Πράξη και πρακτική: το παράδειγμα της Έρευνας

Συμβολή στην 1η Εργατική Συνδιάσκεψη της Κ.Α.
της Ολύβιας Τζιουβάρα και του Χρήστου Κοσίνα
Με την παρούσα συμβολή επιδιώκουμε να εμπλουτίσουμε τη συζήτηση εν όψει της εργατικής συνδιάσκεψης αναφορικά με προσπάθειες συνδικαλιστικής οργάνωσης εργαζομένων σε χώρους/κλάδους που πρωτοστάτησαν οι δυνάμεις μας το προηγούμενο διάστημα. Η συζήτηση για ένα νέο εργατικό κίνημα δεν μπορεί να εξαντλείται στην περιγραφή της κρίσης του συνδικαλισμού ή στην επανάληψη της ανάγκης ταξικής ανασυγκρότησης. Χρειάζεται να εξετάζουμε που δοκιμάσαμε στην πράξη τις θέσεις μας, ποιους εργαζόμενους καταφέραμε να βρούμε, ποιες μορφές συλλογικής οργάνωσης συμβάλαμε να συγκροτηθούν και ποια όρια συναντήσαμε. Ξεκινώντας από την πλευρά μας με τον κλάδο της έρευνας και την συγκρότηση και δράση του LABour-Αγωνιστική Παρέμβαση στην Έρευνα και του ΣΕΡΕΤΕ, με το παρόν κείμενο επιδιώκουμε να συμπυκνώσουμε αυτή την εμπειρία αλλά και να θέσουμε ερωτήματα για το μέλλον της παρέμβασης μας στον κλάδο τα οποία εκτιμούμε πως δεν αφορούν στενά το δυναμικό της έρευνας. Ταυτόχρονα, θέλουμε να παροτρύνουμε συντρόφους-ισσες από άλλους κλάδους να συμβάλλουν με την δική τους εμπειρία στην συζήτηση της εργατικής συνδιάσκεψης.
Θα θέλαμε να σημειωθεί πως την εμπειρία αυτή δεν την επικαλούμαστε ως αποκλειστικά «δικό μας» επίτευγμα. Το LABour είναι συλλογικότητα στην οποία αναπτύξαμε εργατική και πολιτική παρέμβαση μαζί με άλλους και άλλες. Το ΣΕΡΕΤΕ είναι αυτοτελές πανελλαδικό σωματείο των μελών του, που ιδρύθηκε μέσα από συλλογική διαδικασία. Η δική μας πολιτική συμβολή έχει σημασία ακριβώς επειδή συμμετείχε στη δημιουργία χώρου συλλογικής δράσης ευρύτερου από την πολιτική μας οργάνωση και από το αγωνιστικό μας σχήμα.
Τι συμβαίνει στην έρευνα
Η ανάπτυξη και μαζικοποίηση του κλάδου της έρευνας στην σύγχρονη εποχή συνδέεται στενά με την ανάγκη αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας. Η παραγωγή νέας γνώσης και «καινοτομίας» συνδέεται και εν τέλει υποτάσσεται στις ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής και κερδοφορίας περισσότερο από κάθε άλλη εποχή του καπιταλισμού. Η ανάγκη για όλο και μεγαλύτερη απόδοση σε ερευνητικό έργο για την ανταγωνιστικότητα των πανεπιστημίων με όλο και λιγότερα χρήματα οδηγεί παγκόσμια τον κλάδο σε μεγέθυνση. Η διαδικασία αυτή δημιουργεί ταυτόχρονα ένα διευρυνόμενο στρώμα μισθωτής διανοητικής εργασίας -υποψήφιους διδάκτορες, μεταδιδάκτορες, συμβασιούχους ερευνητές και διδάσκοντες- που εργάζεται με ελαστικές σχέσεις, αβεβαιότητα και περιορισμένα δικαιώματα. Αυτό το δυναμικό ενώ βρισκόταν στο μεταίχμιο της αναπαραγωγής (εκπαίδευση) και άλλων παραγωγικών κλάδων τα προηγούμενα χρόνια, πλέον συγκροτείται ως αυτοτελής κλάδος εντός των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, των ερευνητικών κέντρων αλλά και του ιδιωτικού τομέα. Ειδικά στην Ελλάδα είναι ένας νέος κλάδος χωρίς κατεκτημένα εργατικά δικαιώματα, σε μια εργασία χωρίς στοιχειώδη οριοθέτηση ως προς το ύψος του μισθού, το ωράριο, τα ασφαλιστικά και λοιπά ζητήματα.
Εντούτοις, η ενασχόληση μας με τον κλάδο της έρευνας και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν ξεκίνησε επειδή αποτελεί τον πιο μαζικό ή κρίσιμο κλάδο εργασίας στην Ελλάδα. Ξεκίνησε, πρώτα απ' όλα, επειδή εκεί διαθέταμε ήδη συγκεντρωμένες δυνάμεις, ιδιαίτερα από τη νΚΑ, οι οποίες είχαν αποκτήσει σημαντική εμπειρία μέσα στο φοιτητικό κίνημα και στη συνέχεια πέρασαν στην εργασιακή πραγματικότητα της έρευνας. Οι δυνάμεις αυτές, όμως, παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό διάσπαρτες και λιμνάζουσες, χωρίς κοινό εργατικό σχέδιο και χωρίς σταθερή συλλογική έκφραση. Η επιλογή να συγκροτηθεί παρέμβαση στον κλάδο επιδίωξε ακριβώς να μετατρέψει αυτή τη αναξιοποίητη δυνατότητα σε οργανωμένη εργατική δύναμη. Για αυτό το λόγο χρειάστηκε αναβαθμισμένη θεωρητικοπολιτική προετοιμασία, συγκεκριμένα οργανωτικά βήματα πανελλαδικής εμπλοκής των δυνάμεών μας και ενός σχεδίου που αναπτύχθηκε σε βάθος χρόνου και οδήγησε στην συγκρότηση του σχήματος LABour και μετέπειτα του ΣΕΡΕΤΕ. Η κίνηση σε αυτή εντάσσεται στο συνολικότερο κλίμα της οργάνωσης νέων εργαζομένων Αθήνας εκείνης της περιόδου, όπου η ανάγκη για συγκρότηση στον εργασιακό βίο της νέας εργατικής βάρδιας έγινε γραμμή που έδωσε την Attack στην ανεργία και στην επισφάλεια, την ΛΑΝΤΖΑ, το Radical IT σε επίπεδο πτέρυγας καθώς και επεξεργασίες εντός της οργάνωσης που εφοδίασαν τα μέλη της στην εργατική δουλειά.
Κύρια αφετηρία της προσπάθειάς μας στην έρευνα ήταν η αντίφαση ανάμεσα στην πραγματική θέση χιλιάδων εργαζόμενων και στον τρόπο με τον οποίο αυτή εμφανίζεται θεσμικά. Υποψήφιες/οι διδάκτορες, μεταδιδάκτορες, συμβασιούχοι ερευνητές και διδάσκοντες εργάζονται στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, αλλά συχνά εμφανίζονται ως υπότροφοι, συνεργάτες ή αυτοαπασχολούμενοι, με συμβάσεις έργου, υποτροφίες, ή αμισθί εργασία και διαρκείς ανανεώσεις συμβάσεων διάρκειας 2-3 μηνών σε αρκετές περιπτώσεις. Η αναγνώριση του δυναμικού της έρευνας ως εργαζομένους και όχι ως φοιτητές αποτέλεσε κεντρικό επίδικο για την συγκρότηση της αντίστοιχης δομής που θα μπορεί να τους εκφράζει (σωματείο) αλλά και προμετωπίδα βασικών διεκδικήσεων που συμπυκνώθηκαν στο τρίπτυχο μισθός-ωράριο-ασφάλιση.
