Το νέο που ωρίμασε και κινδυνεύει να γεράσει πρόωρα

Συμβολή στην 1η Εργατική Συνδιάσκεψη της Κ.Α.
του Σταύρου Ματίκα
Παραδοχές
Είναι πάνω από τρεις δεκαετίες που το ΝΑΡ περιέγραψε για πρώτη φορά την ανάγκη και τη δυνατότητα για νέο εργατικό κίνημα. Οφείλουμε λοιπόν σήμερα να κάνουμε ορισμένες παραδοχές. Πρώτα πρέπει να ξεκινήσουμε από το προφανές, το ΝΕΚ δεν είναι πια νέο. Δεν έχει το στοιχείο του νέου, της τομής, δεν έχει τη φρεσκάδα της έκπληξης… και ακόμα περισσότερο μια αντίληψη δεν περπατάει στην πράξη κουβαλάει φορτίο αποτυχίας. είναι αλήθεια ότι αποτύχαμε με την έννοια ότι δεν μετρήσαμε τελικά πολύ συγκεκριμένα βήματα, δεν υπάρχει σήμερα ένα ξεκάθαρο αποτύπωμα της λογικής μας στο εργατικό κίνημα. Τα κριτήρια του ΝΕΚ υπήρχαν ως ένστικτο στις δυνάμεις μας, υπήρξαν κατά καιρούς πολύ σημαντικές πλευρές που προωθήθηκαν αλλά ποτέ δεν υπήρξε με συνέπεια μια συντεταγμένη προσπάθεια εφαρμογής ενός σχεδίου, δεν υπήρξε ποτέ μια συντεταγμένη προσπάθεια αποτίμησης και επανεξόρμησης. Αυτός είναι και ο λόγος των θεωρητικών κενών που παρέμεναν όσο δεν υπήρχαν διαδικασίες που θα τα γέμιζαν.
Το αντικειμενικό περιβάλλον κυρίως βλέποντας την κατάσταση στην αριστερά και στο συνδικαλιστικό κίνημα ήταν και είναι πολύ δύσκολο. Αν είμαστε όμως ειλικρινείς, είναι οι δικές μας υποκειμενικές αδυναμίες που προκάλεσαν στασιμότητα. Υποκειμενικές αδυναμίες που δεν αφορούν τόσο τις λιγοστές δυνάμεις μας, όσο την μη κατανόηση των εξωθεσμικών στοιχείων του ΝΕΚ και την συχνή επιστροφή στην ασφάλεια της παραδοσιακής συνδικαλιστικής δουλειάς.
Το ΝΕΚ δεν είναι μια παρτίδα που παίχτηκε και έχασε, είναι ένα σχέδιο που απέτυχε επειδή δεν παίχτηκε ποτέ στα σοβαρά. Δεν αποτελεί ένα βαρίδι από το οποίο η νέα οργάνωση, η ΚΑ οφείλει να αποτινάξει από πάνω της. Η σύγχρονη αντίληψη που έχουμε για το εργατικό κίνημα θέλει βάθεμα, θέλει καλύτερη ανάλυση της πραγματικότητας, θέλει επεξεργασίες και εξειδίκευση. Είναι όμως μια συζήτηση κυρίως πολιτική, συζήτηση αυτοκριτικής, συμπερασμάτων και κριτηρίων, όχι συζήτηση οργανωτίστικη, διάταξης δυνάμεων και σφιχτού σχεδιασμού. Αν η εργατική συνδιάσκεψη μείνει μόνο σε αυτό το επίπεδο τα αποτελέσματα θα είναι καταστροφικά (στην καλύτερη περίπτωση θα συντηρούμε κάποια επίπεδα αγωνιστικότητας και δυνάμεων).
Ένα άλλο λάθος που δεν πρέπει να κάνουμε είναι να δώσουμε υπερβολική έμφαση στο περιεχόμενο. Να θεωρήσουμε δηλ ότι το βάθεμα των αιτημάτων και η μετατροπή τους σε πολιτικά αιτήματα είναι από μόνη της μια διαδικασία που μπορεί να δώσει σημαντικά αποτελέσματα. Είναι κυρίως το πώς και το ποιος που χρειάζεται περισσότερη δουλειά για δύο λόγους. Πρώτον είναι μια συζήτηση που πολιτικά έχουμε μείνει πίσω καθώς δεν απαντάμε σε συνεχόμενα ζητήματα που προκύπτουν στην καθημερινότητα. Δεύτερον αντικειμενικά η καπιταλιστική επίθεση έχει αφαιρέσει σχεδόν όλα τα παραδοσιακά όπλα που έχει η εργατική τάξη για να παλέψει. Ο συνδικαλισμός σήμερα δεν αφήνει περιθώρια ούτε για ρεφορμιστικές διεκδικήσεις.
