισμό. Σημαίνει ότι μετασχηματίζεται ο τρόπος με τον οποίο σήμερα ασκεί την πολιτική του εξουσία.

Η οικονομική και η πολιτική σφαίρα εξακολουθούν να διατηρούν μια σχετική αυτοτέλεια, αλλά τα όριά τους γίνονται όλο και περισσότερο δυσδιάκριτα. Το κράτος συμμετέχει όλο και πιο άμεσα στη διαμόρφωση των όρων της καπιταλιστικής συσσώρευσης, ενώ η επιχειρηματική λογική εισέρχεται όλο και βαθύτερα στον τρόπο οργάνωσης της ίδιας της κρατικής λειτουργίας.


Η μεταβολή αυτή δεν εκδηλώνεται με μία μόνο μορφή. Αφορά την οικονομική λειτουργία του κράτους, την παραγωγή πολιτικής, την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, τους μηχανισμούς καταναγκασμού, την ιδεολογική λειτουργία, τη διαχείριση των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας, τη διοικητική του αρχιτεκτονική  κλπ.

 

1. Η οικονομική λειτουργία του κράτους


Το κράτος δεν περιορίζεται πλέον στον καθορισμό του νομοθετικού πλαισίου μέσα στο οποίο λειτουργούν οι επιχειρήσεις.

Αναπτύσσει το ίδιο οικονομική δραστηριότητα, διαχειρίζεται υποδομές και περιουσιακά στοιχεία, συμμετέχει σε επιχειρηματικούς οργανισμούς, δημιουργεί ανώνυμες εταιρείες, συμπράττει με ιδιωτικά κεφάλαια και οργανώνει δημόσιες λειτουργίες μέσα από συμβάσεις και σχήματα που προσομοιάζουν στη λειτουργία της ιδιωτικής επιχείρησης.


Οι ιδιωτικοποιήσεις και οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα αποτελούν μόνο την πιο εμφανή πλευρά αυτής της διαδικασίας.

Το βαθύτερο ζήτημα είναι ότι ο επιχειρηματικός τρόπος οργάνωσης εισέρχεται στο εσωτερικό των κρατικών λειτουργιών. Η αποτελεσματικότητα, η αποδοτικότητα, η οικονομική βιωσιμότητα, η αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων, η ανταγωνιστικότητα, η μέτρηση αποτελεσμάτων και η προσέλκυση επενδύσεων αποκτούν αυξανόμενη σημασία ως κριτήρια αξιολόγησης της δημόσιας λειτουργίας.

Το κράτος μπορεί να μην γίνεται επιχείρηση οργανώνεται, όμως, όλο και περισσότερο με τις βασικές αρχές που διέπουν μια  επιχείρηση.

 

2. Η παραγωγή πολιτικής και η νέα σχέση κράτους και κεφαλαίου


Η μεταβολή αυτή επηρεάζει αναπόφευκτα και τον τρόπο με τον οποίο παράγεται η αστική πολιτική.

Η αστική πολιτική δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά μέσα στους παραδοσιακούς κοινοβουλευτικούς και κομματικούς θεσμούς. Επιχειρηματικές ενώσεις, ομάδες πίεσης, εταιρικοί φορείς, συμβουλευτικοί οργανισμοί, χρηματοπιστωτικοί θεσμοί και υπερεθνικοί οργανισμοί συμμετέχουν συστηματικά στη διαμόρφωση των πολιτικών κατευθύνσεων.

Παράλληλα, η μετακίνηση στελεχών ανάμεσα στην πολιτική, τη δημόσια διοίκηση και τις επιχειρήσεις δημιουργεί ένα πυκνό πλέγμα σχέσεων ανάμεσα στην πολιτική και οικονομική εξουσία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το κράτος αποτελεί απλό όργανο των επιμέρους επιχειρήσεων. Το κράτος διατηρεί τη δική του πολιτική λειτουργία, ρυθμίζει τις αστικές αντιθέσεις και εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο ταξικών συγκρούσεων.

Όμως οι ανάγκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης —η ανταγωνιστικότητα, οι επενδύσεις, η δημοσιονομική σταθερότητα, η παραγωγικότητα, η προσέλκυση κεφαλαίων— γίνονται οι βασικές παράμετροι του πολιτικού σχεδιασμού.

Ταυτόχρονα, ενισχύεται η εκτελεστική και επιτελική διάσταση της εξουσίας, ενώ περιορίζεται η δυνατότητα του κοινοβουλίου να λειτουργεί ως πραγματικός χώρος επιλογής διαφορετικών κοινωνικοοικονομικών στρατηγικών.