Η επιλογή παρέμβασης στον κλάδο της έρευνας είχε ταυτόχρονα ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Η έρευνα και η τριτοβάθμια εκπαίδευση αποτελούν κρίσιμο πεδίο εφαρμογής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Η αντιπαράθεση με αυτή την αναδιάρθρωση δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστική υπόθεση ούτε των φοιτητών, ούτε των εργαζομένων. Οι φοιτητές αποτελούν το μαζικότερο τμήμα της πανεπιστημιακής ζωής και διαθέτουν τη δυνατότητα να αναπτύσσουν μαζικά κινήματα που αμφισβητούν συνολικά το μετασχηματισμό της εκπαίδευσης. Οι εργαζόμενοι στην έρευνα και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, από την άλλη, μπορούν να αντιπαρατεθούν στην επιχειρηματική λειτουργία του πανεπιστημίου από τη σκοπιά της εργασίας, της κατεύθυνσης της επιστήμης και των κοινωνικών αναγκών που αυτή υπηρετεί. Γι' αυτό η συγκρότηση εργατικής παρέμβασης στην έρευνα δεν βρίσκεται δίπλα ή απέναντι στο φοιτητικό κίνημα αλλά αποτελεί αναγκαία προυπόθεση για ένα κοινό μέτωπο παιδείας-εργασίας.
Σύντομα αντιληφθήκαμε πως για την οργάνωση της εργασίας στην έρευνα δεν αρκούσε μια γενική πολιτική καταγγελία ή η υπεράσπιση κάθε κατηγορίας εργαζομένων ξεχωριστά, κάτι που σε ένα βαθμό ήδη συνέβαινε με ξεχωριστούς συλλόγους ΕΤΕΠ, ΕΔΙΠ, Διοικητικών κλπ. Χρειαζόταν να αναδείξουμε ότι πίσω από τις διαφορετικές θεσμικές ιδιότητες υπάρχει ένας κλάδος εργαζομένων. Χρειαζόταν, επομένως, μια εργατική πολιτική ενοποίησης: κοινά αιτήματα, συλλογική οργάνωση και διεκδίκηση απέναντι τόσο στις διοικήσεις και τους ΕΛΚΕ όσο και στην κυβέρνηση και στην πολιτική που μετατρέπει την έρευνα σε πεδίο επιχειρηματικής αξιοποίησης.
Στην εισήγηση υπογραμμίζεται πως «η αστική πολιτική δεν θα μπορούσε να κυριαρχεί αν δεν είχε την ικανότητα να κατακερματίζει τους εργαζομένους, να δημιουργεί πολλαπλές ταχύτητες και μορφές εργασιακών σχέσεων, να εξαγοράζει τμήματά τους, να εξατομικεύει πλήρως συνειδήσεις και απολαβές». Θέτει επομένως ως πρώτο καθήκον της εργατικής οργάνωσης βάσης την οργάνωση της τάξης, την προώθηση της ενότητάς της και τη σύνδεση των άμεσων διεκδικήσεων με τα συνολικά εργατικά συμφέροντα. Σε εκείνο το σημείο ακριβώς βρισκόμασταν με τη συγκρότηση αρχικά ομάδας εργασίας στην τότε ΟΝΕ Αθήνας και μετέπειτα της ΟΒ Έρευνας και της παράλληλης δουλειάς της οργάνωσης στο Ηράκλειο με τη δημιουργία του ΣΕΕΕΗ.
Πρώτα ήρθε το LABour-Αγωνιστική Παρέμβαση στην Έρευνα...
Το 2017 πήραμε την πρωτοβουλία για τη συγκρότηση του LABour με κέντρο τις δυνάμεις μας στην Αθήνα και στόχο την ενιαία παρέμβαση στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα για την ανάπτυξη μαζικής συλλογικής δράσης απέναντι στην απλήρωτη, κακοπληρωμένη και ανασφάλιστη εργασία. Εξαρχής, στις συναντήσεις για τη συγγραφή της ιδρυτικής του διακήρυξης όπως και στην ιδρυτική του συνέλευση συμμετείχαν πέραν από τις δυνάμεις της νΚΑ και του ΝΑΡ αγωνιστές και αγωνίστριες από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την τότε ΛΑΕ, την Ροσινάντε καθώς και ανένταχτοι αγωνιστές του χώρου της έρευνας με αναφορά στην αντικαπιταλιστική αριστερά και την αναρχία. Η ευρύτερη σύνθεση αποτέλεσε ουσιαστικό στοιχείο της αρχικής του φυσιογνωμίας, στον πυρήνα της οποίας ωστόσο υπήρχε η πολιτική γραμμή που είχε επεξεργαστεί η οργάνωση και όριζε μια δημιουργική συζήτηση και διαπάλη με όλες τις υπόλοιπες δυνάμεις. Αυτό το στοιχείο μας έδωσε την δυνατότητα μιας πραγματικής ηγεμονίας στην συζήτηση για τα χαρακτηριστικά του κλάδου και την συγκρότηση του σωματείου στην συνέχεια, ενώ ανάγκασαν άλλες δυνάμεις και αγωνιστές να συνεισφέρουν στην συζήτηση από διαφορετική αφετηρία, διαδικασία που συνολικά βοήθησε την κλαδική ανάπτυξη γενικότερα.
Εκείνη την περίοδο, το LABour λειτούργησε κυρίως ως χώρος υποδοχής καταγγελιών από εργαζόμενους και εργαζόμενες που ως τότε δεν διέθεταν ένα αναγνωρίσιμο συλλογικό σημείο αναφοράς. Ωστόσο, το LABour δεν ήταν σωματείο και δεν διέθετε θεσμική ιδιότητα εκπροσώπησης, δυνατότητα κήρυξης απεργίας ή νομικά κατοχυρωμένη παρέμβαση απέναντι στον εργοδότη. Μπορούσε να δημοσιοποιήσει μια υπόθεση, να οργανώσει πολιτική και κινηματική αλληλεγγύη και να στηρίξει τον εργαζόμενο, αλλά συνήθως αναγκαζόταν να κατευθύνει τις καταγγελίες προς ομοσπονδίες, επιχειρησιακά σωματεία ή άλλους συλλογικούς φορείς, όπου αυτοί υπήρχαν. Στην πράξη λειτούργησε κυρίως ως παρατηρητήριο της εργοδοτικής και ακαδημαϊκής αυθαιρεσίας στην έρευνα: συνέλεγε εμπειρίες, αναδείκνυε την κοινή τους βάση και μετέτρεπε φαινομενικά ατομικές υποθέσεις σε πολιτικό και συνδικαλιστικό ζήτημα, ενώ βάθαινε την παρέμβαση για την αναγκαιότητα κλαδικής σύμβασης εργασίας και σωματείου που θα την υπογράψει.
Αυτός ο ρόλος είχε διπλή σημασία. Από τη μία πλευρά, έσπασε σε έναν βαθμό την απομόνωση και τον φόβο που κυριαρχούσαν στον χώρο, επιτρέποντας σε εργαζομένους να αντιληφθούν ότι όσα αντιμετώπιζαν δεν αποτελούσαν προσωπικές αποτυχίες ή μεμονωμένες συγκρούσεις με έναν επιβλέποντα. Από την άλλη, ανέδειξε γρήγορα το όριο του ίδιου του σχήματος: χωρίς σωματείο δεν μπορούσε να μετατρέψει συστηματικά την καταγγελία σε συλλογική διεκδίκηση, διαπραγμάτευση και απεργιακή πίεση. Η εμπειρία αυτή αποτέλεσε έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους ωρίμασε η ανάγκη ίδρυσης πανελλαδικού κλαδικού σωματείου.