Συμπερασματικά λοιπόν πρέπει να κρατήσουμε τα βασικά κριτήρια του ΝΕΚ, να κρατήσουμε τον πυρήνα ότι το εργατικό κίνημα υπερβαίνει το συνδικαλιστικό, να κρατήσουμε το εκτός εντός και εναντίον με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στο εκτός και εναντίον. Να βάλουμε νέα στοιχεία, νέες αναλύσεις, να δείξουμε ότι συμβαδίζουμε με την εποχή μας, αποδεικνύοντάς το και με νέους πολιτικούς όρους. Να τολμήσουμε, να σπάσουμε αυγά, να βγούμε από πεπατημένες, περισσότερο από το να οργανωθούμε, να σχεδιάσουμε, να το δούμε...
Εργατική τάξη και κοινωνική διαστρωμάτωση
Υπάρχουν με πάρα πολλές αποχρώσεις και παραλλαγές θεωρίες που είτε μεγαλώνουν υπερβολικά την εργατική τάξη είτε σχεδόν την εξαφανίζουν από την κοινωνική διαστρωμάτωση. Πολιτικά και στις δύο περιπτώσεις υποβαθμίζεται σημαντικό ο πρωτοπόρος ρόλος της εργατικής τάξης. Στην πρώτη περίπτωση η εργατική τάξη συνήθως διαχέεται σε διάφορα διαταξικά σχήματα όπως ο λαός, οι μη έχοντες, οι μη προνομιούχοι, το 99% κτλ. Αντίστοιχα αντίπαλος είναι το πολύ μεγάλο κεφάλαιο ή τα μεγάλα συμφέροντα λη κάποια συγκεκριμένα συμφέροντα οπότε και η πολιτική πρόταση υποβαθμίζει την πάλη των τάξεων και την καπιταλιστική εξουσία και μεταφράζεται σε μία μεταρρυθμιστική κοινοβουλευτική πρόταση αφαίρεσης κάποιον προνομίων και επιστροφής τους στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Η δεύτερη περίπτωση μεταφράζει τόσο αυστηρά τα μαρξιστικά κριτήρια που καταλήγει να θεωρεί εργατική τάξη μόνο τους βιομηχανικούς εργάτες. Βλέπει αδύναμο ρόλο, μη ώριμες συνθήκες, εξάρτηση κτλ. Κυρίως όμως έχουμε και σε αυτή την περίπτωση ανάγκη ευρύτερων πολιτικών συνεργασιών, ενδιάμεσων σταδίων ενώ ο επαναστατικός ρόλος της εργατικής τάξης χάνεται στο απώτερο μέλλον.
Στο σύγχρονο καπιταλισμό και με την πρόοδο της τεχνολογίας είναι πιο εύκολο να παράγεις προϊόντα από να τα πουλάς. Αμέτρητες εργασίες παρεμβάλλονται μέχρι να φτάσει ένα προϊόν στην κατανάλωση. Τυποποίηση, μετακίνηση, διαφήμιση, τοποθέτηση, πώληση κ.α. όλες αυτές οι εργασίες που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα σε αυτή τη σύνθετη και πολύπλοκη διαδικασία από την παραγωγή μέχρι την πώληση αποτελούν το σύγχρονο μωσαϊκό της κατακερματισμένης εργατικής τάξης. Είτε θεωρώντας ότι ένα προϊόν στο ράφι του σούπερ μάρκετ έχει ανώτερη αξία από όταν βγαίνει από το εργοστάσιο γιατί έχει προστεθεί σε αυτό επιπλέον εργασία, είτε θεωρώντας ότι οι εργασίες μετά την παραγωγή παράγουν προϊόντα/υπηρεσίες το πολιτικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Η εργατική τάξη δεν συρρικνώνεται, αυξάνεται και μπορεί να παίξει τον πρωτοπόρο ιστορικό ρόλο που έχει.
Βασικό επίσης συμπέρασμα στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό είναι ότι η αναπαραγωγή εμπορευματοποιείται, γίνεται παράγοντας κερδοφορίας σε τέτοιο βαθμό που θολώνουν πολύ τα όρια με την παραγωγή. Έτσι σήμερα δεν μπορούμε να πούμε ότι ένας δάσκαλός σε δημόσιο σχολείο ή ένας γιατρός σε ένα δημόσιο νοσοκομείο αποτελούν εργατική τάξη. Είναι όμως σύμμαχα στρώματα με σχεδόν ταυτόσημα ταξικά συμφέροντα με την εργατική τάξη. Ακόμα περισσότερο σε περιπτώσεις όπως ένας καθηγητής σε φροντιστήριο ή μια νοσηλεύτρια που παίρνει αίμα σε ένα διαγνωστικό κέντρο μιλάμε ξεκάθαρα για εργατική τάξη από όποια μεριά και να το εξετάσουμε.