 

3. Η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης


Η εκπαίδευση, η κατάρτιση, η υγεία, η κοινωνική ασφάλιση και οι υπόλοιποι μηχανισμοί κοινωνικής αναπαραγωγής συνδέονται όλο και στενότερα με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Η εκπαίδευση δεν αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό δικαίωμα ή ως διαδικασία γενικής μόρφωσης. Αξιολογείται με βάση την απασχολησιμότητα, τις δεξιότητες, την παραγωγικότητα και την προσαρμογή στις ανάγκες της αγοράς. Η συνεχής αξιολόγηση, η πιστοποίηση δεξιοτήτων και η διαρκής προσαρμογή του εργαζομένου συγκροτούν μια νέα αντίληψη για την εργατική δύναμη.


Η εργατική δύναμη αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως μετρήσιμο, αξιολογήσιμο και διαρκώς αναπροσαρμοζόμενο οικονομικό μέγεθος.

Η διαδικασία αυτή δεν περιορίζεται στον χώρο εργασίας. Ο εργαζόμενος καλείται να επενδύει ατομικά διαρκώς για να βελτιώνει τις δεξιότητές του, να παραμένει ανταγωνιστικός και διαθέσιμος.


Η επιχειρηματικοποίηση του κράτους δεν αφορά, επομένως, μόνο τη διοίκησή του.

Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο συμβάλλει στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης που χρειάζεται η σύγχρονη καπιταλιστική οικονομία.

Έτσι συγκροτείται ένας τύπος ανθρώπου ο οποίος καλείται να είναι διαρκώς παραγωγικός, αξιολογήσιμος, ευέλικτος και προσαρμοστικός.

Ο εργαζόμενος δεν πρέπει απλώς να εργάζεται. Πρέπει να εκπαιδεύεται, να επανεκπαιδεύεται, να αξιολογείται, να επενδύει στον εαυτό του και να αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως φορέα «ανθρώπινου κεφαλαίου».

Η παραγωγική λογική εισέρχεται έτσι όχι μόνο στον χώρο της εργασίας αλλά και στον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του.


Η κοινωνική ζωή μετατρέπεται σταδιακά σε ένα πεδίο διαρκούς αξιολόγησης. Ολόκληρη η ημέρα, και όχι μόνο ο χρόνος της άμεσης εργασίας, γίνεται δυνητικό αντικείμενο οικονομικής αξιοποίησης και κοινωνικής πειθάρχησης.

 

4. Η αναδιάταξη των μηχανισμών καταναγκασμού


Το σύγχρονο κράτος εξακολουθεί να διατηρεί το θεσμικό και νομικό μονοπώλιο της νόμιμης βίας. Ωστόσο, επιμέρους λειτουργίες φύλαξης, επιτήρησης, ασφάλειας, ελέγχου και κράτησης ανατίθενται όλο και περισσότερο σε ιδιωτικούς ή υβριδικούς μηχανισμούς.

Ιδιωτικές εταιρείες ασφάλειας, ιδιωτικές υποδομές κράτησης και διάφορες μορφές συνεργασίας δημόσιων και ιδιωτικών φορέων δημιουργούν ένα νέο πλέγμα άσκησης καταναγκασμού.

Το κράτος, επομένως, αναδιατάσσει τον τρόπο με τον οποίο τον ασκεί τους μηχανισμούς καταναγκασμού του. Κρατικές λειτουργίες μπορούν να ασκούνται από ιδιωτικούς φορείς χωρίς να παύουν να εντάσσονται στη συνολική στρατηγική του κράτους.

 

5. Η ιδεολογική λειτουργία


Οι παραδοσιακοί ιδεολογικοί μηχανισμοί —έθνος, πατρίδα, θρησκεία, κρατική νομιμότητα— εντάσσονται όλο και περισσότερο σε έναν νέο ορίζοντα κοινωνικής νομιμοποίησης: αυτόν της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας.

Η ερώτηση δεν είναι μόνο ποιο έθνος ή ποια πατρίδα υπερασπίζεται το κράτος.

Είναι και ποια μορφή κοινωνίας θεωρείται οικονομικά βιώσιμη και ποια κοινωνική συμπεριφορά συμβάλει στη διατήρησή της.

 

6. Η ενσωμάτωση των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας


Η ίδια διαδικασία αφορά και τις σχέσεις εξουσίας που διαπερνούν την κοινωνία: την πατριαρχία, τον σεξισμό, τον ρατσισμό, τις μορφές έμφυλης βίας και τις κοινωνικές διακρίσεις.

Το κράτος αποτελεί έναν από τους βασικούς χώρους στους οποίους αυτές οι σχέσεις αναγνωρίζονται, ρυθμίζονται, αναπαράγονται.