Πέρα όμως από τα στενά όρια του κλάδου, το LABour εκείνης της περιόδου συνέβαλε επιπρόσθετα στην οργάνωση και συζήτηση της πτέρυγας είτε μέσα από τους συντονισμούς σχημάτων και κυρίως στη συνδιοργάνωση του διημέρου ενάντια στην ανεργία και την επισφάλεια του 2018, καθώς και μέσα από τη συμμετοχή του στη συνέλευση φεμινιστικών και εργατικών συλλογικοτήτων. Η εμπειρία αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική αξία. Έδειξε ότι ένα εργατικό σχήμα μπορεί να λειτουργεί όχι μόνο ως φορέας κλαδικών αιτημάτων, αλλά και ως πεδίο σύνδεσης διαφορετικών αντιστάσεων: της πάλης κατά της επισφάλειας με την πάλη κατά της έμφυλης καταπίεσης, της συλλογικής σύμβασης με την προστασία της μητρότητας, και της εργοδοτικής αυθαιρεσίας με την αυθεντία και την παρενόχληση μέσα στην ακαδημαϊκή ιεραρχία. Ταυτόχρονα, επιβεβαίωσε ότι αυτή η σύνδεση αποκτά μεγαλύτερη δύναμη όταν μεταφέρεται από τις πολιτικές συλλογικότητες στα ίδια τα σωματεία και στις συλλογικές διαδικασίες των εργαζομένων.
…και μετά ένα ΣΕΡΕΤΕ πανελλαδικό και κλαδικό, τόσο ως βούληση και όσο και ως αναγκαιότητα
Η ανάγκη μετάβασης από το εργατικό σχήμα στο σωματείο δεν προέκυψε αυτόματα. Ωρίμασε μέσα από την εμπειρία του LABour και αποτέλεσε αναγκαίο βήμα για να μετατραπεί η καταγραφή των προβλημάτων σε οργανωμένη διεκδίκηση και η αλληλεγγύη σε πραγματικό συσχετισμό δύναμης.
Η πορεία προς την ίδρυση του ΣΕΡΕΤΕ διήρκεσε περίπου ενάμιση χρόνο και περιλάμβανε ανοιχτές συνελεύσεις, επεξεργασία καταστατικού και συζητήσεις κυρίως γύρω από δύο αλληλένδετα ερωτήματα: ποιοι συγκροτούν τον κλάδο και ποια οργανωτική μορφή μπορεί να τους ενώσει.
Στο εσωτερικό αυτής της διαδικασίας αναπτύχθηκε έντονη διαπάλη γύρω από το εάν έπρεπε να δημιουργηθεί ένα ενιαίο πανελλαδικό κλαδικό σωματείο ή διαφορετικά τοπικά σωματεία. Η συζήτηση δεν αφορούσε απλώς ένα τεχνικό ζήτημα οργανωτικής δομής. Συμπύκνωνε διαφορετικές αντιλήψεις για την ενότητα του κλάδου, τα κριτήρια της εργασιακής ιδιότητας και τη σχέση ανάμεσα στις διαφορετικές κατηγορίες απασχολουμένων στην έρευνα.
Η αντίληψη που τελικά επικράτησε υποστήριζε ότι οι εργαζόμενοι του κλάδου μπορούν να συγκροτηθούν πιο αποτελεσματικά σε πανελλαδική κλίμακα. Οι ίδιοι χρηματοδοτικοί μηχανισμοί, οι διοικήσεις των ιδρυμάτων, τα ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα, οι συμβάσεις έργου και οι υποτροφίες διαμορφώνουν παρόμοιες εργασιακές σχέσεις στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα όλης της χώρας. Παράλληλα, η έντονη κινητικότητα των νέων ερευνητών από ίδρυμα σε ίδρυμα και από πόλη σε πόλη σήμαινε ότι ένα αποκλειστικά τοπικό σωματείο θα άφηνε εργαζομένους χωρίς σταθερή συνδικαλιστική κάλυψη.
Αντικείμενο αντιπαράθεσης ήταν και συζήτηση για την δυνατότητα εγγραφής συναδέλφων-ισσων στο σωματείο που δεν καλύπτονταν από κάποια σχέση εργασίας (έστω υποτροφίας), ενώ στην πράξη συμμετέχουν στο ερευνητικό/διδακτικό έργο. Η ανάγκη αυτή προέκυψε εξαιτίας των υπό διαμόρφωση καθυστερημένων χαρακτηριστικών του κλάδου και την ανάγκη συνδικαλιστικής οργάνωσης ενός σημαντικού κομματιού του (κυρίως υποψηφίων διδακτόρων) που εργάζεται χωρίς την εξασφάλιση στοιχειωδών εργασιακών δικαιωμάτων (μισθό-ωράριο-ασφάλιση). Η ανάγκη αυτή συγκρούστηκε με μια γραμμή συμμόρφωσης στο υπάρχον που εκφράστηκε από ορισμένους συναγωνιστές και δυνάμεις που έλεγε πως η συμπερίληψη όσων δεν έχουν επίσημα σχέση εργασίας, θα διαμόρφωνε ένα σωματείο-υβρίδιο το οποίο δεν θα μπορούσε να εκπροσωπηθεί ταυτόχρονα σε Εργατικά Κέντρα και υπονόμευε την αναγκαία ενότητα του δυναμικού που μπορούσε να εκφράσει το σωματείο. Εν τέλει το ερώτημα για το ποιους μπορεί να εκφράζει ένα σωματείο απαντήθηκε με όρους εργατικής πολιτικής από τον ίδιο τον κλάδο χωρίς να εγκλωβίζεται στα όρια της επίσημης συνδικαλιστικής πεπατημένης. Η ιεράρχηση αυτής της ανάγκης και η συμπερίληψη αυτής της δυνατότητας στο καταστατικό του σωματείου είχε θετική ανταπόκριση από τους ίδιους τους εργαζομένους που έμεναν στην αφάνεια, ενώ αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα για να κατακτηθεί σε ένα κρίσιμο κομμάτι του κλάδου αντίληψη που ορίζεται από την θέση τους μέσα στην παραγωγική διαδικασία και όχι από το πως τους βλέπουν οι διοικήσεις και η πλευρά της εργοδοσίας ή ο αστικοποιημένος συνδικαλισμός.
Το πιο σημαντικό στοιχείο στην πορεία συγκρότησης του σωματείου ήταν ότι τα παραπάνω ζητήματα με επιμονή των δυνάμεων μας τέθηκαν υπόψη και καθορίστηκαν από το ίδιο το δυναμικό του κλάδου που αποφάσισε εν τέλει τα ίδια τα χαρακτηριστικά που θα έχει το σωματείο μας. Πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση εφαρμογής της αρχής της εργατικής δημοκρατίας ακόμα και στις αντίξοες συνθήκες που όριζε η περίοδο των lock down και της πανδημίας το 2021. Στις διαδικασίες ψήφισης του καταστατικού και συγκρότησης του σωματείου πήραν μέρος σχεδόν 300 εργαζόμενοι και εργαζόμενες, από πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας. Ανάμεσά τους βρίσκονταν υποψήφιοι διδάκτορες, μεταδιδάκτορες, τεχνικό προσωπικό, μεταπτυχιακοί που εργάζονταν σε ερευνητικά προγράμματα και έκτακτο διδακτικό προσωπικό, με συμβάσεις, υποτροφίες ή χωρίς αμοιβή. Συμβολή στην συζήτηση είχε και ο Σύλλογος Εργαζομένων στην Έρευνα και Εκπαίδευση του ν. Ηρακλείου (ΣΕΕΕΗ), σωματείο το οποίο είχε συγκροτηθεί προηγούμενα με συμβολή και των δυνάμεων της οργάνωσης της νΚΑ στο Ηράκλειο.