Υπάρχουν και στρώματα και κάτω από την εργατική τάξη που παλεύουν να κρατηθούν εντός κοινωνικού ιστού και για αυτό δεν είναι λούμπεν. Μετανάστες, ρομά και ‘γνήσιοι’ Έλληνες που ασχολούνται μαύρα με το μικροεμπόριο και την παροχή διάφορων υπηρεσιών. Από τον καθαρισμό τζαμιών στο δρόμο και την ανακύκλωση, μέχρι τα νύχια και την καθαριότητα στα σπίτια υπάρχει ένα μεγάλο κοινωνικό στρώμα που δεν μπορεί να ενταχθεί ούτε στην εργατική τάξη ούτε στους μικροαστούς, στους αυτοαπασχολούμενους ή στους ελεύθερους επαγγελματίες, κυρίως γιατί το τελικό εισόδημα είναι σημαντικά κατώτερο και σε κρατάει κάτω από το όριο της φτώχιας.
Ειδικά στη χώρα μας είναι πολυάριθμο το στρώμα των ελεύθερων επαγγελματιών, των μικροαστικών στρωμάτων που έχουν από 0 ως λίγους εργαζόμενους. Αυτά τα στρώματα ακόμα και όταν δεν έχουν εργαζόμενους, ακόμα και όταν βρίσκονται στην ίδια οικονομική θέση με τους εργάτες δεν μπορούν να θεωρούνται εργατική τάξη ούτε δεδομένα σύμμαχα στρώματα. Δεν μπορούν να γράφονται στις δομές τους εργατικού κινήματος. Βρίσκονται σε ενδιάμεση θέση και έχουν ξεχωριστά συμφέροντα. Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η συντεχνιακή λογική. Δεν μπορούν να σπάσουν τον οικονομισμό τους και δεν μπορούν να εντάξουν τον εαυτό τους σε μια συνολικά απελευθερωτική κοινωνικά διαδικασία. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την ηγεμονία της εργατικής τάξης. Είναι αδύνατο να κερδίσεις αυτά τα στρώματα συμμαχώντας με τις δικές τους αυτοτελής δομές. Είναι προτιμότερο να κερδίζεις τέτοιους ανθρώπους στην πόλη, στην γειτονιά, σε λαϊκές συνελεύσεις, σε κινήματα για το περιβάλλον , τον πόλεμο, τον φασισμό, στους αγώνες για υγεία, παιδεία, ελευθερίες.
Όταν λοιπόν χρησιμοποιούμε στο λόγο μας, έννοιες που υπερβαίνουν την εργατική τάξη (κόσμος της εργασίας θιγόμενη πλειοψηφία,φτωχά λαικά στρώματα κτλ) δεν αναφερόμαστε σε όλη την κοινωνία γενικά αλλά στην εργατική τάξη, τα σύμμαχα μισθωτά στρώματα, τους σύγχρονους εξαθλιωμένους και μικροαστικά στρώματα που με την επίδραση της εργατικής τάξης αποδέχονται τα συνολικότερα αιτήματα για κοινωνική ευημερία.
Το εργατικό κίνημα υπερβαίνει τον συνδικαλισμό
Ο συνδικαλισμός ή αλλιώς οι εργατικές κατοχυρωμένες κατακτήσεις είναι μόνο μία πλευρά του εργατικού κινήματος στην πραγματικότητα η εργατική δουλειά την αξιοποιεί όσο μπορεί έχοντας όμως συνείδηση ότι είναι ανώτερη και πιο πολύμορφη. Ας δούμε όμως σε κάθε επίπεδο τι είναι αυτό το ανώτερη.
Στο περιεχόμενο
Είναι σημαντική η προσπάθεια που κάνουμε να σπάσουμε τον οικονομισμό, να αναβαθμίσουμε τα εργατικά αιτήματα, να πούμε ότι μπορούν και οι εργάτες μέσα από τις δικές τους (όχι μόνο της κομματικής πρωτοπορίας) να διατυπώνουν πολιτικά αιτήματα. Αυτή η προσπάθεια όμως δεν είναι μόνο ζήτημα συσχετισμών. Δεν αφορά μόνο δηλ το ποσοστό που έχουμε σε μία συνδικαλιστική εκλογική μάχη ή αν θα κερδίσουμε τη συνέλευση ενός σωματείου. Μπορούν τα ίδια τα καταστατικά σωματείων να βάζουν φρένο, να μην αφήνουν καν την διατύπωση τέτοιων αιτημάτων. Ακόμα χειρότερα η ίδια η νομοθεσία του κράτους μπορεί να απαγορεύει τα πιο προωθημένα αιτήματα. Για παράδειγμα η ανατροπή της κυβέρνησης μπορεί να κατηγορηθεί ως προσπάθεια κατάλυσης του πολιτεύματος. Είναι ζήτημα της δικιάς μας προσπάθειας και να επιμείνουμε στην ουσία των αιτημάτων αλλά και να βρίσκουμε τρόπος να αποφεύγουμε τους θεσμικούς σκοπέλους που εμφανίζονται.
