Η εργατική δουλειά και η πρόταση του Εργατικού Κινήματος Χειραφέτησης σε ένα δεδομένο συσχετισμό

Συμβολή στην 1η Εργατική Συνδιάσκεψη της Κ.Α.
του Σοφοκλή Καλοϊδά
Είναι κοινή παραδοχή πως στο εργατικό κίνημα το κλείσιμο των κύκλων αγώνων μιας προηγούμενης φάσης της ταξικής πάλης μας βρίσκει σε δυσμενέστερες θέσεις. Αποτελεί θετική παρακαταθήκη πως η στάση μας στο εργατικό κίνημα και η αναδιάταξη της εργατικής δουλειάς είναι ζήτημα Εργατικής Συνδιάσκεψης, μιας συλλογικής διαδικασίας που μπορεί να μας δώσει ώθηση μπροστά στις νέες προκλήσεις της ταξικής πάλης. Δεν αποτελεί μια σίγουρη λύση σε όσα προβλήματα έχουμε αλλά μπορεί να μας θέσει ξανά σε αποφασιστική κίνηση. Ξεκινάμε από μια διευρυμένη παρουσία των δυνάμεων μας σε κλάδους που δεν υπήρχε παρέμβαση στο παρελθόν αλλά με το νευραλγικό σχέδιο συντονισμού πρωτοβάθμιων σωματείων να βρίσκεται σε ανασυγκρότηση, η ανάγκη για μαζική είσοδο μας στον «βαθύ» ιδιωτικό τομέα και σε τμήματα της χειρωνακτικής και ειδικευμένης μισθωτής εργασίας να μην έχει γίνει στον βαθμό που απαιτείται. Με μια αντίφαση πρωτοπόρας εμπειρίας σε εργασιακούς χώρους αλλά και αδυναμίας να εκτεθούμε σε πρώτα νέα βήματα για την εργατική μας δουλειά τον τελευταίο καιρό. Η αναγνώριση αυτών των ζητημάτων είναι η αρχή, το σχέδιο και η εμπλοκή μας ο δρόμος. Με το κείμενο αυτό θέλω να θέσω κάποιες σκέψεις σε αυτά τα ζητήματα.
Εργασιακοί χώροι: βαρύτητα και δυνατότητες παρέμβασης
Η σημασία των εργασιακών χώρων για τους κομμουνιστές δεν είναι κάτι καινούριο. Ο σχεδιασμένος τρόπος παρέμβασης, δεν υποτιμά κάποιον χώρο εργασίας, αλλά δημιουργεί μια διαβάθμιση στην σημασία τους. Διαβάθμιση από το πόσο εύκολα μπορεί κανείς να βρει την εργατική τάξη, τι συνθήκες συναντά εντός των χώρων και τι σημασία έχουν για την καπιταλιστική οικονομία. Αυτός ο χωρισμός δίνει και άλλη βαρύτητα στην παρέμβαση του κάθε χώρου. Στις θέσεις της Συνδιάσκεψης δίνονται στοιχεία και κριτήρια για μια λογική ιεράρχησης εργατικών κλάδων και χώρων.
Ας ξεκινήσουμε με το κριτήριο του μεγέθους. Στις θέσεις αναφέρεται πως το 46,5% (πρακτικά 1 στους 2) των εργαζομένων δουλεύει σε μεσαίες (50-249 εργαζόμενοι) και σε μεγάλες επιχειρήσεις (250+ εργαζόμενοι). Πρακτικά σε αυτους τους μαζικούς χώρους η παρέμβαση των κομμουνιστών και των συνδικαλιστικού κινήματος ανοίγει δυνατότητες να ακουστεί ο λόγος τους, να μαθευτεί και υιοθετηθεί η δράση τους σε πολύ ευρύτερα ακροατήρια. Παράλληλα, η μεγάλη συγκέντρωση δημιουργεί και άλλες δυνατότητες επικοινωνίας μεταξύ συναδέλφων, δημιουργίας δεσμών και ζύμωσης. Εξαίρεση, αποτελούν μεσαίοι και μεγάλοι χώροι (κυρίως τηλεπικοινωνιών και ψηφιακών τεχνολογιών) που παρά την μεγάλη συγκέντρωση υπάρχουν οι ιδιαιτερότητες της τηλεργασίας και το στοίχημα να εφευρεθούν νέοι τρόποι παρέμβασης και δημιουργίας δεσμών μεταξύ συναδέλφων. Ακόμα και έτσι, όμως, στον ίδιο κλάδο συνήθως αυτές οι εταιρείες διατηρούν μεγάλους χώρους γραφείων και υβριδική εργασία σε σχέση με μικρότερους που η απομάκρυνση των εργαζομένων είναι σταθερή ή ποσοτικά πολύ πιο εμφανής. Το μέγεθος δεν έχει μόνο την ποσοτική πλευρά