Στην πορεία συγκρότησης του ΣΕΡΕΤΕ δεν μπορούμε να παρακάμψουμε και το ρόλο των δυνάμεων του ΚΚΕ. Από την μία πλευρά πιεζόμενοι από την πρωτοβουλία για την συγκρότηση του ΣΕΡΕΤΕ αναγνώρισαν με έναν τρόπο την ανάγκη συνδικαλιστικής οργάνωσης των συμβασιούχων ερευνητών και ενέτειναν την δράση τους γύρω από πραγματικά προβλήματα του κλάδου. Από την άλλη, σε επικοινωνία με ένα δυναμικό αγωνιστών που συμμετείχε στις διαδικασίες συγκρότησης του ΣΕΡΕΤΕ αλλά εν τέλει όχι στο ίδιο το σωματέιο, επέλεξε την αντιπαραθετική συγκρότηση και στήριξη τοπικών σωματείων συμβασιούχων ερευνητών και διδασκόντων (Πάτρα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη), αντί της συμμετοχής του στο πρόσφατα συγκροτημένο πανελλαδικό ΣΕΡΕΤΕ. Πρόκειται για μια διασπαστική κίνηση στο όνομα της κομματικής περιχαράκωσης που αντικειμενικά δυσκολεύει την ενιαία έκφραση του κλάδου και την πάλη για τις διεκδικήσεις του. Επιδίωξή μας δεν είναι η αναπαραγωγή ενός ανταγωνισμού μηχανισμών και από πλευράς μας επιδιώκουμε κοινή δράση όπου υπάρχει συμφωνία, δημόσια πολιτική αντιπαράθεση για τη γραμμή και τις μορφές οργάνωσης, και απεύθυνση στους ίδιους τους εργαζομένους. Κριτήριο πρέπει να είναι η ενότητα της εργατικής βάσης και όχι μια τεχνητή ενότητα των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Στρατηγικός μας στόχος παραμένει ένα ενιαίο, πανελλαδικό, δημοκρατικό και πραγματικά κλαδικό σωματείο, μέσα στο οποίο οι διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις θα κρίνονται ανοιχτά από τα ίδια του τα μέλη.
Θεωρούμε σημαντικό να πούμε πως η συγκρότηση σε προηγούμενη ιστορική φάση του ΣΜΤ αποτέλεσε τη μόνη «πεπατημένη» πάνω στην οποία στηριχτήκαμε για αρκετές πτυχές της συγγραφής του καταστατικού και μετέπειτα της πρότασης ΣΣΕ του σωματείου. Δυστυχώς η οργάνωση, τουλάχιστον μέσα από το δικό μας βίωμα εκείνης της περιόδου, ενώ έχει πλούσια συνδικαλιστική εμπειρία, αυτή μένει «κλειδωμένη» σε προφορική παράδοση ή προσωπικές απόψεις, χωρίς να επικοινωνείται γρήγορα και ευέλικτα όταν έρχεται η ανάγκη. Δεν ήταν λίγα τα λάθη που θα μπορούσαμε να έχουμε αποφύγει, δεν ήταν λίγες οι φορές που αναμετρηθήκαμε με τη δική μας άγνοια και την αδυναμία της οργάνωσης να μας βοηθήσει αποτελεσματικά και εγκαίρως. Υπάρχει σίγουρα μια γοητεία στη δημιουργική ορμή του καινούριου, όμως στα πλαίσια μιας κομμουνιστικής οργάνωσης σημεία συνέχειας στη δουλειά είναι αναγκαία ώστε να μεταλαμπαδεύεται η κεκτημένη εμπειρία.
(Αυτο)κριτικός απολογισμός
Η συγκρότηση του LABour και στη συνέχεια του ΣΕΡΕΤΕ δημιούργησε, για πρώτη φορά σε πανελλαδική κλίμακα, ένα αναγνωρίσιμο σημείο αναφοράς για τους εργαζομένους στην έρευνα και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το σωματείο άρχισε να υποδέχεται καταγγελίες για καθυστερήσεις ή μη καταβολή αμοιβών και υποτροφιών, διακοπές συμβάσεων λόγω εγκυμοσύνης, άρνηση άδειας μητρότητας, σεξουαλική παρενόχληση, απλήρωτη εργασία και απαίτηση επιστροφής ήδη καταβλημένων υποτροφιών.
Αυτός ο ρόλος ήταν σημαντικός, επειδή έφερε στην επιφάνεια όσα μέχρι τότε εμφανίζονταν ως ατομικές διαφορές ανάμεσα σε έναν νέο ερευνητή και τον επιβλέποντα, τον επιστημονικό υπεύθυνο ή το ίδρυμα. Η καταγγελία μιας εργαζόμενης μπορούσε πλέον να γίνει υπόθεση του σωματείου, να δημοσιοποιηθεί και να οδηγήσει σε κινητοποίηση. Η παρέμβαση στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών για την έμμισθη άδεια μητρότητας οδήγησε στην ικανοποίηση του άμεσου αιτήματος της εργαζόμενης, παρότι η λύση που δόθηκε δεν κατοχύρωσε συνολικά το αντίστοιχο δικαίωμα για όλες τις εργαζόμενες.
Η εμπειρία αυτή επιβεβαιώνει ότι ακόμη και η διεκδίκηση ενός άμεσου οικονομικού ή θεσμικού δικαιώματος μπορεί να έχει ευρύτερη σημασία. Η μάχη για την καταβολή μιας αμοιβής ή για τη συνέχιση μιας σύμβασης λόγω εγκυμοσύνης αποκαλύπτει ότι οι υποτροφίες και οι συμβάσεις έργου χρησιμοποιούνται συχνά για να αποκρύψουν την εξαρτημένη εργασία και να στερήσουν από τους εργαζομένους δικαιώματα που θα θεωρούνταν αυτονόητα σε μια κανονική σχέση μισθωτής εργασίας. Η οικονομική διεκδίκηση συναντά έτσι τον ιδρυτικό πυρήνα της παρέμβασής μας: την αναγνώριση ότι η παραγωγή ερευνητικού και διδακτικού έργου αποτελεί εργασία ανεξάρτητα από τη νομική μορφή και τον τρόπο αμοιβής της.
Την ίδια στιγμή, η δράση γύρω από τις υποτροφίες του ΙΚΥ το 2022-2023 φανέρωσε τα χαμηλά αντανακλαστικά συλλογικής διεκδίκησης που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν μεγάλα τμήματα του κλάδου. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην έλλειψη σοβαρών λόγων κινητοποίησης. Οι υπότροφοι των προγραμμάτων «ώριμων διδακτορικών» αντιμετώπισαν καθυστερήσεις πληρωμών, εκβιαστικές προθεσμίες ολοκλήρωσης της διατριβής, απαίτηση επιστροφής τροφείων και άρνηση αναγνώρισης ακόμη και της εγκυμοσύνης ως λόγου αναβολής. Τον Ιούλιο του 2022, 181 υποψήφιοι διδάκτορες απέστειλαν σχετική επιστολή διαμαρτυρίας, ενώ το ΣΕΡΕΤΕ συνέχισε τις παρεμβάσεις για την αλλαγή της ΚΥΑ και την καταβολή των οφειλομένων.