Στις μορφές πάλης
Το εργατικό κίνημα δεν αναδεικνύει, δεν αμφισβητεί, δεν διαμαρτύρεται… το εργατικό κίνημα διεκδικεί, επιβάλει, κερδίζει. Αναγνωρίζουμε το δίκιο του εργάτη, τα εργατικά συμφέροντα δηλ ως νόμο. Θεωρούμε ότι το εργατικό κίνημα μπορεί να κοντράρει τις επιταγές κυβέρνησης –ΕΕ-κεφαλαίου ακόμα και όταν αυτές έχουν κατοχυρωμένη νομική-θεσμική έκφραση. Φυσικά η αποδοχή του στοιχείου της επιβολής έχει άμεση σχέση με τη μαζικότητα κάθε φορά του κινήματος. Όσο πιο πλειοψηφικά δηλ εκφράζει ένα κλάδο ή ένα αγωνιζόμενο τμήμα της εργατικής τάξης τόσο πιο αποδεκτές μπορούν να γίνουν πιο επιθετικές μορφές πάλης και όσο πιο μαζικές και επιθετικές αυτές είναι, τόσο πιο αποτελεσματικές μπορούν να γίνουν. Πρέπει όμως να δούμε ότι το μέσο πάλης δεν ταυτίζεται με μια συνδικαλιστική απόφαση. Για παράδειγμα το μέσο πάλης πρέπει να είναι το μπλοκάρισμα της παραγωγής και όχι η απεργία. Η απεργία είναι ένα όπλο προς αυτή την κατεύθυνση. Οι ναυτεργάτες θέλουν να εμποδίσουν τα πλοία να φύγουν ή να δέσουν. Για αυτό απεργούν, περιφρουρούν το λιμάνι, αναζητούν κοινωνικές συμμαχίες, συγκρούονται με τους απεργοσπάστες και τις δυνάμεις καταστολής. Ψάχνουν κάθε θεσμική ντρίπλα για να αποφύγουν να κηρυχτεί παράνομη η απεργία, έχουν συνείδηση όμως ότι μπορεί να χρειαστεί να δράσουν και χωρίς συνδικαλιστική κάλυψη. Στο εργατικό κίνημα δεν χωράει τρέλα, κινήσεις εντυπωσιασμού και απερισκεψία. Πρέπει να είναι όμως σαφές ότι εμείς πρεσβεύουμε μια αντίληψη που δεν έχει όριο την αστική νομιμότητα. Προσπαθούμε να μπολιάσουμε το κίνημα με αυτή την αντίληψη μετρώντας κάθε φορά τους συσχετισμούς και τις συνθήκες.
Στις δομές και στις διαδικασίες
Το αστικό κράτος από φασίζει πως συζητάνε και αποφασίζουν οι εργάτες. Βάζει όρια στην απαρτία. Ορίζει ηλεκτρονικές ψηφοφορίες, αποφασίζει ότι διάφορες μορφές εργασίας δεν μπορούν να συμμετέχουν σε σωματεία. Αυτό δεν μπορεί να γίνει ανεκτό. Πρέπει να πρεσβεύουμε μια αντίληψη προώθησης της εργατικής δημοκρατίας στη δομή του εργατικού κινήματος. Ένα σωματείο μπορεί να προσπαθεί να είναι νομότυπο και να διατηρεί όσα θεσμικά πλεονεκτήματα υπάρχουν σήμερα, τα μέλη του όμως πρέπει να γνωρίζουν ότι ουσιαστικά συμμετέχουν σε μια παράλληλη δομή. Μπορεί να γίνονται οι εκλογικές διαδικασίες και να εκλέγονται ΔΣ, ταυτόχρονα όμως διαμορφώνονται διαδικασίες που εξυπηρετούν τους εργατικούς αγώνες. Για αποφασιστικές συνελεύσεις κάτω από την απαρτία, συμμετοχή σε αυτές εργαζόμενων (με μπλοκάκι ή μαύρων) που τυπικά δεν έχουν δικαίωμα. Για λίστα πραγματικών μελών με βάση όσων έρχονται στις συνελεύσεις και όχι της συμμετοχής στις εκλογές, κάτι που βοηθάει τον ορισμό της πραγματικής απαρτίας. Για τη δημιουργία και κάλυψη επιπλέων μορφών, επιτροπές απολυμένων, ανέργων, νέων κτλ. Οι εργαζόμενοι πρέπει να συνηθίσουν ότι η δημοκρατία των πρωτοβάθμιων σωματείων είναι ποιοτικά ανώτερη και διαφορετική από τη στενή θεσμική μορφή της. Ακόμα πιο εξωθεσμικοί πρέπει να γίνουμε και κάθε προσπάθεια συντονισμού. Άλλο ένα παράδειγμα. στον αγώνα ενάντια στην αξιολόγηση στην εκπαίδευση. Θα μπορούσαμε με πολύ κόπο να φτάναμε σε σημείο όπου θα υπάρχουν ανα σχολικό συγκρότημα κοινές συνελεύσεις γονιών-εκπαιδευτικών-μαθητών. Σε αυτή την περίπτωση θα είχαν αυτές και ο συντονισμός τους τον αποφασιστικό ρόλο στον αγώνα και ας μην είναι επίσημα θεσμικά όργανα. Επίσης σε κάθε προσπάθεια εργατικού συντονισμού πρέπει να επιμείνουμε στο συντονισμό συνελεύσεων, σωματείων ή άλλων μορφών εργατικής οργάνωσης. Πρέπει σιγά σιγά να βάλουμε τη λογική των αιρετών και ανακλητών αντιπροσώπων. Δεν είναι εύκολο αλλά θα πρέπει να ζυμωθεί, κάθε διαδικασία συνέλευσης πρέπει να ορίζει και αντιπροσώπους με κοινό μέτρο. Μόνο έτσι μπορούμε να φτάσουμε σε πραγματικές δομές συντονισμού που θα μπορούν να είναι μόνιμες και θα σπάσουν τα όρια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.