αλλά και την ποιοτική. Ένας μαζικός χώρος εργασίας μέσα από την οργάνωση και τον καταμερισμό της εργασίας αναγκαστικά βασίζεται στην ανεπτυγμένη συνεργασία των εργαζόμενων και την πιο διευρυμένη εισαγωγή τεχνολογίας, μηχανοποίησης και αυτοματοποίησης σε σχέση με τους μικρότερους. Αυτό δεν αναιρεί πως η εργοδοσία σπέρνει, πολλές φορές επιτυχώς, τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό των εργαζομένων και πως η δουλειά παύει να είναι μονότονη. Όμως δημιουργεί και μια αντίφαση. Η ανεπτυγμένη συνεργασία σε συνδυασμό με την τεχνολογία δημιουργεί τεράστιες παραγωγικές δυνατότητες. Οι μεγάλες εγχώριες ή πολυεθνικές παραγωγικές μονάδες δημιουργούν τεράστιες ποσότητες εμπορευμάτων με μόλις κάποιες εκατοντάδες εργαζομένων εντός τους. Από την μία, αυτή η αντίφαση δείχνει πως η συλλογική εργασία των εργαζόμενων εντός τους έχει τεράστια δύναμη, κάνει εμφανές ποιος πραγματικά παράγει τον πλούτο, από την άλλη πως κανενός η μεμονωμένη εργασία δεν είναι τόσο σημαντική συγκριτικά με του διπλανού του στην ίδια μονάδα. Όσο ικανός και επιδέξιος και να είσαι, μόλις σταματήσει το προηγούμενο ή επόμενο τμήμα της παραγωγής, παύεις να παράγεις και εσύ ο ίδιος, ικανότητες και δεξιότητες μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με την συλλογική προσπάθεια. Ξεχωρίζει η συλλογική έναντι της ατομικής προσπάθειας, δημιουργώντας πιο εύφορο πεδίο και για αντίστοιχη εργατική συνείδηση.
Με βάση το κριτήριο των συνθηκών. Οι εργασιακοί χώροι εμφανίζουν μια βεντάλια ταχυτήτων στις εργασιακές συνθήκες που επικρατούν αλλά και στο επίπεδο οργάνωσης, στις αγωνιστικές διαθέσεις που έχει η τάξη εντός τους. Αρχικά, το προφανές για την αντίληψη μας είναι ότι θέλουμε να εκφράσουμε και τα πιο πληβειακά τμήματα της τάξης. Εκεί που στήνονται τα σύγχρονα εργασιακά κάτεργα, όχι μόνο με χαμηλόμισθη εντατική δουλειά αλλά και με κίνδυνο ζωών, αν κρίνουμε από τα απανωτά μαύρα ρεκόρ χρόνο με το χρόνο σε θανάσιμα εργατικά ατυχήματα. Η στροφή παρέμβασης στην πιο «σκληρή» εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης έχει μια αξία αν κρίνουμε και την σύνθεση και απεύθυνση της δικιάς μας πρότασης, πλειοψηφικά σε μισθωτά τμήματα αλλά σε σχετικά πιο μορφωμένα ή πιο καλοπληρωμένα σε σχέση με τον μέσο όρο. Αυτό δεν σημαίνει πως μπορεί να υποτιμηθεί και η σχετική εκμετάλλευση, τμημάτων που εργάζονται με καλύτερες συνθήκες αλλά με πολύ μεγαλύτερη παραγωγικότητα. Δεν αναφέρομαι σε συνθήκες εργασίας που θέτουν κάποιον στα ανώτερα κλιμάκια ή εκτός της εργατικής τάξης (διευθυντές, πολύ υψηλόμισθους κλπ). Και σε αυτά τα τμήματα οι μεγάλες ανισότητες που συναντούν, μεταξύ του πλούτου που παράγουν και πως αποζημιώνεται η δουλειά τους, μπορεί να δημιουργούν προχωρημένη ταξική συνείδηση και διεκδικητικότητα. Σε κάθε περίπτωση, όταν οι συνθήκες με τον έναν ή τον άλλον τρόπο καθιστουν εμφανή την εκμετάλλευση και δημιουργούνται αγωνιστικές δυνατότητες υπάρχουν πεδία που πρέπει να ξεχωρίσουν για εμάς στην ιεράρχηση. Τέτοια παραδείγματα είναι οι ντελιβεράδες ή οι ναυτεργάτες με τους αγώνες που αναπτύξανε το προηγούμενο διάστημα.