Παρά την ένταση του προβλήματος, η συμμετοχή στις συλλογικές διαδικασίες δεν ήταν αντίστοιχη του αριθμού των θιγόμενων υποτρόφων. Η ανασφάλεια, η ατομική εξάρτηση από τον επιβλέποντα, ο προσωρινός χαρακτήρας των προγραμμάτων, η προσδοκία μιας προσωπικής ακαδημαϊκής εξέλιξης και η αντίληψη ότι η υποτροφία αποτελεί επιβράβευση και όχι αμοιβή εργασίας δυσκολεύουν τη συγκρότηση σταθερής συλλογικής ταυτότητας. Έτσι, ακόμη και εργαζόμενοι που υφίστανται την ίδια πολιτική τείνουν να αναζητούν ατομικές λύσεις ή να ενεργοποιούνται μόνο όταν η πίεση γίνεται άμεση και προσωπική.
Η διαπίστωση αυτή δεν πρέπει να μετατραπεί σε μομφή προς τους εργαζομένους. Αναδεικνύει όμως ένα πραγματικό όριο: η ορθότητα των αιτημάτων και η δημόσια παρέμβαση του σωματείου δεν αρκούν για να δημιουργήσουν αγωνιστική κίνηση. Χρειάζεται επίμονη παρουσία στους χώρους, προσωπική επαφή, συνελεύσεις των ίδιων των θιγόμενων, επιτροπές αγώνα και μορφές δράσης που επιτρέπουν στους εργαζομένους να περάσουν από την υπογραφή μιας επιστολής στην ενεργό συλλογική διεκδίκηση. Χρειάζεται αυτό το πλαίσιο αιτημάτων να συνδέεται με μια συνολική στρατηγική πρόταση για τον ρόλο της επιστήμης και της έρευνας στις ανθρώπινες κοινωνίες -και αυτό λείπει σημαντικά, ρόλο που πρέπει να επιτελέσει κυρίως η αυτοτελής δουλειά της κομμουνιστικής οργάνωσης.
Το ΣΕΡΕΤΕ έχει ορθά συγκεντρώσει μεγάλο μέρος της δράσης του στο τρίπτυχο μισθός, ωράριο, ασφάλιση. Η κατεύθυνση αυτή ενοποιεί εργαζομένους με διαφορετικές σχέσεις απασχόλησης και αποκαλύπτει ότι η διάκριση ανάμεσα σε συμβασιούχους, υποτρόφους και αμισθί ερευνητές αποτελεί μηχανισμό συμπίεσης των δικαιωμάτων ολόκληρου του κλάδου. Πάνω σε αυτά τα αιτήματα οργανώθηκαν κλαδικές απεργίες, καθώς και πρωτοβουλίες συντονισμού σωματείων και φορέων της έρευνας.
Ο οικονομικός αγώνας δεν είναι ούτε περιορισμένος ούτε «δευτερεύων». Μέσα από αυτόν μπορούν να στρατευτούν ευρύτερα τμήματα εργαζομένων, να δοκιμαστεί η χρησιμότητα του σωματείου και να δημιουργηθεί ο συσχετισμός για την υπογραφή κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ασχολούμαστε πολύ με τα οικονομικά αιτήματα, αλλά ότι δεν κατορθώνουμε πάντοτε να τα συνδέσουμε με μια συνολικότερη στρατηγική για το ποιος οργανώνει, χρηματοδοτεί και αξιοποιεί την έρευνα και τι θέλουμε εμείς. Η διεκδίκηση καλύτερου μισθού δεν μπορεί να διαχωριστεί από την απαίτηση σταθερής δημόσιας χρηματοδότησης. Το αίτημα για ωράριο συγκρούεται με το μοντέλο των ανταγωνιστικών προγραμμάτων, των ανελαστικών παραδοτέων και της διαρκούς διαθεσιμότητας. Η ασφάλιση και οι άδειες προϋποθέτουν την αναγνώριση της εξαρτημένης εργασίας που αποκρύπτεται πίσω από υποτροφίες, δελτία παροχής υπηρεσιών και συμβάσεις έργου.
Η δράση γύρω από το τρίπτυχο μισθός-ωράριο-ασφάλιση έδωσε στο σωματείο απεργιακή εμπειρία, δημόσια παρουσία και δυνατότητα κοινής δράσης με άλλες οργανώσεις. Οι απεργίες του Μαΐου 2025 και Ιουνίου 2026 οργανώθηκαν με πανελλαδικές συγκεντρώσεις και συμμετοχή πρωτοβάθμιων σωματείων και ομοσπονδιών, ενώ ακολούθησαν προσπάθειες μονιμότερου συντονισμού μέσα στον χώρο της έρευνας. Παρ' όλα αυτά, η κίνηση αυτή δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε διαρκή αγωνιστικό κύκλο ούτε έχει επιβάλει την έναρξη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης για κλαδική ΣΣΕ. Και εδώ εμφανίζεται μια σχετική στασιμότητα. Οι απεργίες και οι κεντρικές πρωτοβουλίες δεν στηρίζονται ακόμη σε σταθερές επιτροπές στους περισσότερους χώρους, σε συστηματική συμμετοχή της μεγάλης μάζας του κλάδου και σε επεξεργασμένο σχέδιο κλιμάκωσης. Μετά από κάθε κεντρική κινητοποίηση υπάρχει ο κίνδυνος επιστροφής στην καθημερινότητα της διαχείρισης καταγγελιών, χωρίς η αγωνιστική εμπειρία να αποκρυσταλλώνεται σε νέα οργάνωση.
Η υπέρβαση αυτής της στασιμότητας απαιτεί πρωτοβουλίες που θα αποβλέπουν συνειδητά στη συγκρότηση ενός πρωτοπόρου αγωνιστικού δυναμικού μέσα στον κλάδο. Όχι μιας κλειστής ομάδας που θα δρα αντί των εργαζομένων, αλλά ενός δικτύου ενεργών μελών, σωματειακών επιτροπών και επιτροπών αγώνα που θα μπορεί να προετοιμάζει συγκρούσεις, να οργανώνει τους συναδέλφους και να εξασφαλίζει συνέχεια ανάμεσα στις κινητοποιήσεις, κινητοποιήσεις που δεν γίνονται σε κενό αλλά μέσα στο κλίμα ανάπτυξης της πανεπιστημιακής αστυνομίας, της αυξανόμενης εχθρότητας των διοικήσεων σε κινητοποιήσεις και απολύσεων (ΕΚΠΑ) ή πειθαρχικών και διώξεων (ΕΜΠ). Η εμπειρία της «Βραδιάς του Ερευνητή» είναι αποκαλυπτική. Όταν το ΣΕΡΕΤΕ επιχείρησε να αναδείξει τις συνθήκες εργασίας πίσω από τη δημόσια βιτρίνα της επιχειρηματικής καινοτομίας, η παρέμβασή του τον Σεπτέμβριο του 2024 αντιμετωπίστηκε με αστυνομική καταστολή, 22 προσαγωγές και 11 συλλήψεις, ανάμεσά τους και μέλος του ΔΣ του σωματείου, που ακόμη εκκρεμεί δικαστικά. Ακολούθησαν κλήσεις για εξηγήσεις, προκαταρκτική εξέταση, παραπομπή υποψήφιου διδάκτορα σε πειθαρχική διαδικασία και αποκλεισμός του ΣΕΡΕΤΕ από την πρόσβαση στους χώρους του ΕΜΠ, ακόμη και από τις συναντήσεις με τη διοίκηση.
Η αλληλουχία αυτή δείχνει ότι οι διοικήσεις μπορούν να ανέχονται μέχρι ενός σημείου τη διαχείριση ατομικών παραπόνων, αλλά αντιδρούν πολύ πιο επιθετικά όταν το σωματείο αμφισβητεί δημόσια την εικόνα του «άριστου» και επιχειρηματικού πανεπιστημίου. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η υποχώρηση σε μια ασφαλή, εσωτερική συνδικαλιστική δράση. Χρειάζεται μεγαλύτερη δημόσια έκθεση των πραγματικών εργασιακών σχέσεων, κοινές παρεμβάσεις με άλλα σωματεία και φοιτητικούς συλλόγους, καθώς και οργανωμένη πολιτική, συνδικαλιστική και νομική προστασία όσων καταγγέλλουν την αυθαιρεσία.
Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη οξύτητα μπροστά στη στροφή προς την πολεμική οικονομία. Πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα συμμετέχουν σε προγράμματα χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, τις ένοπλες δυνάμεις και φορείς όπως το Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας. Στο ΕΚΕΤΑ καταγγέλθηκε ακόμη και η προετοιμασία ερευνητικών εργαστηρίων για συμμετοχή στην άσκηση «Παρμενίων-25», ενώ το ΣΕΡΕΤΕ έχει επισημάνει ότι η φθηνή εργασία υψηλής ειδίκευσης διοχετεύεται όλο και περισσότερο σε πολεμικές εφαρμογές.
Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει τα όρια ενός οικονομικού αγώνα που δεν συζητά τον σκοπό της έρευνας. Ένας εργαζόμενος μπορεί να διεκδικεί καλύτερο μισθό και σταθερή σύμβαση, ενώ το έργο του εντάσσεται στην ανάπτυξη οπλικών, επιτηρητικών ή κατασταλτικών τεχνολογιών. Δεν αρκεί επομένως να απαιτούμε καλύτερους όρους συμμετοχής στα προγράμματα. Πρέπει να διεκδικούμε συλλογικό λόγο των εργαζομένων για το αντικείμενο, τη χρηματοδότηση, τους συνεργαζόμενους φορείς και τη χρήση των αποτελεσμάτων της εργασίας τους.
Οφείλουμε, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε με σαφήνεια ότι υστερούμε σημαντικά, ιδιαίτερα απέναντι στην πολεμική προετοιμασία και στις αλλαγές που αυτή επιφέρει στην έρευνα. Έχουμε τοποθετηθεί κατά της πολεμικής έρευνας, έχουμε αντιδράσει σε συγκεκριμένες συνεργασίες και το ζήτημα περιλαμβάνεται στους καταστατικούς σκοπούς του ΣΕΡΕΤΕ. Δεν έχουμε όμως ακόμη αναπτύξει παρέμβαση αντίστοιχη με την ταχύτητα, το βάθος και την έκταση της στροφής των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων προς την πολεμική οικονομία.
Η υστέρηση αυτή αφορά την ανεπαρκή χαρτογράφηση των προγραμμάτων, τη μικρή σταθερή παρουσία στους χώρους όπου αυτά υλοποιούνται, την περιορισμένη συζήτηση με τους εργαζομένους που συμμετέχουν σε τεχνολογίες «διττής χρήσης» και, κυρίως, την απουσία μιας ολοκληρωμένης πολιτικής γραμμής που θα συνδέει την πολεμική έρευνα με τη χρηματοδότηση, την επιχειρηματικοποίηση και τις εργασιακές σχέσεις. Η καταγγελία είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί όταν η πολεμική κατεύθυνση ενσωματώνεται σταδιακά στην καθημερινή λειτουργία των ιδρυμάτων.
Για την έρευνα, τα ερωτήματα αυτά δεν είναι εξωτερικά προς τον συνδικαλιστικό αγώνα. Καθορίζουν τις χρηματοδοτικές ροές, τα αντικείμενα που θεωρούνται «καινοτόμα», τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται, τον τρόπο αξιολόγησης των ερευνητών και τελικά τις υλικές προϋποθέσεις του ίδιου του κλάδου. Όταν η χρηματοδότηση κατευθύνεται στις ανάγκες της αγοράς ή της πολεμικής βιομηχανίας, η επιλογή του ερευνητικού αντικειμένου δεν είναι ελεύθερη, ακόμη και αν τυπικά εμφανίζεται ως ατομική επιστημονική απόφαση. Αυτό διαμορφώνει εν τέλει και την ιδεολογία που κυριαρχεί στον κλάδο.
Σε ένα άλλο επίπεδο, ειδική μνεία θα θέλαμε να κάνουμε, στο γεγονός ότι το ΣΕΡΕΤΕ ανέδειξε εξαρχής την πάλη ενάντια στις έμφυλες διακρίσεις ως αναπόσπαστο τμήμα του εργατικού αγώνα. Συγκρότησε ειδική Επιτροπή ενάντια στις Έμφυλες Διακρίσεις, με σταθερές συναντήσεις και αυτοτελή δυνατότητα επικοινωνίας, η οποία απευθύνεται σε όσες και όσους έχουν βιώσει παρενόχληση, εκφοβισμό, κακοποιητική συμπεριφορά ή διάκριση λόγω φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού. Το σωματείο έχει παρέμβει σε υποθέσεις σεξουαλικής παρενόχλησης και συγκάλυψής της, έχει στηρίξει καταγγέλλουσες και έχει διεκδικήσει πλήρη προστασία της μητρότητας, άδειες ανεξάρτητα από τη μορφή απασχόλησης και συνέχιση της εργασίας ή της διατριβής των επιζωσών χωρίς απομάκρυνση από τον κλάδο, ενώ λαμβάνει νέες καταγγελίες διαρκώς.
Οι ιδιαίτερες εργασιακές σχέσεις στην έρευνα ενισχύουν την εργοδοτική αυθαιρεσία και τη δυνατότητα παρενόχλησης. Η εξάρτηση από τον επιβλέποντα ή τον επιστημονικό υπεύθυνο δεν αφορά μόνο την καθημερινή εργασία, αλλά συχνά τη χρηματοδότηση, την ανανέωση της σύμβασης, την ολοκλήρωση της διατριβής, τις δημοσιεύσεις και ολόκληρη τη μελλοντική πορεία του ερευνητή. Οι προσωρινές συμβάσεις, οι υποτροφίες χωρίς δικαιώματα, η αμισθί εργασία και οι κλειστές ιεραρχίες των εργαστηρίων ενισχύουν τον φόβο της καταγγελίας και επιτρέπουν τη συγκάλυψη. Η πάλη λοιπόν για τη δικαίωση των καταγγελουσών δεν αφορά μόνο την παρενόχληση, αλλά και το εργασιακό τους μέλλον στην έρευνα, που λόγω της αδιαφορίας ή και συγκάλυψης από πλευράς ιδρυμάτων, παραμένει θολό. Θεωρούμε, επομένως, αυτή την πλευρά της λειτουργίας του σωματείου μας ιδιαίτερα σημαντική για την εμπιστοσύνη των συναδελφισσών στη δυνατότητα της συλλογικότητας να αποσπά νίκες όταν όλα τα άλλα μοιάζουν αδύνατα.
Η λυδία λίθος της ΣΣΕ
Το ΣΕΡΕΤΕ έχει επεξεργαστεί ένα σημαντικό σχέδιο κλαδικής ΣΣΕ. Οι βασικοί του άξονες είναι: κατάργηση των υποτροφιών και αντικατάστασή τους από συμβάσεις εργασίας, βασικός μισθός 1.500 ευρώ για νέο ερευνητή χωρίς προϋπηρεσία, πλήρης ασφάλιση, κατοχυρωμένο εβδομαδιαίο ωράριο, αναγνώριση προϋπηρεσίας, επιδόματα, 13ος και 14ος μισθός, άδειες μητρότητας και πατρότητας, μέτρα υγείας και ασφάλειας και πλήρη συνδικαλιστικά δικαιώματα.