Η διεκδίκηση και η νομοθετική κατοχύρωση αιτημάτων του κινήματος, μπορεί να αποτελεί κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να μετατρέπει κοινωνικές αντιθέσεις σε αντικείμενα διοικητικής διαχείρισης, χωρίς να αντιμετωπίζει τις βαθύτερες κοινωνικές σχέσεις που τις παράγουν.

Το κράτος είναι πεδίο συμπύκνωσης, ρύθμισης και ενεργού αναπαραγωγής κοινωνικών σχέσεων εξουσίας. Και ακριβώς επειδή αυτές οι σχέσεις ενσωματώνονται όλο και περισσότερο στην κρατική διαχείριση, η πάλη εναντίον τους δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε θεσμικές αλλαγές.

 

7. Η νέα διοικητική αρχιτεκτονική


Υπερεθνικοί θεσμοί, εθνικές κυβερνήσεις, περιφερειακές διοικήσεις, δήμοι, επιχειρήσεις και ιδιωτικοί οργανισμοί συμμετέχουν σε ένα σύνθετο σύστημα διακυβέρνησης.

Η διοίκηση υιοθετεί όλο και περισσότερο πρακτικές που θυμίζουν τη λειτουργία μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων: μητρική εταιρεία, θυγατρικές, κετρικες κατευθύνσεις, επιμέρους στόχοι, δείκτες απόδοσης, αξιολόγηση, ανταγωνισμό, επιτελικό σχεδιασμό και ποσοτικοποίηση αποτελεσμάτων.

Το κράτος μπορεί έτσι να γίνεται μικρότερο ως φορέας κοινωνικών υπηρεσιών και ταυτόχρονα ισχυρότερο ως οργανωτής της αγοράς και των συνθηκών της καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Μικρότερο κράτος δεν σημαίνει λιγότερη εξουσία. Σημαίνει ένα κράτος περισσότερο συγκεντρωμένο στη διαμόρφωση των γενικών όρων μέσα στους οποίους λειτουργεί η οικονομία.

Παράλληλα οι μικρότερες μονάδες διοίκησης αναπαράγουν, σε διαφορετική κλίμακα, τις ίδιες βασικές αρχές οργάνωσης και επιχειρηματικοποίησης που λειτουργούν στο συνολικό σύστημα, δίνοντας την εικόνα ενός Κράτους «πολιτικού φράκταλ»

 

8. Από τις επιμέρους αλλαγές σε μια νέα κρατική μορφή


Οι παραπάνω μεταβολές δεν αποτελούν ανεξάρτητες διαδικασίες.

Η οικονομική λειτουργία του κράτους συνδέεται με την παραγωγή πολιτικής.

Η παραγωγή πολιτικής συνδέεται με την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης.

Η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης συνδέεται με την επιχειρηματικοποίηση της εκπαίδευσης και της κοινωνικής πολιτικής.

Η επιχειρηματικοποίηση συνδέεται με νέες μορφές αξιολόγησης, πειθάρχησης και ιδεολογικής συγκρότησης.

Οι μηχανισμοί καταναγκασμού αναδιατάσσονται.

Και ολόκληρο το σύστημα διοίκησης μετασχηματίζεται σύμφωνα με μια περισσότερο αυταρχική, επιχειρηματική και επιτελική λογική.

Επομένως, δεν έχουμε απλώς ένα κράτος που ιδιωτικοποιεί ορισμένες λειτουργίες του.


Έχουμε μια βαθύτερη διαδικασία:

Η επιχειρηματική λογική μετατρέπεται από εξωτερικό κριτήριο της κρατικής πολιτικής σε εσωτερική αρχή οργάνωσης όλο και περισσότερων κρατικών λειτουργιών.

Μπορεί το κράτος να μην γίνεται επιχείρηση όμως οργανώνεται όλο και περισσότερο με τις αρχές που διέπουν την επιχείρηση, ενώ ταυτόχρονα εντάσσεται πιο οργανικά στις ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής.

Αυτή είναι η ουσία του Επιχειρηματικού Κράτους.

 

9. Η μεταβολή της σχέσης οικονομίας και πολιτικής


Η μεταβολή αυτή έχει μια ευρύτερη θεωρητική συνέπεια.

Δεν μπορούμε πλέον να αντιμετωπίζουμε τη σχέση οικονομικής βάσης και πολιτικού εποικοδομήματος ως σχέση ανάμεσα σε δύο διαχωρισμένες περιοχές, όπου η πρώτη λειτουργεί και η δεύτερη απλώς αντανακλά ή ρυθμίζει.