Με βάση την σημασία των κλάδων για την καπιταλιστική οικονομία. Εδώ συναντάμε τις ιδιαιτερότητες της δικιάς μας χώρας συγκεκριμένα αλλά και γενικότερα ζητήματα που αφορούν την καπιταλιστική παραγωγή και την σημασία κάποιων για την συγχρονη κοινωνική ζωή. Υπάρχουν χώροι που σηκώνουν το κύριο βάρος στην δημιουργία πλούτου για την εγχώρια οικονομία (πχ επισιτισμός και εμπόριο), χώροι στρατηγικής σημασίας για την ομαλή λειτουργία της αστικής κοινωνίας (βιομηχανία ενέργειας και τροφίμων) και χώροι αναδυόμενοι που ακόμα και αν το μέγεθος τους είναι μικρό προς το παρόν έχουν μεγάλη δυναμική, παραγωγικότητα άρα και μελλοντική προοπτική (πχ ψηφιακές τεχνολογίες/ΑΙ, φαρμακοβιομηχανίες). Η παρουσία δυνάμεων μας και η παρέμβαση στους πρώτους χώρους είναι αναγκαία καθώς απασχολούν το μεγαλύτερο κομμάτι μισθωτών, με χαμηλές αποδοχές και τα πιο μαύρα χαρακτηριστικά του εργασιακού μεσαίωνα. Οι δεύτερες έχουν σημασία τόσο από την πλευρά της παρεμπόδισης αυτής της ομαλής λειτουργίας ως παράγοντα πίεσης και διεκδίκησης από το εργατικό κίνημα αλλά και της σημασίας σε στιγμές κρίσης, συμπεριλαμβανομένης και της επαναστατικής που έχει σημασία για εμάς. Μπορεί να σταθεί ένα επαναστατικό εγχείρημα χωρίς ενέργεια ή βασιζόμενο μόνο σε εισαγωγές τροφίμων αν δεν υπάρχει μεταποίηση (ας αφήσουμε την πρωτογενή παραγωγή εκτός για λόγους οικονομίας κειμένου); Απαιτείται άρα και πρωτοπόρα εργατικά στοιχεία εντός των κλάδων ενέργειας και τροφίμων αλλά και οργάνωση για να υπάρχει αυτό. Οι τρίτες είναι αυτές που κοιτούν στο μέλλον καθώς οι κλάδοι και οι χώροι εργασίας τέτοιου τύπου θα βγαίνουν μπροστά, θα μαζικοποιούνται, θα κατέχουν όλο και πιο κομβικό ρόλο στην εγχώρια παραγωγή (φάρμακο, νέες τεχνολογίες, ρομποτική, ΑΙ) αλλά και θα εμφανίζουν μεγάλες αντιφάσεις σε σχέση με τις δυνατότητες που δημιουργούν και το πως ο πλούτος αποσπάται από την αστική τάξη.
Τελικά, η διαφορετική βαρύτητα στους χώρους εργασίας συνεπάγεται και διαφορετικά κριτήρια και μια διαφορετική λογική παρέμβασης στην εργατική τάξη.
Με μια άλλη ιεράρχηση των χώρων δουλειάς και της οικοδόμησης εντός τους
Για να ριζώσει η πολιτική μας λογική μέσα σε αχαρτογράφητα νερά της εργατικής τάξης και σε κλάδους ιεράρχησης που θα ξεχωρίσουμε, απαιτείται και μια διαφορετική αντιμετώπιση της κομματικής δουλειάς στους εργασιακούς χώρους, που με την σειρά της μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά και για την οικοδόμηση της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας στο εργατικό κίνημα. Η απασχόληση σε μεγάλους εργασιακούς χώρους πρέπει να είναι με προτεραιότητα το βασικό πεδίο απεύθυνσης μας. Ενδεικτικά μεγάλοι βιομηχανικοί χώροι, μεγάλοι χώροι μελετών, μεγάλοι χώροι ψηφιακής παραγωγής και έρευνας, οι μαζικοί χώροι εστίασης, εμπορίου και μεταφοράς προϊόντων πρέπει να μας βρουν εντός τους με σχέδιο να δημιουργηθούν επαφές με τμήματα της εργατικής τάξης που μέχρι στιγμής δεν έχουμε σταθερή πολιτική σχέση ως κομμουνιστές μαζί τους στον βαθμό που είναι αναγκαίο. Σε αυτό το σημείο σίγουρα χρειάζεται τομή οργανωτική και πολιτική στον τρόπο που θα καθοδηγείται αυτή η δουλειά από τα κεντρικά όργανα μέχρι τα ενδιάμεσα όργανα. Καθοδήγηση σε ποιους χώρους πρέπει να βρεθούμε με συγκεκριμένες προτάσεις και χρέωση έμπειρων συντρόφων στην εργατική δουλειά να συντονίζει όσους βρίσκονται εντός τους. Πλάι σε μια τέτοια ιεράρχηση, υπάρχει ανάγκη και από μια διαφορετική εθελοντική στράτευση που αυτή η δουλειά απαιτεί για να γίνει συλλογική προτεραιότητα, βάζοντας την σαν γνώμονα για την επιλογή χώρου εργασίας, ενσωματώνοντας το στα σχέδια και τις όποιες προσδοκίες της εργασιακής ζωής ενός συντρόφου.
Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, η οργάνωση πρέπει να φτιάχνει σχέδιο προτείνοντας στα μέλη της να βρεθούν σε συγκεκριμένους χώρους εργασίας με τακτικό πλάνο αναφοράς τους και επικοινωνίας του σχεδίου με τις ΟΒ ώστε να βρεθούν συντρόφοι για να τους πλαισιώσουν. Κριτήριο για αυτό είναι η ύπαρξη άλλων συντρόφων σε αυτούς τους χώρους άρα η δυνατότητα να συγκροτηθεί κομματική ομάδα εντός τους, η εκτίμηση ότι παίζουν κομβικό ρόλο για τον ελληνικό καπιταλισμό ή η εκτίμηση ότι θα συνδεθούν με εργατικούς αγώνες και πολιτικοσυνδικαλιστική δουλειά. Δηλαδή η οργάνωση ξεχωρίζει και κατευθύνει την ανάγκη τα μέλη της να βρεθούν σε συγκεκριμένους κλάδους και χώρους εργασίας, απευθύνεται στην εθελοντική πρόθεση και στράτευση των μελών της να βρεθούν εκεί και παίρνει μέτρα για την ενίσχυση και διοργάνωση της παρέμβασης τους στις ιδιαίτερες συνθήκες που συναντούν.
Δεν θα έδινε μια άλλη ποιότητα η υπαρξη συντρόφων με τέτοιο τρόπο στην e-food αντί σε κάποιο άλλο χώρο της εστίασης, σε κάποια αναπτυσσόμενη φαρμακοβιομηχανία (πχ Demo), σε ένα μεγάλο τεχνικό γραφείο όπως η ΑΒΑΞ σε σχέση με κάποιο μικρό, σε μια μεγάλη τράπεζα κοκ. Ακόμα, και αν η παρουσία συντρόφων εκεί και η δουλειά σε αυτούς τους χώρους γίνει για ορισμένο χρονικό διάστημα γιατί πολλές φορές οι συνθήκες εργασίας είναι εξοντωτικές ή άθλιες. Αυτό δεν σημαίνει ότι όσοι δεν βρίσκονται σε τέτοιους χώρους δεν συμβάλλουν ουσιαστικά στην εργατική δουλειά της οργάνωσης, ότι σε κάθε χώρο δεν υπάρχουν δυνατότητες επαφής με τους εργαζόμενους και ανάπτυξης ταξικής συνείδησης. Δεν υπάρχει χώρος που να μην έχει σημασία, ούτε σύντροφος ή συναγωνιστής που βρίσκεται σε «λάθος» χώρο και δεν έχει ουσία η δράση του. Αλλά μια τέτοια λειτουργία με οργανωμένο σχέδιο θα έδινε άλλη ποιότητα στην προσπάθεια μας, στα αποτελέσματα που μπορεί να μετρήσει. Αναγκαία προϋπόθεση ότι αυτή η εθελοντική επιλογή συντρόφων θα αγκαλιάζεται και αξιοποιείται από την δράση των ΟΒ και από τα καθοδηγητικά όργανα, εν τέλει από το σύνολο της οργάνωσης, και δεν θα χαραμίζεται.
Μια τέτοια λογική πιστεύω θα έπρεπε να περιέχεται και στην απόφαση της Εργατικής Συνδιάσκεψης προσθέτοντας στις θέσεις, τον γενικό σχεδιασμό και τους τρόπους υλοποίησης που συλλογικά θα αποφασίσουμε. Αν αποτελεί μια συλλογική μας απόφαση συνδεόμενη με μέτρα για την υλοποίηση της και αντίληψη ότι φορείς της είμαστε εμείς οι ίδιοι, τα μέλη της οργάνωσης, μπορεί να αποτελέσει ποιοτική τομή. Αλλιώς μια γενικόλογη ιεράρχηση χωρίς μέτρα υλοποίησης θα μείνει τελικά μισή και ατελέσφορη.
Η κατάσταση στο εργατικό κίνημα: Η δική μας πρόταση στον υπάρχον συσχετισμό
Το εργατικό κίνημα έχει καθηλωθεί σε χαμηλές πτήσεις από την εποχή της πανδημίας και μετά. Με την εξαίρεση λίγων κλαδικών ή τμηματικών αγώνων, εμβληματικών όμως (πχ e-food, COSCO, ναυτεργάτες Αδριατικής), έχει καθιερωθεί η απουσία συνολικής εμφάνισης του εργατικού κινήματος στον δρόμο με πανελλαδικό και τοπικό αγωνιστικό σχέδιο. Η εργοδοσία εδώ και καιρό μοιάζει να μην έχει αντίπαλο στην μεγάλη εικόνα. Ακόμα και η εξαίρεση των μεγάλων απεργιών των Τεμπών, ενώ έδωσε αντιφατικά αναγνώριση πως για να πετύχει ο όποιος πολιτικός στόχος (μην σταθούμε αν και γιατί δεν πέτυχε) ενός τέτοιου κινήματος χρειάζεται το όπλο της απεργίας, δεν μεταφράστηκε σε παραπάνω αναγνώριση των δομών του εργατικού κινήματος. Σίγουρα όχι για τον αστικοποιημένο συνδικαλισμό, ούτε για τον γραφειοκρατικό συνδικαλισμό του ΠΑΜΕ. Το ζήτημα είναι πως αυτά τα χρόνια δεν έχουν δώσει αναγνώριση ούτε σε κάποιο εναλλακτικό σχέδιο αγωνιστικής κατεύθυνσης, έστω μειοψηφικά αλλά με υπαρκτή ανάπτυξη. Και αυτό βαραίνει την δική μας αντίληψη και την αδυναμία μας η πρόταση μας για ένα Κίνημα Εργατικής Χειραφέτησης να εμφανιστεί με ένα κεντρικό τρόπο, να μετρήσει βήματα που να του δίνουν αναγνώριση σε έναν συσχετισμό αρνητικό αλλά με διαθέσεις και τάσεις υπέρβασης του να εμφανίζονται.