Η σημαντικότερη καινοτομία αφορά τις υποτροφίες. Δεν ζητάμε απλώς αύξηση και έγκαιρη καταβολή τους, αλλά την κατάργησή τους όταν υποκρύπτουν εργασία και τη μετατροπή τους σε συμβάσεις με μισθό, ασφάλιση και δικαιώματα. Η θέση αυτή απορρέει από την ιδρυτική τομή του ΣΕΡΕΤΕ: η παραγωγή ερευνητικού έργου και η εκπόνηση διδακτορικής διατριβής αποτελούν εργασία, ανεξάρτητα από τον τρόπο αμοιβής.
Σημαντική διαπάλη αναπτύχθηκε γύρω από το ποιον αναγνωρίζουμε ως εργοδότη και τη θέση των μελών ΔΕΠ. Υποστηρίξαμε και πως βασική εργοδοτική πλευρά είναι το πλέγμα κράτους, ΕΕ, επιχειρήσεων, ιδρυμάτων και χρηματοδοτικών μηχανισμών. Τα μέλη ΔΕΠ ως επιστημονικοί υπεύθυνοι προσλαμβάνουν, αξιολογούν, κατανέμουν εργασία ή διακόπτουν συμβάσεις, λειτουργούν ως φορείς της εργοδοτικής εξουσίας.
Παρά την αξία του, το σχέδιο έχει μείνει ουσιαστικά στο συρτάρι. Για να επανεκκινήσει η μάχη χρειάζεται συνελεύσεις ανά ίδρυμα, καμπάνια εγγραφών, κοινή δράση με τα υπόλοιπα σωματεία της έρευνας και επίσημη κατάθεση της πρότασης σε υπουργεία, διοικήσεις, ΕΛΚΕ και ερευνητικά κέντρα.
Η εργοδοσία δεν θα διαπραγματευτεί επειδή το σχέδιο είναι δίκαιο ή τεκμηριωμένο. Χρειάζεται πραγματική πίεση: παραστάσεις στις διοικήσεις, στάσεις εργασίας, συντονισμένη αποχή από ερευνητικό και διδακτικό έργο, παρεμβάσεις σε παραδοτέα και εκδηλώσεις προβολής και, τελικά, πανελλαδική κλαδική απεργία με σχέδιο κλιμάκωσης.
Το ζήτημα της διεκδίκησης και υπογραφής ΣΣΕ και τα όρια που έχουν οι υπάρχουσες προσπάθειες δεν αφορούν στενά τον κλάδο της έρευνας. Με παρόμοιες καταστάσεις βρίσκονται αντιμέτωπες οι δυνάμεις μας σε πολλούς κλάδους του ιδιωτικού τομέα (Τεχνικοί, Ιδιωτική Εκπαίδευση, κοκ), όπου η εργοδοσία αξιοποιώντας όλο το αντεργατικό οπλοστάσιο των μνημονίων (υποχρεωτική διαιτησία, υποχρεωτικότητα ΣΣΕ κ.α), δεν δεσμεύεται με κανένα τρόπο στην διαδικασία υπογραφής και εφαρμογής μιας ΣΣΕ. Η πρόσφατη εμπειρία εργατικών αγώνων και κατοχύρωσης διεκδικήσεων δείχνει ότι χωρίς τη συγκρότηση αγωνιστικού υποκειμένου που θα μπορεί να δώσει μάχες και να πιέσει πραγματικά την πλευρά της εργοδοσίας δεν μπορούν να υπάρξουν κατακτήσεις. Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι μόνο να έχουμε ένα καλό σχέδιο, αλλά να συγκροτήσουμε τη δύναμη που θα υποχρεώσει την εργοδοσία να το συζητήσει.
Οι συντονισμοί και ο Συντονισμός
Σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του, το ΣΕΡΕΤΕ επιδίωξε, με διαφορετική ένταση και αποτελεσματικότητα, τον συντονισμό με άλλα σωματεία, συλλόγους και εργατικές συλλογικότητες. Καταρχάς εντός του κλάδου, από την πανεπιστημιακή αστυνομία και τις πολλές περιπτώσεις στοχοποίησης των μελών μας στο ΕΜΠ ως την οργάνωση κλαδικών απεργιών. Οι συντονισμοί αυτοί διευκόλυναν κοινά καλέσματα, απεργιακές κινητοποιήσεις και την επαφή με αγωνιστικά σωματεία επιχειρησιακά και ομοσπονδίες. Ωστόσο, παρέμειναν συχνά συγκυριακοί και στηρίχθηκαν περισσότερο στις πολιτικοποιημένες μειοψηφίες και στις διοικήσεις των σωματείων παρά σε σταθερές αποφάσεις και ενεργή συμμετοχή της εργατικής βάσης. Η συζήτηση δε για συλλογική σύμβαση εργασίας σε αυτούς τους συντονισμούς μένει μόνιμα εκτός κάδρου.
Όσον αφορά στη συμμετοχή του ΣΕΡΕΤΕ στον Συντονισμό Πρωτοβάθμιων Σωματείων και σε άλλες μορφές κοινής δράσης, είναι σίγουρο πως βοήθησε το σωματείο να υπερβεί την κλαδική του απομόνωση και να συνδέσει τα ιδιαίτερα προβλήματα της έρευνας με ευρύτερες εργατικές και κοινωνικές μάχες. Οι συντονισμοί αυτοί διευκόλυναν κοινά καλέσματα, απεργιακές κινητοποιήσεις και την επαφή με αγωνιστικά σωματεία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Χαρακτηριστική ήταν η εμπειρία του Μαρτίου του 2023, μετά το έγκλημα στα Τέμπη. Ο Συντονισμός συνέβαλε στην άμεση κινητοποίηση πρωτοβάθμιων σωματείων και στην πίεση για απεργιακή κλιμάκωση, σε μια περίοδο κατά την οποία η οργή της νεολαίας συναντήθηκε με τη δράση των εργαζομένων. Το κλίμα ήδη έβραζε με τις κινητοποιήσεις γύρω από το ΠΔ 85 και οι φοιτητικοί σύλλογοι βρίσκονταν σε αναταραχη. Η απεργία της 8ης Μαρτίου απέκτησε χαρακτήρα πανεργατικής κινητοποίησης για τα Τέμπη, με αποφάσεις σωματείων, ομοσπονδιών και κλάδων που επέκτειναν ή προκήρυξαν απεργία, χωρίς την ΓΣΕΕ.
Ο Μάρτιος του 2023 δείχνει ότι ο Συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων μπορούσε να συμβάλει στην κινητοποίηση των αγωνιστικών δυνάμεων και στην πίεση για απεργιακή κλιμάκωση, αλλά όχι να οργανώσει αυτοτελώς τη συνέχεια της κοινωνικής έκρηξης μετά τα Τέμπη. Οι μαζικές απεργίες της 8ης και της 16ης Μαρτίου απέδειξαν ότι υπήρχε δυνατότητα το σύνθημα «οι ζωές μας πάνω από τα κέρδη τους» να μετατραπεί σε βαθύτερη σύγκρουση με την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και της επιχειρηματικής λειτουργίας των κοινωνικών αγαθών, παρότι αυτό δεν προχώρησε. Και αυτό είναι ένα ζήτημα που θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης της συνδιάσκεψης, το πως η γραμμή για ένα άλλο κέντρο αγώνα μπορεί να βγαίνει κερδισμένη μέσα από τις δυναμικές που διαμορφώνονται εντός της ταξικής πάλης.
Έκτοτε, οι προσπάθειες για μια πιο σταθερή ύπαρξη της πρωτοβουλίας για τον συντονισμό πρωτοβάθμιων σωματείων φαίνεται να δίνουν κάποια αποτελέσματα. Είναι όμως διακύβευμα το αν θα καταφέρει η πρωτοβουλία αυτή να ξεπεράσει τον σταθερό αριθμό σωματείων που την απαρτίζουν και να αποτελέσει έναν άξονα αναφοράς για το εργατικό κίνημα το επόμενο διάστημα.