Το κράτος παρεμβαίνει άμεσα στην οικονομική αναπαραγωγή, ενώ οικονομικές μορφές και κριτήρια εισέρχονται στο εσωτερικό της κρατικής λειτουργίας.

Πρόκειται επομένως για βαθύτερη όσμωση οικονομικής βάσης και πολιτικού εποικοδομήματος.

Το κράτος μπορεί να συγκρούεται με επιμέρους επιχειρηματικά συμφέροντα, να εφαρμόσει διαφορετικές πολιτικές για να διαχειριστεί τις ενδοαστικές αντιθέσεις. Όμως οι πολιτικές του επιλογές συναντούν ένα όλο και ισχυρότερο δομικό όριο: την ανάγκη διατήρησης των γενικών όρων της καπιταλιστικής αναπαραγωγής.

Από εδώ προκύπτει η πραγματική βάση του «Δεν υπάρχει εναλλακτική» του δόγματος «ΤΙΝΑ».

 

10. TINA: από ιδεολογικό σύνθημα σε υλικό περιορισμό


Το «Δεν υπάρχει εναλλακτική» δεν αποτελεί απλώς ιδεολογικό σύνθημα νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων.

Εκφράζει έναν πραγματικό δομικό περιορισμό της αστικής πολιτικής μέσα στον καπιταλισμό.

Μπορούν να αλλάζουν οι κυβερνήσεις, τα κόμματα, οι επιμέρους φορολογικές πολιτικές, οι κοινωνικές παροχές και οι επιμέρους μορφές διαχείρισης.

Όσο όμως παραμένουν άθικτες οι βασικές σχέσεις παραγωγής, η πολιτική εξακολουθεί να κινείται μέσα στα όρια που θέτει η ανάγκη αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπάρχουν κατακτήσεις κάτω από το βάρος της ταξικής πάλης.

Σημαίνει ότι η δυνατότητα, η διάρκεια και η σταθερότητα αυτών των κατακτήσεων δεν μπορούν να είναι για καιρό αντιπαραθετικοί με την καπιταλιστική αναπαραγωγή.

Έτσι μπορεί να αλλάζουν οι κυβερνήσεις χωρίς να αλλάζει ο βασικός οικονομικός ορίζοντας.

Να αλλάζουν οι διαχειριστές χωρίς να αλλάζει το σύστημα το οποίο διαχειρίζονται.

 

11. Επιχειρηματικό Κράτος – Κοινοβουλευτικού Ολοκληρωτισμού


Ο όρος «ολοκληρωτισμός» δεν χρησιμοποιείται για να περιγράψει την κατάργηση του κοινοβουλίου ή την εγκαθίδρυση μιας κλασικής δικτατορίας.

Το κοινοβούλιο μπορεί να εξακολουθεί να υπάρχει.

Οι εκλογές να πραγματοποιούνται, οι κυβερνήσεις αλλάζουν, οι επιμέρους πολιτικές αντιπαραθέσεις να συνεχίζονται.

Όμως περιορίζεται το πραγματικό εύρος των στρατηγικών επιλογών.

Η κοινωνία μπορεί να επιλέξει μόνο ποιος θα διαχειριστεί το σύστημα.

Η τυπική δημοκρατική διαδικασία διατηρείται ως μηχανισμός πολιτικής νομιμοποίησης, ενώ η δυνατότητα αμφισβήτησης των βασικών όρων της οικονομικής και κοινωνικής αναπαραγωγής εξαφανίζονται.

Η δημοκρατία δεν καταργείται τυπικά. Περιορίζεται όμως στο ελάχιστο.

 

12. Τι σημαίνουν όλα αυτά για την ταξική πάλη;



Όταν το κράτος συμμετέχει όλο και πιο άμεσα στην οργάνωση της παραγωγής, της εργασίας και της κοινωνικής αναπαραγωγής, ο διαχωρισμός ανάμεσα σε οικονομικό και πολιτικό αγώνα γίνεται σχεδόν αδύνατος.

Η πάλη για τον μισθό συναντά τη φορολογική πολιτική.

Η πάλη για την εργασία συναντά τη νομοθεσία.

Η πάλη για τη δημόσια παιδεία συναντά την επιχειρηματικοποίηση της εκπαίδευσης.

Η πάλη για την υγεία συναντά την εμπορευματοποίηση των υπηρεσιών.

Η πάλη για την κατοικία συναντά την αγορά ακινήτων, την τουριστικοποίηση και την πιστωτική πολιτική.

Η πάλη για τον ελεύθερο χρόνο συναντά την οργάνωση της παραγωγής.

Οι οικονομικοί αγώνες έχουν ανυπέρβλητα όρια τις πολιτικές προϋποθέσεις και τις πολιτικές συνέπειες.