Για την εργατική παρέμβαση στο τοπικό επίπεδο
Η δουλειά στη γειτονιά μπορεί να είναι ενισχυτική σε πολλές εκδοχές του εργατικού κινήματος. Είναι εύκολο και σωστό να πούμε ότι σε κάθε εργατικό αγώνα, η γειτονιά μπορεί να βοηθάει, να δείχνει αλληλεγγύη. Επίσης σημαντικό ότι μπορεί να αποτελεί σημαντικό κρίκο στο σπάσιμο του κοινωνικού αυτοματισμού. Είναι όμως ακόμα πιο σημαντικό να δούμε τις περιπτώσεις που η γειτονιά μπορεί να γίνει καθοριστική.
Τα τελευταία χρόνια είδαμε να ξεπηδούν μορφές εργατικού κινήματος στο επίπεδο της κατανάλωσης. Πάρα πολλές κινήσεις ξεκινούν από την ανάγκη εργατική αλληλεγγύης και χτυπάνε αποτελεσματικά συνήθως την εργοδοτική αυθαιρεσία. Αποκλεισμός ενός καταστήματος που ανοίγει σε αργία, στιγματισμός επιχείρησης λόγω άδικων απολύσεων, εμπάργκο σε άλλες για ξεκάθαρη καταστρατήγηση εργατικών δικαιωμάτων, επιθετική απαίτηση για μείωση τιμών κ.α. . Μία από τις κορυφαίες στιγμές ήταν η απεγκατάσταση της εφαρμογής efood, κάτι που έδωσε φοβερή δύναμη στους αγώνες των διανομέων. Ας βγάλουμε ορισμένα συμπεράσματα.
Οι κινήσεις αυτές μπορούν να έχουν νόημα σε ακραίες συνθήκες εργοδοτικής αυθαιρεσίας, ειδικά όταν δεν συνοδεύονται από μάχιμο εργατικό κίνημα. Πρέπει δηλ να απαντάνε στο ερώτημα γιατί στη δικιά μου επιχείρηση και όχι στων ανταγωνιστών; Γιατί εσύ είσαι ακόμα πιο κάφρος ή γιατί σε εσένα αντέδρασαν οι εργαζόμενοι ή και τα δύο ακόμα καλύτερα. Οι μορφές αυτές επίσης πρέπει να είναι άμεσες και στοχευμένες. Δεν έχει νόημα ένα μακροχρόνιο αόριστο εμπάργκο (δεν αγοράζω από πολυεθνικές, δεν πίνω κόκακόλα), είναι περισσότερο μια ηθικολογία και όχι μορφή εργατικής αλληλεγγύης.
Σε αυτές της μορφές πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν και μπορούν να παίξουν ακόμα περισσότερο, οι συλλογικότητες γειτονιάς. Αυτός πρέπει να είναι και ο πιο σημαντικός ρόλος που έχουν, η βασική τους προτεραιότητα. Η προσπάθεια αυτή πρέπει να εκφράζει την εργατική αλληλεγγύη και όχι την πολιτική αλληλεγγύη. Αποτελεί δηλ έκφραση εργατικού κινήματος που κυκλώνει τα αφεντικά και από το επίπεδο της κατανάλωσης και όχι απλώς έκφραση συμπαράστασης από τους συντρόφους της εκάστοτε γειτονιάς. Η αλληλεγγύη στον απολυμένο ντελιβερά θα φέρει τη συμμετοχή του στους αγώνες για το δώρο που δεν δίνεται… και έτσι μαζικοποιούνται οι αγώνες. Αυτή η λογική δεν είναι κίνημα καταναλωτών. Είναι εργατικό κίνημα στο επίπεδο της κατανάλωσης, μπορεί να είναι συμπληρωματική, ενισχυτική και ακόμα παραπάνω, δίνοντας σημαντικά απτά αποτελέσματα. Δεν καταργεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο του εργατικού κινήματος στην παραγωγή, την οργάνωση ανά κλάδο και επιχείρηση, τις απεργίες και τις παραδοσιακές εργατικές διεκδικήσεις.