Για την παρέμβαση της κομμουνιστικής οργάνωσης στον κλάδο της έρευνας
Όπως αναφέρεται στην εισήγηση κριτήριο και μέτρο της δουλειάς μας στην εργατική τάξη είναι η οικοδόμηση της εργατικής, κομμουνιστικής οργάνωσης. Ενώ είναι σαφές πως η οργάνωση μας είχε πρωταρχικό ρόλο στην διαμόρφωση θέσεων για τον κλάδο, στην οικοδόμηση του σωματείου και του σχήματος, υπολείπεται σημαντικά στο ζήτημα της αυτοτελούς πολιτικής και οργανωτικής της ανάπτυξης. Αυτή η αδυναμία που χαρακτήριζε αρκετές εργατοπαραγωγικές οργανώσεις του ΝΑΡ δεν πρέπει να κληρονομηθεί στην ΚΑ.
Το ζήτημα της κομματικής ανάπτυξης δεν αφορά μόνο ή στενά την οργανωτική του πλευρά (πχ αν γίνονται εντάξεις στην οργάνωση) ενώ θα πρέπει να διαχωριστεί και από στρεβλές αντιλήψεις που παραβλέπουν την αυτοτέλεια της πτέρυγας και του κινήματος και φορτώνεται με αυτό το τρόπο ο ρόλος τους στην λειτουργία της οργάνωσης. Επιπρόσθετα στα σημεία που αναφέρονται εισηγητικά, ως οργάνωση έρευνας θα πρέπει να αναλάβουμε το μερίδιο που μας αντιστοιχεί στην ανάπτυξη της κομμουνιστικής στρατηγικής, την ανάπτυξη των θέσεων μας για την επιστήμη και το ρόλο της στο πλαίσιο ενός κομμουνιστικού προγράμματος. Είναι αναγκαίο σε μια εποχή που η γνώση μετατρέπεται όλο και ταχύτερα σε παραγωγική δύναμη οι δυνάμεις μας να μπορούν να περιγράφουν πως θα μπορούσαν αυτές οι δυνατότητες να πραγματωθούν στο πλαίσιο μιας άλλης κοινωνίας, ποιον ρόλο των ερευνητών διεκδικούμε στην παραγωγή νέας γνώσης αλλά και να αναπτύσσουν αξιοποιώντας τα μαρξιστικά εργαλεία την αναγκαία κριτική στην πολιτική και ιδεολογία του κεφαλαίου και κατ' επέκταση στις άμεσες του κατευθύνσεις. Αυτή η συζήτηση είναι αναγκαία για να μπορεί να συγκροτήσει, έστω και μειοψηφικά στην παρούσα φάση, ένα σύγχρονο ρεύμα σκέψης που θα μπορεί να αντιπαρατίθεται με την στρατηγική του κεφαλαίου στην έρευνα και να αλληλεπιδρά δημιουργικά με τις αγωνιστικές πρωτοπορίες εντός του κινήματος και του κλάδου. Με κέντρο αυτή την πολιτική αντίληψη θα πρέπει να επιδιώξουμε την ένταξη νέων συντρόφων-ισσων στην οργάνωση - όχι μόνο προεκτείνοντας την συμφωνία τους πάνω στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης που αναπτύσσουμε στο σχήμα και το μαζικό κίνημα - αλλά και να περιγράψουμε σχέδιο πανελλαδικής συγκρότησης οργάνωσης στην έρευνα το επόμενο διάστημα.
Περιθώρια και ορίζουσες
Αν προσπαθήσουμε να συμπυκνώσουμε τα παραπάνω σε λίγες φράσεις θα λέγαμε πως μέσα σε μια δεκαετία δράσης συμβάλαμε στην συγκρότηση σχήματος και πανελλαδικού σωματείου στον κλάδο της έρευνας που μετρά 6 παραρτήματα και αρκετές εκατοντάδες μέλη, είναι αναγνωρίσιμο στους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες στον κλάδο και έχει επιτύχει ορισμένες νίκες σε επιμέρους ζητήματα, ενώ έχει καταρτίσει και σχέδιο Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Προχωρήσαμε σε ανάλυση του κλάδου -που όμως πλέον χρειάζεται επικαιροποίηση- και κάναμε ορισμένα βήματα στην κατεύθυνση ανάπτυξης μιας οργανικής σύνδεσης των αιτημάτων του εργατικού κινήματος με αυτά του φεμινιστικού και του αντιπολεμικού.
Το αποφασιστικό όριο της μέχρι τώρα ζωής του ΣΕΡΕΤΕ είναι ότι εξακολουθεί να αφορά κυρίως τις αγωνιστικές μειοψηφίες του κλάδου. Αυτό δεν σημαίνει ότι η προσπάθεια ήταν περιθωριακή ή χωρίς πραγματική απήχηση. Ωστόσο, η εγγραφή στο μητρώο, η εκλογική συμμετοχή και, πολύ περισσότερο, η σταθερή συμμετοχή σε συνελεύσεις, επιτροπές και κινητοποιήσεις παραμένουν διαφορετικά επίπεδα οργάνωσης. Η μεγάλη μάζα των εργαζομένων στην έρευνα εξακολουθεί να βρίσκεται έξω από σταθερές συλλογικές διαδικασίες, ενώ σε πολλά ιδρύματα το σωματείο δεν έχει ακόμη συγκροτήσει μόνιμη παρουσία.
Εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη αντίφαση. Καταφέραμε να αποδείξουμε ότι οι ερευνητές και οι ερευνήτριες αποτελούν εργαζομένους και μπορούν να οργανωθούν κλαδικά. Δεν έχουμε κατορθώσει ακόμη να μετατρέψουμε αυτή την αναγνώριση σε μαζική υλική δύναμη που να μπορεί να επιβάλλει όρους στην εργοδοσία, στις διοικήσεις και στην κυβέρνηση.
Υπάρχουν πολλά ακόμα που θα μπορούσαμε να γράψουμε και σίγουρα τα όσα έχουμε παραθέσει είναι μέσα από το προσωπικό φίλτρο της εμπειρίας, εξ' ορισμού μερικά. Ελπίζουμε όμως να διαφαίνεται η ανάγκη για βάθεμα των επεξεργασιών των οργανώσεων βάσης έρευνας και ΑΕΙ ανά την Ελλάδα γύρω από τις εξελίξεις στον κλάδο και τη σύνδεση με την πολεμική βιομηχανία, αλλά και ένα πρόγραμμα απελευθερωτικής παιδείας και εργασίας στην τριτοβάθμια ή το περιβόητο «έρευνα για τις κοινωνικές ανάγκες». Σημαντική πτυχή αποτελεί η πανελλαδικοποίηση της δουλειάς της οργάνωσής μας με συντονισμό των κατά τόπους ΟΒ. Αντίστοιχα επιδιώκουμε τα όσα καταθέτουμε να βοηθήσουν ανάλογα βήματα σε άλλους κλάδους. Και σίγουρα είναι από πλευράς μας ευχή και δέσμευση η συμμετοχή και ανάπτυξη της πάλης μέσα από το σωματείο μας στην κατεύθυνση ενός εργατικού κινήματος επικίνδυνου, ικανού να θέτει όχι τα αναχώματα, αλλά τα επίδικα. Και να νικά.
Ολύβια Τζιουβάρα, ΟΒ ΑΕΙ_Έρευνας, Οργ. Αττικής ΚΑ
Χρήστος Κοσίνας, ΟΒ Εξωτερικού ΚΑ
Comments