Το ζήτημα, επομένως είναι πως να υπερβούμε τον τεχνητό διαχωρισμό οικονομικού και πολιτικού αγώνα.

 

13. Από τον εργαζόμενο ως «ανθρώπινο κεφάλαιο» στο κοινωνικό εργαζόμενο


Ο εργαζόμενος δεν υπάρχει μόνο μέσα στον χώρο εργασίας.

Είναι ταυτόχρονα κάτοικος μιας γειτονιάς, χρήστης δημόσιων υπηρεσιών, καταναλωτής μέσων ψυχαγωγίας, πολιτικό υποκείμενο.

Η διάσπαση αυτών των ιδιοτήτων σε διαφορετικούς και ασύνδετους αγώνες αποτελεί πλέον ένα από τα βασικά προβλήματα της οργάνωσης του αγώνα.

Το νέο εργατικό και κοινωνικό υποκείμενο πρέπει να μπορεί να συγκροτείται και στην παραγωγή, και στην κοινωνική αναπαραγωγή.

Αυτό σημαίνει ότι η εργατική πολιτική και η οργάνωσή της χρειάζεται να αποκτήσει ευρύτερο πολιτισμικό πεδίο χωρίς να χάσει τον ταξικό της πυρήνα.

 

14. Από τον συντονισμό των αγώνων στην πολιτική ενοποίηση


Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένας ακόμη εκλογικός συνασπισμός ούτε μια απλή πολιτική συμφωνία μεταξύ υφιστάμενων οργανώσεων.

Χρειάζεται πολιτική και οργανωτική ενοποίηση του αντικαπιταλιστικού κοινωνικού και πολιτικού χώρου.

Αυτή η ενοποίηση δεν μπορεί να σημαίνει απλώς κοινό πρόγραμμα ή κοινό σύνθημα.

Πρέπει να σημαίνει:

κοινή πολιτική πρακτική, κοινές μορφές δράσης, κοινές δομές οργάνωσης και, σταδιακά, κοινή αντίληψη για το πώς μπορεί να οργανωθεί διαφορετικά η κοινωνική ζωή.

Εδώ μπορούν να συναντηθούν εργατικά σωματεία και συλλογικότητες, πολιτικές οργανώσεις, κοινωνικά κινήματα, πολιτιστικές συλλογικότητες, δομές αλληλεγγύης, συνεταιρισμοί, εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης και μορφές κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας.

Όμως η συνάντηση αυτή δεν πρέπει να είναι απλώς συνάντηση οργανώσεων.

Πρέπει να γίνει και συνάντηση κοινωνικών πρακτικών.

 

15. Από την αντίσταση στην οικοδόμηση


Δεν αρκεί να οργανώνουμε την αντίσταση απέναντι στις υπάρχουσες μορφές εξουσίας.

Πρέπει ταυτόχρονα να αρχίσουμε να οικοδομούμε, στις σημερινές συνθήκες, μορφές κοινωνικών σχέσεων που έρχονται σε αντίθεση με αυτές.

Συνεταιρισμοί, συλλογικές μορφές παραγωγής και κατανάλωσης, δομές αλληλεγγύης, εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης και δημόσιες υπηρεσίες υπό κοινωνικό και εργατικό έλεγχο δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως επί μέρους πειράματα.

Μπορούν να αποτελέσουν εργαστήρια μιας διαφορετικής κοινωνικής οργάνωσης.

Όμως μια εναλλακτική δομή που λειτουργεί απομονωμένη μέσα στην αγορά μπορεί να αναγκαστεί να υιοθετήσει τα ίδια κριτήρια ανταγωνισμού, παραγωγικότητας και οικονομικής επιβίωσης που υποτίθεται ότι θέλει να υπερβεί.

Χρειάζεται πολιτική και οικονομική δικτύωση, κοινός σχεδιασμός και σύνδεση των επιμέρους εγχειρημάτων σε μια ευρύτερη κοινωνική στρατηγική.

 

16. Δημόσιες δομές με εργατική αυτοδιαχείριση και κοινωνικό έλεγχο


Η απάντηση στην ιδιωτικοποίηση δεν μπορεί να είναι απλώς η επιστροφή μιας δομής στο κράτος.

Η κρατική ιδιοκτησία από μόνη της δεν εξασφαλίζει ούτε δημοκρατικό έλεγχο ούτε εργατική συμμετοχή.


Γι' αυτό απέναντι στις ιδιωτικοποιήσεις πρέπει να διατυπωθεί μια διαφορετική πρόταση:

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΔΟΜΕΣ ΜΕ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος είναι ο ιδιοκτήτης.