Αυτό δημιουργεί πολλές φορές μια αδυναμία περιγραφης σχεδίου, που περισσότερο αντιπαραβάλλεται και ετεροκαθορίζεται από τον αστικοποιημένο συνδικαλισμό ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, για την συνολική δράση στο εργατικό κίνημα ή περιμένει πότε θα σκοντάψει, θα αφήσει στα μισά τους αγώνες, ο μαχητικός αλλά χαμηλής έντασης συνδικαλισμός του ΠΑΜΕ. Πράγμα που δεν συμβαίνει καθώς ο αρνητικός συσχετισμός που επικρατεί δεν δημιουργεί όρους όξυνσης για να «προδοθεί» κάποια διευρυμένη αγωνιστική διάθεση του κόσμου της εργασίας. Σε κάθε περίπτωση το σχέδιο μας για το εργατικό κίνημα θα πνίγεται όσο δεν ξεχωρίζει από αριστερή πτέρυγα του υπάρχοντος και χωρίς σχέδιο υπέρβασης του συσχετισμού με εμφανή αποτελέσματα.
Πρέπει να φροντίσουμε με κάθε μέσο να εκφράσουμε, ακόμα και αν δεν είναι μόνο με απεργιακούς όρους, την λογική μας για το εργατικό κίνημα και την άνοδο της εργατικής μαχητικότητας. Πρωτοστατώντας σε αγώνες στους χώρους που βρισκόμαστε, με μπροστάρη την μάχη για ΣΣΕ και ενάντια στις ελαστικές μορφές εργασίας, την αντιμετώπιση της ακρίβειας που καλπάζει, την διεκδίκηση για αύξηση των μισθών και για καλύτερες συνθήκες εργασίας την ώρα που γίνονται πιο εντατικές και επικίνδυνες για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων. Αλλά αξιοποιώντας και μέσα συγκέντρωσης όλου του δυναμικού που επικοινωνεί, έστω και αντιφατικά, με την λογική του Κινήματος Εργατικής Χειραφέτησης. Πραγματοποίηση απογευματινών εργατικών πορειών για σχετικά ζητήματα. Με καμπάνια για την ακρίβεια, την στασιμότητα - έμμεση μέιωση των μισθών και τα εργατικά ατυχήματα που θα στηρίζεται σε μαζικές δράσεις και πλάνο προπαγάνδισης της με διάρκεια, όπως δεν έχουμε συνηθίσει να κάνουμε. Σαν παράδειγμα, δεν θα ήταν βοηθητικό στην απουσία οποιασδήποτε απεργιακής απάντησης και σχεδίου ανατροπής της αντεργατικής επίθεσης από την συνδικαλιστική γραφειοκρατία, η εμφάνιση με απογευματινή πορεία κάποιων χιλιάδων εργαζομένων, όσων σωματείων ανταποκριθούν, εργατικών σχημάτων και επιτροπών αγώνα; Ή η κινηματική στοχοποίηση του υπουργείου, εργοδοτικών φορέων ή εργοδοτών που νομοθετούν και σχεδιάζουν αντεργατικά, απολύουν, εκμεταλλεύονται και εκφοβίζουν τους εργαζόμενους; Μοιράσματα και ηλεκτρονική καμπάνια με σύντομες θέσεις και πρόταση αγώνα για κάθε ένα από τα 3 αυτά ζητήματα (ακρίβεια, μισθοί, ασφάλεια); Ανοίγοντας μια τέτοια ατζέντα και πρεσβεύοντας την ανάγκη για ένα άλλο εργατικό κίνημα μπορεί να αναζωπυρωθεί μια κουβέντα για την ανάγκη ανώτερου συντονισμού σωματείων, ένα χώρο που να μπορεί να συγκεντρώσει όλες τις μορφές αγώνα (αγωνιστικά σχήματα, επιτροπές αγώνα εργαζομένων) δίνοντας τους πρωτοβουλία κίνησης έξω από τα όρια και την αργόσυρτη κίνηση της γραφειοκρατίας.