Γίνεται όμως φανερό όλο και περισσότερο ότι για τους κλάδους του λιανικού εμπορίου και των υπηρεσιών όπως η ιδιωτική εκπαίδευση και οι διανομείς η αξία της εργατικής αλληλεγγύης στο επίπεδο της γειτονιάς δεν είναι απλώς συμπληρωματική αλλά δίνει πραγματικά νέες δυνατότητες. Δεν μπορεί να υπάρξει σήμερα σχεδιασμός αντιεργοδοτικού αγώνα χωρίς να συνυπολογίζει τον παράγοντα γειτονιά. Επιπλέον σε αυτούς τους κλάδους βασίζεται σε μεγάλο βαθμό η ενημέρωση της εργατικής τάξης για τους μηχανισμούς της ακρίβειας. Ο αποκαλυπτικός ρόλος των μηχανισμών κερδοσκοπίας είναι πολύτιμος και μπορεί να ξεκλειδώσει συσσωρευμένη λαϊκή οργή.
Είναι φανερό λοιπόν πως ένα εργατικός συντονισμός που θα περιλαμβάνει και τη γειτονιά στο λιανικό εμπόριο και τις υπηρεσίες αποκτά ξεχωριστή σημασία τόσο για τις εργατικές διεκδικήσεις όσο και για τη μάχη ενάντια στην ακρίβεια. Ένας τέτοιος συντονισμός μπορεί λύσει το πρόβλημα της ματαιότητας των μεμονωμένων κινήσεων. Πόσο νόημα έχει μια παρέμβαση σε ένα σούπερ μάρκετ σε μία γειτονιά. Ένας συντονισμός μπορεί να αναδείξει τις πιο προωθητικές και μάχιμες προσπάθειες, μπορεί να γενικεύσει τα καλύτερα παραδείγματα και να δώσει νόημα και αισιοδοξία, μπορεί επίσης να είναι ένα κέντρο αποκαλύψεων κερδοσκοπίας. Μόνο έτσι μπορούμε να τους χτυπήσουμε και από μέσα και από έξω, να έχουμε μετρίσιμα αποτελέσματα. Με λίγα λόγια η γειτονιά είναι κυρίως παρέμβαση στο επίπεδο της κατανάλωσης. Είναι δουλειά που δεν έχουμε μάθει να την κάνουμε και μπορεί να μας ανοίξει νέους δρόμους. Μπορεί να γίνει καθοριστικό στοιχείο και στον εργατικό έλεγχο.
Εργατικός έλεγχος
Χωρίς τον εργάτη δεν γυρνάει γρανάζι. Ο εργάτης γνωρίζει την παραγωγική διαδιασία, έχει λόγο και για αυτή και για το παραγόμενο προιόν, ακριβώς γιατί επηρεάζει άμεσα και έμμεσα τη ζωή του ποικιλοτρόπως. Ο εργάτης πρέπει και μπορεί να μπλοκάρει τη συμμετοχή σε μια γενοκτονία, μπορεί κα πρέπει να μπλοκάρει διαδικασίες που καταστρέφουν το περιβάλλον, μπορεί και πρέπει να μπλοκάρει παραγωγικές διαδικασίες που καταστρέφουν τοπικές κοινωνίες και πληθυσμούς. Κυρίως όμως έχει λόγο για διαδικασίες που είναι επικίνδυνες για την υγεία και τη ζωή του. Τα εργατικά ατυχήματα τσακίζουν την εργατική τάξη σήμερα. Εκατοντάδες χάνουν τη ζωή τους κάθε χρόνο, πολύ περισσότεροι τραυματίζονται ή αποκτούν χρόνια προβλήματα. Οι σύγχρονοι κανόνες ασφάλειας πρέπει να είναι πολύ ψηλά στη λίστα των εργατικών διεκδικήσεων. Η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι ατομική υπόθεση, δεν μπορεί να επαφίεται στον ίδιο τον εργαζόμενο αν θα βάλει κράνος, ζώνη ή γάντια. Δεν είναι λοιπόν απροσεξίες των εργατών, είναι εγκλήματα γιατί οφείλονται σε κενά και ελλείψεις στους μηχανισμούς ελέγχων και ασφάλειας. Επιπλέον πρέπει να γίνουμε πιο αποφασιστικοί στο ζήτημα του εργάσιμου χρόνου. Οι εργάτες πρέπει να μπορούν ζουν χωρίς να έχουν ανάγκη από υπερωρίες. Οι υπερωρίες είναι η βασική αιτία των ατυχημάτων. Κάθε εργασία όταν γίνεται για τόσες ώρες καθίσταται χειρονακτική, προκαλεί φθορά στο μυαλό και στον οργανισμό. Τότε είναι πιο πιθανό να γίνει το λάθος, να εξαντληθεί το σώμα, να προκληθούν τραυματισμοί ή μόνιμα προβλήματα. Να μη γίνουμε θυσία για τα κέρδη τους, να μη βάλουμε πλάτη για κανένα έργο να γίνει πιο γρήγορα.