Είναι: ποιος αποφασίζει; ποιος ελέγχει; ποιος εργάζεται; ποιος χρησιμοποιεί την υπηρεσία; με ποια κοινωνικά κριτήρια καθορίζεται η λειτουργία της;

Με αυτόν τον τρόπο, η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα μετατρέπεται από αμυντική θέση σε πρόταση για μια διαφορετική μορφή κοινωνικής οργάνωσης.

 

17. Από τις διεκδικήσεις στις μορφές λαϊκής εξουσίας


Εάν η ταχτική περιοριστεί μόνο στη διεκδίκηση φιλολαϊκών πολιτικών από το υπάρχον κράτος, τότε παραμένουμε εγκλωβισμένοι μέσα στη λογική του ίδιου του Επιχειρηματικού Κράτους.

Χρειάζεται να αναπτυχθούν παράλληλα μορφές λαϊκής οργάνωσης που δεν θα λειτουργούν μόνο ως ομάδες πίεσης απέναντι στην κρατική εξουσία, αλλά θα αποκτούν σταδιακά ικανότητα συλλογικής απόφασης, κοινωνικού σχεδιασμού και διαχείρισης κοινωνικών λειτουργιών.

Συνελεύσεις γειτονιάς, συνελεύσεις στους χώρους εργασίας, ανακλητοί αντιπρόσωποι, τοπικά και κεντρικά συμβούλια, δίκτυα κοινωνικών δομών και μορφές άμεσης δημοκρατικής συμμετοχής μπορούν να αποτελέσουν στοιχεία μιας τέτοιας διαδικασίας.

Το κρίσιμο είναι η εξουσία να μην ανατίθεται οριστικά.

Οι αντιπρόσωποι πρέπει να είναι ελεγχόμενοι και ανακλητοί από αυτούς που τους εκλέγουν.

Η εργατική – λαϊκή εξουσία δεν μπορεί να περιορίζεται στην περιοδική ανάθεση εξουσίας.

 

18. Λαϊκή Αυτοδιοίκηση – Αυτοδιαχείριση


Σε μια περίοδο γενικευμένης κρίσης της αστικής εξουσίας και του πολιτικού της προσωπικού, αυτές οι μορφές μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μιας νέας μορφής πολιτικής εξουσίας.

Η έννοια της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης – Αυτοδιαχείρισης δεν σημαίνει τη δημιουργία ενός «παράλληλου κράτους» δίπλα στο υπάρχον ούτε μια απλή επιστροφή στην τοπικότητα.

Σημαίνει ότι οι κοινωνικές λειτουργίες που σήμερα οργανώνονται από πάνω, από κρατικούς μηχανισμούς και διοικητικές ιεραρχίες, περνούν σταδιακά κάτω από τον δημοκρατικό έλεγχο των ίδιων των κοινωνικών υποκειμένων που τις πραγματοποιούν και τις χρησιμοποιούν.


Ο στόχος, επομένως, δεν είναι απλώς η κατάληψη του υπάρχοντος κρατικού μηχανισμού.

Είναι ο μετασχηματισμός της ίδιας της μορφής της πολιτικής εξουσίας.

Το ερώτημα δεν είναι «ποιος θα κυβερνήσει το υπάρχον κράτος;»

Αλλά: «ποια κοινωνική και εργατική μορφή εξουσίας μπορεί να απονεκρώνει τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται σήμερα η εξουσία;»

 

19. Ο ρόλος του αντικαπιταλιστικού πολιτικού ρεύματος


Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, η αντικαπιταλιστική πτέρυγα του κινήματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Ως πολιτικό νεύρο που μπορεί να συνδέει τους επιμέρους αγώνες, να αναδεικνύει τις κοινές τους αιτίες και να συμβάλλει στη μετατροπή τους σε συνολική κοινωνικοπολιτική πρόταση.

Η δράση της μπορεί να συνδέει:

τον εργατικό αγώνα με τον κοινωνικό αγώνα,την αντίσταση με την οικοδόμηση,τη διεκδίκηση με την αυτοοργάνωση - αυτοδιαχείρηση,το τοπικό με το κεντρικό.

Έτσι, η εργατική αντικαπιταλιστική πολιτική παύει να είναι μόνο πολιτική καταγγελία του υπάρχοντος και γίνεται διαδικασία συγκρότησης του επαναστατικού κοινωνικού υποκειμένου.

 

20. Η ανάγκη ενός νέου Πολιτικού Μετώπου


Εάν η νέα πραγματικότητα απαιτεί σύνδεση οικονομικού και πολιτικού αγώνα, τακτικής και στρατηγικής, καθώς και σύνδεση των εναλλακτικών κοινωνικών δομών μεταξύ τους, τότε χρειάζεται και μια πολιτική πρόταση διαφορετικής λειτουργίας.