Ήδη το πρώτο βήμα έγινε με την ανασύσταση του Συντονισμού Πρωτοβάθμιων Σωματείων. Αλλά όσες προσπάθειες έχουμε κάνει για μια τέτοια εμφάνιση του (με αυτοτελή σχεδιασμό του) στην τελική έχουν καταλήξει να υποβαθμίζονται ενώ θα έπρεπε να είναι στο κέντρο του σχεδιασμού συνολικά της οργάνωσης και της πτέρυγας. Τις περισσότερες φορές καταλήγουν σε συγκεντρώσεις της τελευταίας στιγμής χωρίς καν σοβαρή προπαγάνδιση από το σύνολο του δυναμικού μας. Θέλει αντιστροφή αυτής της στάσης στο σύνολο της οργάνωσης. Η αλήθεια είναι ότι η φαντασία μου εξαντλείται σε τέτοιες ιδέες αλλά πρέπει, έστω και μειοψηφικά, να βρούμε τρόπους που με διάρκεια θα φωτίζει μια πρόταση για ένα άλλο εργατικό κίνημα, όχι μόνο μέσω των σποραδικών ραντεβού του αστικοποιημένου συνδικαλισμού ή της γραφειοκρατίας του ΠΑΜΕ. Και να αποτελούν ένα σχέδιο με αρχή και τέλος, που να αγκαλιάζεται από την οργάνωση και να μπορεί να επιδράσει πραγματικά στην πτέρυγα και τον κόσμο των σωματείων και να εμπνεύσει την μεγάλη πλειοψηφία των ασυνδικάλιστων εργαζομένων.
Για να συμβεί όμως αυτό χρειάζεται η αναδιάταξη της αριστερής αντικαπιταλιστικής πτέρυγας στο εργατικό κίνημα και της σχέσης μεταξύ των οχημάτων μας. Ξεκινάμε από την προσπάθεια συντρόφων μας, που αξίζει να αναγνωριστεί, να κρατήσουν ζωντανή την λειτουργία υπαρχόντων σχημάτων και την ανάγκη να αναβαθμιστεί η συμβολή όλων των εργαζόμενων συντρόφων σε αυτά. Δεν είναι μικρή υπόθεση ο αγώνας ενάντια στην αξιολόγηση των Παρεμβάσεων, οι καθημερινές μάχες της ΑΠΤ για τους μισθωτούς μηχανικούς και τεχνικούς και η αλληλεπίδραση με τους άραβες εργάτες στην οικοδομή, η επίμονη δουλειά της Λάντζας και άλλα τόσα υπαρκτά παραδείγματα. Αξίζει να σταθούμε και στις δυνατότητες που δεν έχουμε αξιοποιήσει. Υπάρχει μια ικανή συγκέντρωση μελών και αγωνιστών που μας ακούν για την δημιουργία νέων σχημάτων σε χώρους που δεν βρισκόμαστε. Δεν είναι ένας τέτοιος χώρος το εμπόριο; Ή μιλώντας από την εμπειρία της δικιάς μου ΟΒ οι δυνατότητες στο φάρμακο, στην ενέργεια ακόμα και σε μεμονωμένους επιχειρηματικούς ομίλους είναι υπαρκτές και περιμένουν την δική μας πρωτοβουλία κινήσεων. Σίγουρα η οικοδόμηση συλλογικοτήτων δεν είναι κάτι που χτίζεται από μέρα σε μέρα αλλά ούτε ένα πλάνο του αόριστου μέλλοντος. Χρειάζονται βήματα που θα είναι λάθος να μείνουν στην μέση, ανθρώπους που θα βγουν μπροστά και συλλογική αποφασιστικότητα από πλευράς μας.
Από την άλλη, τα εργατικά σχήματα από την φύση τους επικεντρώνονται σε μια κλαδική δουλειά, με προσπάθεια να υπερβαίνει τον συντεχνιασμό σε περιεχόμενο, να εμπνέονται από το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης και να απαρτίζονται και από αγωνιστές που κερδίζονται από την πρωτοπόρα δράση χωρίς να επικοινωνούν εξ ολοκλήρου με την λογική του Κινήματος Εργατικής Χειραφέτησης κατ' ανάγκη. Αυτό το «φυσικό» όριο των σχημάτων απαιτεί την αυτοτελή συγκρότηση του δυναμικού που συμφωνεί με την πρόταση μας για το εργατικό κίνημα, αναλύει και σχεδιάζει από την σκοπιά συνολικά των εργατικών συμφερόντων, για το σύνολο της εργατικής τάξης και της απελευθέρωσης της από τα καπιταλιστικά δεσμά.