Ποιος όμως ασκεί τον έλεγχο; Η απάντηση που συνήθως δίνουμε είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, τα σωματεία τους και οι αγώνες τους. Η απάντηση αυτή δεν είναι αρκετή και πρέπει να την ξαναδούμε. Έλεγχο μπορεί να ασκεί και το εργατικό κίνημα συνολικά και σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να γίνεται αποκλειστικά από έξω. Το παράδειγμα της Βιολάντα είναι χαρακτηριστικό. Είναι θλιβερό οι εργάτριες να υπερασπίζονται το δολοφόνο αφεντικό τους αλλά δεν μπορεί να είναι ότιο για το εργατικό κίνημα. Η Βιολάντα ως εταιρία πρέπει με κάθε τρόπο να κλείσει, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου να σταλεί μήνυμα σε όλα τα αφεντικά ότι τόσο κραυγαλέες περιπτώσεις αυθαιρεσίας δεν γίνονται ανεκτές και θα είναι η καταστροφή τους. Είναι καθοριστικό στοιχείο εργατικούς ελέγχου να κηρύξουμε πόλεμο στη Βιολάντα και στα προϊόντα της. Πρέπει να βρούμε δυναμικές μορφές κυρίως σε επίπεδο γειτονιάς να μπλοκάρουμε σε όλα τα επίπεδα στο εμπόριο από τη στιγμή που δεν μπορούμε στην παραγωγή.
Το νέο εργατικό κίνημα δεν είμαστε εμείς
Στην εργατική συνδιάσκεψη δεν έχουμε μόνο να συζητήσουμε την αντίληψή μας για το εργατικό κίνημα, δεν έχουμε να συζητήσουμε μόνο για τις θέσεις που θα έχουν τα συνδικαλιστικά μας οχήματα. Θέλουμε να περιγράψουμε συνολικά το πλαίσιο, τη δομή και τη λειτουργία συνολικά του εργατικού κινήματος. Αυτή είναι και η μεγάλη δυσκολία γιατί όχι απλώς δεν αποφασίζουμε μόνοι μας αλλά δεν είμαστε καν μεγάλο κομμάτι του. Είναι ακόμα πιο δύσκολο από τη συζήτηση για το αντικαπιταλιστικό μέτωπο όπου εκεί τουλάχιστον έχουμε πλειοψηφικούς όρους. Πρέπει όμως να επιμένουμε όχι μόνο με τα σωστά αιτήματα αλλά με όλη τη λογική για το εργατικό κίνημα, για το πώς πρέπει να συζητάμε, πως πρέπει να συμπεριλαμβάνουμε τις αποκλεισμένες μορφές πως πρέπει να συντονιζόμαστε. Ωστόσο είναι λάθος να λέμε ότι συμμετέχουμε παντού σε κάθε σωματείο. Χρειάζεται σοβαρή συζήτηση ανά περίπτωση. Συμμετέχουμε εκεί που δεν υπάρχουν αποκλεισμοί, εκεί που μπορούμε να έχουμε άποψη όπως και κάθε άλλο εργατικό ρεύμα. Συμμετέχουμε εκεί που υπάρχει νόημα, εκεί που υπάρχουν διαδικασίες που μπορείς να επηρεάσεις. Αλλιώς είναι χάσιμο χρόνου και πρέπει να αναζητούμε άλλους δρόμους, από επιτροπές αγώνα μέχρι την ίδρυση άλλων σωματείων. Δεν συμμετέχουμε σε σκληρά εργοδοτικά σωματεία όπου δομικά έχουν φτιαχτεί για να εξυπηρετούν να εργοδοτικά συμφέροντα. Δεν συμμετέχουμε σε σωματεία σφραγίδες που δεν έχουν διαδικασίες και συνελεύσεις , δεν καθόμαστε για χρόνια επί χρόνια να περιμένουμε την όποια γραφειοκρατία να κάνει συνέλευση. Αντίθετα οφείλουν οι δυνάμεις μας σε κάθε σωματείο να δικαιολογούν τη συμμετοχή μας, να εξηγούν στην οργάνωση ότι ακόμα και η μειοψηφική μας παρέμβαση έχει νόημα και αποτέλεσμα (γιατί πρώτα από όλα επιτρέπεται ανεμπόδιστα). Μέγιστο καθήκον είναι βρούμε δρόμους για ένα αγωνιστικό δυναμικό να εκφραστεί και να δράσει, όχι να καεί στα αδιέξοδα του αστικού συνδικαλισμού. Πρέπει τέλος να υπερβούμε το ερώτημα μέσα ή έξω από τη ΓΣΕΕ. Χρειαζόμαστε κυρίως ένα μεσοπρόθεσμό σχέδιο που θα συσσωρεύει όρους για ένα ανεξάρτητο κέντρο αγώνα, για ένα κέντρο που θα μπορεί να παίρνει αποφάσεις, χρειαζόμαστε συσσώρευση ποσότητας εργατικών δυνάμεων για μια νέα ποιότητα που θα απεμπλακεί ουσιαστικά από την ηγεσία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.