Το σύγχρονο Πολιτικό Μέτωπο δεν μπορεί να είναι απλώς εκλογικό, μηχανισμός προπαγάνδας, ομοσπονδία οργανώσεων ή απλό πολιτικό δίκτυο.

Πρέπει να μπορεί να λειτουργεί ταυτόχρονα ως:

  • φορέας πολιτικής και ιδεολογικής συγκρότησης,

  • οργανωτής της ενότητας των κοινωνικών αγώνων,

  • σύνδεσμος εργατικών και κοινωνικών δομών,

  • υποστηρικτής της αυτοδιαχείρισης και των κοινωνικών εγχειρημάτων,

  • πολιτικό νεύρο μετάβασης από την κατακερματισμένη αντίσταση στη συγκροτημένη εργατική και λαϊκή εξουσία.


Το ζήτημα επομένως δεν είναι απλώς να αναζητήσουμε μια «νέα μορφή Μετώπου».

Χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τη λειτουργία του μέσα σε μια κοινωνία όπου η πολιτική και οικονομική πάλη τείνουν να ενοποιούνται.

Πρέπει να αποτελεί οργανικό μέρος της διαδικασίας με την οποία οι αντιστάσεις και ο Λαός οργανώνεται πολιτικά.

 

21. Από την κατάληψη της εξουσίας στην οικοδόμηση της δυνατότητας μιας άλλης εξουσίας


Η επανάσταση δεν μπορεί να νοείται μόνο ως η στιγμή κατά την οποία το εργατικό και λαϊκό κίνημα καταλαμβάνει την κρατική εξουσία.

Αν «ο οργανωμένος Λαός δεν διαθέτει ήδη μορφές συλλογικής οργάνωσης, παραγωγής, κοινωνικής αναπαραγωγής και δημοκρατικής λήψης αποφάσεων, τότε ακόμη και μια πολιτική κατάληψη της κρατικής εξουσίας κινδυνεύει να αναπαράγει τους ίδιους διοικητικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς που υποτίθεται ότι θέλει να υπερβεί.

Γι' αυτό η επαναστατική διαδικασία πρέπει να νοηθεί και ως διαδικασία οικοδόμησης.

Όχι ως μια έφοδος στα Χειμερινά Ανάκτορα, αλλά ως μια μακρά και επίμονη «δουλειά μυρμηγκιού». Η δημιουργία δομών, συλλογικών πρακτικών και θεσμών που αποκτούν σταδιακά τη δυνατότητα να λειτουργούν με διαφορετική λογική από εκείνη του κεφαλαίου και του αστικού κράτους.

Η αποφασιστική στιγμή της κοινωνικής ρήξης δεν θα δημιουργήσει από το μηδέν αυτή τη δυνατότητα. Θα έρθει να μετασχηματίσει, να γενικεύσει και να πολιτικοποιήσει μορφές κοινωνικής δυναμικής που θα έχουν ήδη αρχίσει να υπάρχουν.

 

22. Κέντρα Αγώνα


Σε άμεσο επίπεδο, μια τέτοια επαναστατική ταχτική χρειάζεται συγκεκριμένους χώρους πολιτικής συνάντησης και κοινής δράσης.

Γι' αυτό μπορεί να τεθεί ως άμεσος στόχος η δημιουργία Κέντρων Αγώνα σε κάθε πόλη και, στις μεγάλες πόλεις, σε επίπεδο γειτονιάς ή κλάδου.

Πρέπει να αποτελούν μόνιμες δομές στις οποίες μπορούν να συναντώνται εργατικές συλλογικότητες, σωματεία, κοινωνικά κινήματα, συνεταιρισμοί, δομές αλληλεγγύης, πολιτιστικές συλλογικότητες, εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης, αντικαπιταλιστικές πολιτικές οργανώσεις και ανένταχτοι αγωνιστές.

Σκοπός τους είναι η κοινή επεξεργασία, ο συντονισμός των αγώνων, η δημιουργία κοινωνικών δομών και η σταδιακή συγκρότηση κοινής πολιτικής πρακτικής.

Με αυτόν τον τρόπο, το Κέντρο Αγώνα μπορεί να αποτελέσει τον πρώτο κρίκο ανάμεσα στην υπάρχουσα κοινωνική αντίσταση και στην οικοδόμηση μιας διαφορετικής μορφής εξουσίας.

 

23. Η επαναστατική τακτική ως η ενότητα της κοινωνικής δράσης, του πολιτικού αγώνα και της οργάνωσής τους.