Αυτό μπορεί να εξυπηρετηθεί με την ενεργοποίηση της Ταξικής Κίνησης ως οχήματος που επεξεργάζεται περιεχόμενο για το Εργατικό Κίνημα Χειραφέτησης, προτείνει σχεδιασμό συνολικά για το εργατικό κίνημα, οργανώνει το πιο πρωτοπόρο τμήμα αγωνιστών που βρίσκονται εντός σχημάτων ή σε χώρους χωρίς εργατικό σχήμα. Με απεύθυνση της σε όσα ρεύματα, εργατικές συλλογικότητες/ομάδες, πρωτοπόρους συνδικαλιστές επικοινωνούν και συμφωνούν με μια τέτοια λογική. Μπορεί η Ταξική Κίνηση να αποτελέσει κίνηση εντός σχημάτων, συσπείρωση οργανωμένων και ανένταχτων αγωνιστών που παλεύει για το περιεχόμενο του ΚΕΧ και εντός των εργατικών σχημάτων και ευρύτερα των πρωτοπόρων αγωνιστών της τάξης; Να δίνει κατεύθυνση και σε ανένταχτους αγωνιστές να παλέψουν μια τέτοια λογική σε ένα σχήμα που δεν υπάρχει μέλος μας, σε ένα σωματείο ή ένα χώρο που πρέπει να στηθεί από το μηδέν η συγκρότηση ενός σχήματος ή μιας επιτροπής αγώνα; Η ύπαρξη μιας κίνησης συνολικά θα έδινε χώρο σε συνδικαλιστές, μέλη σωματείων ή της διοίκησης τους που δεν πείθονται ή αποστοιχίζονται από την γραφειοκρατία να στοιχηθούν πίσω από ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για το εργατικό κίνημα. Είναι ύπαρκτο φαινόμενο η ύπαρξη τέτοιων αγωνιστών που κοιτάνε προς τα εμάς ή φαινόμενα μαζικής αποστοίχισης που η κατάληξη τους δεν ήταν δεδομένη (πχ αποχωρήσαντες συνδικαλιστές ΠΑΜΕ).
Αυτή η ανάγκη συνεχούς εργατικής δουλειάς πολιτικοσυνδικαλιστικής, για το σύνολο του εργατικού κινήματος, απαιτεί μία τέτοια συλλογικότητα που δεν υποκαθίσταται από τον αναγκαίο συντονισμό σχημάτων και αγωνιστών. Ίσα ίσα μπορεί να ενισχύσει και αναβαθμίσει στα σχήματα μια κουβέντα που δεν σχεδιάζει ξεκομμένα για τον χώρο και να μορφοποιήσει ένα δυναμικό εντός τους σε κατεύθυνση που θα παλεύουν ο κλαδικός και επιχειρησιακός αγώνας να τροφοδοτεί τον συνολικό αγώνα του εργατικού κινήματος και την διευρυμένη απεύθυνση της πρότασης μας για αυτό και ανάποδα. Τυπικά, αυτά τα στοιχεία υπάρχουν εισηγητικά και έχουν ξανασυζητηθεί στο παρελθόν. Από την μία, ο φόβος ότι αποτελεί απλά φυγή στο όνομα της καθαρότητας της γραμμής για το εργατικό κίνημα και από την άλλη η αναποφασιστικότητα τραυματίζει την ίδια την δυνατότητα να λειτουργήσει και να αποτιμηθεί για αυτό που πραγματικά είναι η Ταξική Κίνηση.
Οργάνωση – σχολείο για το εργατικό κίνημα
Μια τελευταία σημείωση σαν σκέψη. Δεν θα μπορούσε κανείς να περιμένει έτοιμες συνταγές στην ταξική πάλη, ούτε είναι δικαιολογία πως δεν ξέρει πώς να παρέμβει σε ένα χώρο εργασίας και συνολικά στο εργατικό κίνημα για να μην δοκιμάσει με κάποιον τρόπο πως γίνεται αυτό. Στην περίπτωση μας υπάρχει, όμως, μια αναποδογυρισμένη κατάσταση. Περνάει η συγκροτημένη εμπειρία των πιο έμπειρων εργατικών στελεχών και μελών μας στα νεότερα κομματικά μέλη; Ο τρόπος με τον οποίο στέκεται κάποιος στον χώρο δουλειάς του, απέναντι στην εργοδοσία, πλάι στους συναδέλφους του; Ποια είναι τα πιο κλασσικά ζητήματα που ανοίγουν σε ένα χώρο δουλειάς και ποιες είναι οι 2-3 βασικές κουβέντες που τα συνδέουν με την απάντηση μας; Με ποια βήματα στήνεται ένα σχήμα/παρέμβαση/συλλογικότητα σε χώρο δουλειάς; Πως συνδυάζεται η απ' έξω και από μέσα παρέμβαση σε ένα χώρο; Μας απασχολούν οργανωμένα αυτά τα ζητήματα, κρίνοντας από την ήδη υπάρχουσα εμπειρία, με τις επιτυχίες και τις στραβοτιμονιές της; Για να μην είμαι υπερβολικός αυτά τα πεδία μεταφοράς εμπειρίας και μεθόδων υπάρχουν στην συζήτηση μιας ζωντανής ΟΒ, υπάρχουν στις συνδιασκέψεις μας, ακόμα και στις μεμονωμένες συζητήσεις μεταξύ συντρόφων αλλά όχι με την αυτοτέλεια που τους αξίζει και με ένα τρόπο γενίκευσης. Δεν είναι ζήτημα ποιος θα καταφέρει να τα «ψαρέψει» άμα θέλει. Και αυτό αφορά, κυρίως, τους συντρόφους νεοσύστατων ΟΒ, εργαζομένων σε χώρους χωρίς σωματείο, ανύπαρκτων ακόμα εργατικών συλλογικοτήτων στους χωρους τους, πιο νέων ηλικιών ή άπειρων. Αλλά και όχι μόνο αυτούς.