Εργατικό κίνημα, η καρδιά της επαναστατικής πολιτικής
Για κάθε επαναστατική κομμουνιστική οργάνωση το εργατικό κίνημα δεν είναι ένα ακόμα κίνημα. Τα κριτήρια που περιγράφουμε για αυτό είναι βασικά κριτήρια για κάθε κίνημα για κάθε αγωνιστική προσπάθεια που κάνουμε. Τα βήματα που κάνουμε στην ταξική ανασυγκρότηση κρίνουν πόσο επικίνδυνοι είμαστε για το σύστημα, κρίνουν αν παραμένουμε σε τροχιά επαναστατικής αριστεράς. Γιατί δεν υπάρχει επαναστατική αριστερά χωρίς ρήξεις και νίκες, χωρίς έστω να βελτιώνει τους όρους για τις αυριανές μάχες. Δεν μας αρμόζει να γίνουμε ένα γραφικό περιθώριο (υπάρχουν πολλές άλλες οργανώσεις για να παίξουν αυτό το ρόλο). Πρέπει να ιεραρχήσουμε ως πρώτα τα βήματα που πρέπει να κάνουμε, πρέπει να κατανοήσουμε μεγάλη τόλμη και αποφασιστικότητα. Πρέπει να δούμε ότι πολλές συμμαχίες μας κρατάνε πίσω, μας καθυστερούν και μας μπερδεύουν. Πρώτα από όλα πρέπει να γίνουν όσα πρέπει να γίνουν, για να δοθούν με καλύτερους όρους οι αυριανές μάχες. Δεν μας παίρνει να ανακυκλώνουμε παλιές ηττημένες λογικές. Να είμαστε πολύ ανοιχτοί και πολύ μετωπικοί αλλά με όσους θέλουν να μιλήσουν για το εργατικό κίνημα με όρους ποιότητας και όχι ποσότητας. Με όσους έχουν διάθεση να συζητήσουν τα νέα όπλα που χρειαζόμαστε σήμερα και όχι απλώς ότι πρέπει να αγωνιστούμε περισσότερο. Όλες οι συμμαχίες και η μετωπική μας πολιτική πρέπει να καθορίζονται από τις προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας στο εργατικό κίνημα. Να πάμε δηλ με νέα πιεστικά ερωτήματα θα φτιάξουμε νέα σωματεία, θα φτιάξουμε νέες εργατικές λέσχες, θα βάλουμε εργατική παρέμβαση σε αυτές που ήδη υπάρχουν, θα φτιάξουμε νέους συντονισμούς, θα προσπαθήσουμε αυτοί να είναι μόνιμοι, θα δούμε ειδικές μορφές στην εργατική νεολαία, θα σπάσουμε τα όρια της νομιμότητας, θα συνεχίσουμε μια παράνομη απεργία, θα κλείνουμε με κάθε τρόπο το κατάστημα που απέλυσε έγκυο μέχρι να λυγίσει η εργοδοτική αδιαλλαξία, θα μπουκάρουμε σε ένα εργοτάξιο να επιβάλουμε την τήρηση κανόνων ασφαλείας χωρίς να περιμένουμε την επιθεώρηση εργασίας; Να πάμε λοιπόν ανοιχτά και ενωτικά με όσους αντέχουν και θέλουν να συζητήσουν και να δράσουν σε αυτό το επίπεδο.
Να κάνουμε τα πάντα για να μεγαλώσουμε την επιρροή μας στο εργατικό κίνημα, να κάνουμε τα πάντα για να γίνει το εργατικό κίνημα πιο επιδραστικό στις πολιτικές εξελίξεις.
Σταύρος Ματίκας,
ΟΒ Νότιων συνοικιών οργάνωσης Αττικής Κ.Α.
Comments