Μια επαναστατική τακτική μπορεί να θέτει στόχους σε τρία αλληλένδετα επίπεδα:

Πρώτον, στόχους συμβολής στην οργάνωση των κατακερματισμένων κοινωνικών και πολιτικών αγώνων.

Δεύτερον, στόχους δημιουργίας πραγματικών κοινωνικών και παραγωγικών δομών αυτοδιαχείρισης.

Τρίτον, στόχους ενοποίησης αυτών των δομών σε μια συνολική υλική δύναμη που μπορεί να αμφισβητήσει και τελικά να αντικαταστήσει την αστική μορφή εξουσίας.

Έτσι, η επαναστατική ανατροπή δεν εμφανίζεται ως μονόπρακτο που επιβάλλεται. Προκύπτει από την ίδια την ανάπτυξη του οργανωμένου εργατικού και λαϊκού κινήματος.

Αυτό σημαίνει ότι η ερώτηση δεν είναι μόνο «Πώς θα πάρουμε την εξουσία;» αλλά παράλληλα και «Πώς θα οικοδομήσουμε από σήμερα την κοινωνική δυνατότητα να ασκήσουμε μια διαφορετική εξουσία»

 

Επίλογος


Η ανάλυση του σύγχρονου κράτους οδηγεί, επομένως, σε ένα διπλό συμπέρασμα.

Από τη μία πλευρά, το αστικό κράτος μετασχηματίζεται. Ενσωματώνει όλο και περισσότερες οικονομικές λειτουργίες, οργανώνεται με αυταρχικά και επιχειρηματικά κριτήρια, διαμορφώνει τους όρους τις αναπαραγωγής της νέας εργατικής δύναμης, αναδιατάσσει τους μηχανισμούς καταναγκασμού, διαχειρίζεται με νέους όρους τις αστικής και ταξικές αντιθέσεις και εντάσσεται σε ένα πολυεπίπεδο σύστημα οικονομικής και πολιτικής  διακυβέρνησης.

Από την άλλη, αυτή η μεταβολή αλλάζει τους όρους της ίδιας της ταξικής πάλης.

Όταν η οικονομική και πολιτική εξουσία διαπλέκονται όλο και περισσότερο, μια πολιτική που διαχωρίζει τον οικονομικό από τον πολιτικό αγώνα είναι αναποτελεσματική και αδιέξοδη.

Όταν το κράτος οργανώνεται όλο και περισσότερο σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς, δεν αρκεί η διεκδίκηση μιας διαφορετικής διαχείρισης του υπάρχοντος κράτους.

Και όταν η δημοκρατική διαδικασία διατηρείται ως τυπική πολιτική μορφή, ενώ περιορίζεται το πραγματικό εύρος των κοινωνικών επιλογών, δεν αρκεί η υπεράσπιση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως έχει.

Χρειάζεται κάτι βαθύτερο.

Χρειάζεται να οικοδομηθούν μορφές οργάνωσης του Λαού που να μπορούν να μετασχηματίσουν τις σχέσεις παραγωγής, της κοινωνικής αναπαραγωγής και της πολιτικής εξουσίας.


Γι' αυτό ο αγώνας δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στην αντίσταση και στην εκλογική πολιτική αλλαγή.

Πρέπει να οικοδομεί ταυτόχρονα την πολιτική οργάνωση του Λαού, την κοινωνική οικοδόμηση και την προετοιμασία μιας διαφορετικής μορφής εξουσίας.

Η επαναστατική ανατροπή δεν μπορεί να αρχίζει τη στιγμή που καταλαμβάνεται το κράτος. Αρχίζει τη στιγμή που οι άνθρωποι οργανώνονται έτσι ώστε να μπορούν να παράγουν, να αναπαράγουν την κοινωνική τους ζωή, να αποφασίζουν και να αυτοδιοικούνται διαφορετικά.

Και όσο περισσότερο αυτή η δυνατότητα αποκτά πραγματική κοινωνική δυναμική, τόσο περισσότερο το υπάρχον κράτος παύει να εμφανίζεται ως ο μοναδικός δυνατός τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας.

Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν είναι μόνο να ανατρέψουμε μια μορφή εξουσίας.

Είναι να δημιουργήσουμε, μέσα από την ίδια την κοινωνική πάλη, τη δυνατότητα μιας κοινωνίας που δεν θα χρειάζεται να αναπαράγει την εξουσία με τη σημερινή της μορφή.


ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Ο.Β. ΤΡΙΚΑΛΩΝ

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ


 


Comments


Asset 8.png

© 2025 Kommounistiki Apeleftherosi.

bottom of page