Για όσους είχαμε περάσει από το πανεπιστήμιο στις εποχές ενεργού φοιτητικού κινήματος ένας τέτοιος μπούσουλας περνούσε «αυτόματα» μέσω των σχημάτων. Μην αποκόπτεσαι από τους συμφοιτητές σου, πέρνα χρόνο σε ένα τραπεζάκι για να διακινήσεις/επικοινωνήσεις την πολιτικοσυνδικαλιστική θέση του σχήματος, μίλα πολιτικά για την επικαιρότητα/αναδιάρθρωση/στρατηγική, στάσου δίπλα στα καθημερινά ζητήματα του συμφοιτητή σου, οργάνωσε την δράση του συλλόγου σου ή του πιο αγωνιστικού κομματιού του. Προφανώς, ένα τέτοιο σχήμα δεν ισχύει για το εργατικό κίνημα και υπάρχει απόσταση από την «ευκολία» της φοιτητικής ζωής. Αλλά το να στέκεσαι αλληλέγγυα στον συνάδελφο, να γίνεις κομμάτι της τάξης, να γνωρίζεις βασικά εργατικά δικαιώματα, τι περιέχει η ΣΣΕ του κλάδου σου (αν υπάρχει), να εντοπιστούν τα βασικά αιτήματα κρίκοι που αφορούν τον χώρο, να ξεκινάς πολιτικές συζητήσεις θέτοντας τις θέσεις σου ίσως είναι μια αρχή που δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Τελικά ποιος είναι ο μπούσουλας που μπορεί να μεταφερθεί και με ποιον τρόπο; Θα μπορούσε να είναι η διοργάνωση κάποιου μαθήματος συνδικαλιστικής δράσης αντίστοιχο των ιδεολογικών, είναι ένα καθιερωμένο ακτίφ σε εύλογο χρονικό διάστημα μεταφοράς μιας τέτοιας εμπειρίας παρεμβάσεων και δράσης ή ένας γύρος ΟΒ με εισήγηση από την ΠΕ που να αφορά την επίκαιρη γραμμή μας στο εργατικό κίνημα συνδυαστικά με τους τρόπους παρέμβασης στους χώρους δουλειάς; Το βασικό είναι να υπάρχει ένας κοινός πρωτόλειος οδηγός για όλα τα μέλη που εργάζονται που να μπορεί να αναπτυχθεί/εξειδικευτεί σε κάθε χώρο και στις διαφορετικές συνθήκες και ταχύτητες εργαζομένων. Κάτι τέτοιο αποτελεί απλά μια τεχνικότητα αν δεν στηρίζεται σε μια «καθημερινή» συζήτηση της ΟΒ που να αναμετριέται με την παρέμβαση του εργατικού κινήματος και την δράση στους επιμέρους χώρους. Αλλά λείπει αυτή η ειδική πτυχή μιας κοινής εκπαίδευσης των μελών στην στάση μας στον εργασιακό χώρο και στο εργατικό κίνημα.
Για να κλείσω. Μπορεί αυτές οι σκέψεις να είναι μερικές, μα προσπάθησα να είναι όσο πιο συγκεκριμένες γίνεται. Γιατί θεωρώ πως η συνολική λογική των θέσεων της Συνδιάσκεψης εντοπίζει σωστά τα σημαντικά ζητήματα της ταξικής πάλης και θέτει κατευθύνσεις. Πρέπει να αναμετρηθούμε, όμως, και πως θα γίνουν συγκεκριμένα βήματα και που αδυνατίσαμε να μετρήσουμε προχωρήματα αποτελεσματικά ενώ θέσαμε στόχους. Γιατί αυτά τα βήματα θα μας φέρουν σε καλύτερη σύνδεση με το βασικό υποκείμενο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, την σύγχρονη εργατική τάξη και μπροστάρηδες στο κίνημα της και την επαναστατική κατάληξη του.
Σοφοκλής Καλοϊδάς
ΟΒ Ενέργειας-Βιομηχανίας-Φαρμάκου οργ. Αττικής Κ.Α.

Comments